10/2/10

Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 10.2.2010

Η επανεκλογή του Κάρολου Παπούλια στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας με 266 ψήφους αποτελεί αναμφίβολα ένα θετικό πολιτικό γεγονός. Γύρω από την υποψηφιότητά του διαμορφώθηκε μια ευρεία πλειοψηφία που αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού συστήματος (ΠΑΣΟΚ, Νέα Δημοκρατία, ΛΑΟΣ).
Με τον τρόπο αυτόν ικανοποιήθηκε η απαίτηση του άρθρου 32 του Συντάγματος, το οποίο θέλει κατά τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας να επιδιώκεται η μεγαλύτερη δυνατή πολιτική συναίνεση. Φαίνεται επίσης να ισχυροποιείται στη συνταγματική πρακτική η τάση για επανεκλογή του απερχόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Στεφανόπουλου. Φυσικά, η επανεκλογή του ίδιου προσώπου, την οποία επιτρέπει το Σύνταγμα, αλλά για μια μόνο φορά, προϋποθέτει τη θετική αξιολόγηση της πρώτης θητείας του. Οι πολιτικές δυνάμεις που στήριξαν την επανεκλογή του Κάρολου Παπούλια εκτίμησαν θετικά τη συνολική του συμπεριφορά κατά την άσκηση των συνταγματικών του λειτουργιών. Αλλά και η στάση του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται να είχε το νόημα της απόρριψης της υποψηφιότητας του Παπούλια, αλλά εξέφρασε μια γενικότερη «αντι-συστημική» πολιτική τοποθέτηση, ανεξάρτητη από πρόσωπα.
Η δεύτερη θητεία του Κάρολου Παπούλια ξεκινά λοιπόν με τους καλύτερους οιωνούς. Η πολιτικο-συνταγματική αντιδικία για το αν το άρθρο 32 Συντ. περικλείει τη δυνατότητα χρήσης του για την πρόκληση πρόωρων εκλογών μοιάζει αρκετά μακρινή (βλ. πάντως μια ανθολογία συνταγματικών μελετών πάνω στο θέμα αυτό στο βιβλίο «Η διαδικασία εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας και οι ερμηνευτικές της αμφιλογίες», εκδόσεις Σάκκουλα, 2010, με επιμ. Α. Μανιτάκη. Σχετικό αφιέρωμα ετοιμάζει και το νομικό περιοδικό «Δικαιώματα του Ανθρώπου», με επιμ. Π. Παραρά).
Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι πάντοτε επίκαιρη η συζήτηση για το νόημα του προεδρικού θεσμού στο ελληνικό συνταγματικό σύστημα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν χρειάζεται να έχει περισσότερες εξουσίες από αυτές που τυπικά έχει. Αλλωστε, μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και μια σημαντική εξουσία συνταγματικού ελέγχου, το δικαίωμα αναπομπής των νόμων στη Βουλή, η οποία όμως βρίσκεται «εν υπνώσει», παρότι κατά το παρελθόν και ιδίως κατά την περίοδο 2004 - 2009 υπήρξαν περιπτώσεις που δικαιολογούσαν την άσκησή της. Κυρίως, όμως, έχει την άτυπη εξουσία, υπό την ιδιότητά του ως εκφραστή της εθνικής ενότητας, να νουθετεί και να συμβουλεύει την Κυβέρνηση και τους υπουργούς και να «εξωτερικεύει» τις πολιτικές σκέψεις και απόψεις του, με όποιο μέσο θεωρεί κατάλληλο, επισημαίνοντας τα πολιτικά και θεσμικά προβλήματα της χώρας, όχι σε αντιπαράθεση αλλά σε μια διαλεκτική σχέση με την πολιτική τάξη και το σύστημα των κομμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, έχει τη δυνατότητα μέσα από τη «συμβολική» και «παιδαγωγική του δραστηριότητα να επηρεάζει και τη διαδικασία διαμόρφωσης των πολιτικών αποφάσεων.
Όπως έλεγε ο Αριστόβουλος Μάνεσης, «ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι μια αδειανή πολυθρόνα...». Το νόημα της φράσης αυτής δεν έχει ίσως ακόμη πλήρως κατανοηθεί.

9/2/10

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 9.2.2010

Οι διαπραγματεύσεις και τα σενάρια για τη «διάσωση» της ελληνικής οικονομίας από τους Ευρωπαίους εταίρους αποτελούν τις τελευταίες εβδομάδες το πρώτο θέμα στην πολιτική και οικονομική ατζέντα, τόσο στη χώρα μας όσο και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, εν μέσω ενός κερδοσκοπικού τσουνάμι που δεν επηρεάζει μόνο την εγχώρια αγορά αλλά και την τιμή του ευρώ.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες και οι αξιωματούχοι των κοινοτικών οργάνων πιέζουν την ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει άμεσα μέτρα σκληρής λιτότητας, εις βάρος των εισοδημάτων των εργαζομένων, ιδίως των μεσαίων στρωμάτων, ως προϋπόθεση για να εκδηλωθεί η περιβόητη «κοινοτική αλληλεγγύη» προς τη χώρα μας. Αυτό που αποδεικνύεται, όμως, για ακόμη μία φορά είναι η παντελής αδιαφορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ ουσίαν δηλαδή του Διευθυντηρίου των ισχυρών κρατών-μελών που κινούν τα νήματα των κοινοτικών αποφάσεων, για την τύχη των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών στρωμάτων στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερηφανευόταν ανέκαθεν για τους θεσμούς κοινωνικής πολιτικής που οικοδομήθηκαν στα κράτη-μέλη της. Το λεγόμενο ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη διαφοροποίηση της Ευρώπης από το μοντέλο ανάπτυξης των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Κίνας. Αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για όλους, σύνθετοι μηχανισμοί κοινωνικής ασφάλειας και προστασίας της εργασίας, κρατική μέριμνα για την ασφάλιση, την υγεία και την απασχόληση. Όλα αυτά, ωστόσο, φαίνεται σταδιακά να καταρρέουν.
Η Ευρώπη μεταμορφώνεται σταθερά από την ήπειρο των ανεπτυγμένων κοινωνικών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση του κοινωνικού ελλείμματος. Η εκχώρηση κυριαρχικών εξουσιών στον οικονομικό τομέα από τα κράτη-μέλη προς τα ενωσιακά όργανα δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη μέριμνα για κοινοτικές παρεμβάσεις στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής. Τα κράτη-μέλη εμφανίζονται αποδυναμωμένα, ανήμπορα να διατηρήσουν τους μηχανισμούς κοινωνικής ασφάλειας. Η Ευρώπη της κοινωνικής ευημερίας μετατρέπεται σε Ευρώπη της ανεργίας και της κοινωνικής αναλγησίας. Κι αυτό αποτελεί, εκτός των άλλων, έναν σοβαρό παράγοντα απονομιμοποίησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Σήμερα η ανεργία στην ευρωζώνη ανέρχεται, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, σε 10%, δηλαδή στα υψηλότερα επίπεδα από το 1998, και αυξάνεται διαρκώς. Στους νέους το ποσοστό της ανεργίας αγγίζει το 25%. Οι θέσεις μερικής απασχόλησης έχουν διπλασιαστεί την τελευταία τριετία. Η πραγματική ανεργία είναι σημαντικά υψηλότερη από αυτήν που εμφανίζουν τα επίσημα στοιχεία. Ο αριθμός των κοινωνικά αποκλεισμένων και όσων διαβιούν σε συνθήκες φτώχειας υπερβαίνει το 20% του πληθυσμού. Ακόμη και μια ενδεχόμενη κοινοτική ενίσχυση προς τις πλέον δοκιμαζόμενες οικονομίες της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας δεν φαίνεται ότι θα επηρεάσει προς το καλύτερο τους κοινωνικούς δείκτες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διευθυντήριό της ενδιαφέρονται για οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη χωρίς κοινωνικό πρόσωπο. Η άκαμπτη ευρωπαϊκή απαίτηση για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, χωρίς αντισταθμιστικές κοινοτικές επενδύσεις, σε περίοδο οικονομικής κρίσης αναπόφευκτα θα εκτινάξει την ανεργία. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο καταρρέει, κατ’ επιλογήν των ευρωπαϊκών ηγεσιών.

29/1/10

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", 29.1.2010

Τα αίτια της διαμαρτυρίας των αγροτών είναι πολύ γνωστά. Συμπυκνώνονται στη συνεχή μείωση των αγροτικών εισοδημάτων, που είναι αποτέλεσμα της συρρίκνωσης της αγροτικής παραγωγής, λόγω έλλειψης διεθνούς ανταγωνιστικότητας των αγροτικών προϊόντων. Όλο και πιο δύσκολα τα ελληνικά προϊόντα μπορούν να ανταγωνισθούν ομοειδή σε τιμές και ποιότητα, τα οποία ελεύθερα σχεδόν εισάγονται όχι μόνο από την Ε.Ε. των 27 αλλά και από όλο τον Κόσμο. Τα προβλήματα που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση είναι διαρθρωτικά και σχετίζονται με τη μικρή κλίμακα παραγωγής, με το γερασμένο και ελάχιστα εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, με την ανυπαρξία υποστηρικτικών συμβουλευτικών υπηρεσιών για τις τεχνικές και την οργάνωση της παραγωγής, με την αδυναμία των συνεταιριστικών δομών να οργανώσουν την εμπορία των προϊόντων προς όφελος των αγροτών, με την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς εισροών και συνεπώς των υψηλών τιμών τους, με τις αυξημένες τιμές αγοράς και ενοικίασης αγροτικής γης κ.ά.. Όλα αυτά τα προβλήματα, που οδηγούν σε υψηλό κόστος παραγωγής και χαμηλές τιμές παραγωγού και συνεπώς σε χαμηλά εισοδήματα, δεν είναι ούτε νέα ούτε αναλύονται για πρώτη φορά. Όμως, σταθερά επιδεινούμενα, οδήγησαν στις πρώτες κινητοποιήσεις το 1994 ,όταν σταδιακά περιοριζόταν η γενναιοδωρία της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και άρχισε να απελευθερώνεται το διεθνές εμπόριο αγροτικών προϊόντων μέσω των διαδικασιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Το μέγα ζήτημα είναι ότι η πολιτική διαχείριση του αγροτικού τομέα. Όλα αυτά τα χρόνια και μέχρι σήμερα η αγροτική πολιτική ασκήθηκε με περισσότερο κοινωνικούς και λιγότερο με αναπτυξιακούς όρους (όπως εξάλλου και ολόκληρο το σύστημα εφαρμογής πολιτικών στη χώρα μας, εκτός από μικρά διαλλείματα) με στόχο την κοινωνική συναίνεση και όχι την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Σχεδόν κανένα από τα προαναφερθέντα διαρθρωτικά προβλήματα δεν βρήκε ευτυχή λύση, με αποτέλεσμα σήμερα, λόγω της αποδόμησης της ΚΑΠ, της απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου και της δημοσιονομικής ασφυξίας, τα προβλήματα αυτά να παίρνουν εκρηκτικές διαστάσεις. Με βάση τα σημερινά δεδομένα και την εμπειρία του παρελθόντος η αντιμετώπιση όλων αυτών των προβλημάτων του αγροτικού τομέα ακόμη και αν είναι εύστοχη και αποτελεσματική, θα χρειασθεί χρόνο προκειμένου να ανακόψει την αρνητική πορεία, ενώ είναι αμφίβολο αν θα οδηγήσει στην αύξηση των αγροτικών εισοδημάτων μέσα στον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό.
Συνεπώς, παράλληλα με την προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά προβλήματα της αγροτικής παραγωγής τόσο από την Πολιτεία όσο και από τους αγρότες, πρέπει να σχεδιασθεί και να εφαρμοσθεί μια ευρύτερη στρατηγική για την ανάπτυξη της Υπαίθρου. Μια τέτοια στρατηγική θα συμβάλει στην απορρόφηση της αυξανόμενης ανεργίας στον αγροτικό χώρο, λόγω της συρρίκνωσης της γεωργίας και θα προσφέρει ικανοποιητικά εισοδήματα στους κατοίκους της Υπαίθρου τα οποία δεν μπορεί να προσφέρει πλέον η αγροτική παραγωγή. Η στρατηγική για την Ανάπτυξη της Υπαίθρου πρέπει να στηρίζει και τις άλλες, εκτός της γεωργίας, παραγωγικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται στην Ύπαιθρο, όπως ο τουρισμός, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η μικρή βιομηχανία και βιοτεχνία, οι κατασκευές δεύτερης κατοικίας, οι νέες υπηρεσίες αναψυχής, η αξιοποίηση του περιβάλλοντος και του φυσικού πλούτου κ.λπ. Κύριος στόχος μιας τέτοιας στρατηγικής είναι να δημιουργήσει ελκυστικό περιβάλλον στις αγροτικές περιοχές με τη βελτίωση των κοινωνικών υποδομών και των υπηρεσιών για την παρακίνηση νέων δυναμικών ανθρώπων, που επιλέγουν την ποιότητα ζωής στην Ύπαιθρο, να επιχειρήσουν στους προαναφερόμενους τομείς. Η στρατηγική αυτή έχει ήδη εφαρμοσθεί σ’ άλλες Ευρωπαϊκές Χώρες και διευκολύνεται σήμερα από την σχεδιαζόμενη διοικητική αποκέντρωση και την στροφή της Κ.Α.Π. περισσότερο προς την ενίσχυση της ανάπτυξης της Υπαίθρου και λιγότερο των αγροτικών εισοδημάτων.

27/1/10

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 27.1.2010

Σε αυτήν τη δύσκολη και γεμάτη αγωνία περίοδο που διανύουμε χρειάζεται ίσως να ανακαλύψουμε ξανά μια λησμονημένη, σχεδόν, συνταγματική διάταξη. Αναφερόμαστε εδώ στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματός μας, το οποίο ορίζει ότι «το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης». Η αντίληψη των συντακτών του Συντάγματος του 1975, ότι η αλληλεγγύη των πολιτών προς το Κράτος θα έπρεπε να πάρει τη μορφή συνταγματικού κανόνα, ερχόταν σίγουρα σε αντίθεση με το «πνεύμα της εποχής».
Μετά την επταετία και την οριστική κατάρρευση του «Κράτους των εθνικοφρόνων», το ζητούμενο ήταν η πλήρης κατοχύρωση των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων και όχι βέβαια η συνταγματική επιβολή ενός γενικού καθήκοντος αλληλεγγύης των πολιτών προς το Κράτος. Η αρχή «κανένα δικαίωμα χωρίς υποχρεώσεις», ακόμη κι αν είναι σωστή στη θεωρία, δεν ήταν εκείνη την περίοδο σωστή στην πράξη. Για τον λόγο αυτόν, οι περισσότεροι Έλληνες συνταγματολόγοι αντιμετώπισαν με καχυποψία το άρθρο 25 παρ. 4, περίπου ως ένα πρόσχημα που θα μπορούσε να επικαλεστεί η κρατική εξουσία προκειμένου να χρησιμοποιήσει το Σύνταγμα εναντίον των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών.
Έτσι επικράτησε μια μινιμαλιστική ερμηνεία τής συνταγματικής αρχής της αλληλεγγύης, που συνέδεσε την αρχή αυτή με τα κατ’ ιδίαν συνταγματικά καθήκοντα (στρατιωτική υποχρέωση, φορολογική υποχρέωση, τήρηση του Συντάγματος και των νόμων, καθήκον της ψήφου κ.λπ.), χωρίς να προσθέτει κάτι ιδιαίτερο σε αυτά. Η ερμηνεία αυτή έγινε δεκτή και από τη νομολογία.
Ωστόσο, το περιεχόμενο της αρχής της αλληλεγγύης δεν εξαντλείται στον κατάλογο των συνταγματικών καθηκόντων του πολίτη. Κατ’ αρχάς, δεν αφορά μόνο τα καθήκοντα αυτά, αλλά προσδιορίζει συγχρόνως και το νόημα της αρχής του κοινωνικού Κράτους, που κατοχυρώνεται ρητά σε μια ξεχωριστή διάταξη, στο άρθρο 25 παρ. 1. Η αρχή της αλληλεγγύης αποτελεί το κανονιστικό φίλτρο για να διακριθούν τα γνήσια κοινωνικά δικαιώματα, τα οποία πρέπει να γίνονται σεβαστά στον βαθμό που αυτό είναι δημοσιονομικά δυνατό, από τα προνόμια και τις πελατειακές παροχές που έχουν αποσπάσει από το δημόσιο ταμείο ορισμένες ισχυρές κοινωνικές ομάδες.
Αυτά τα προνόμια έχουν γίνει πλέον δυσβάστακτα για το κοινωνικό σύνολο και η κατάργησή τους δεν σημαίνει αποδιάρθρωση του κοινωνικού Κράτους, αλλά στοιχειώδη εξυγίανσή του. Από την άλλη, όμως, πλευρά, η αρχή της αλληλεγγύης περιέχει και μια ύστατη συνταγματική έκκληση προς τους πολίτες για αυτοπεριορισμό των δικαιωμάτων και των διεκδικήσεών τους, ιδίως σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές όπως η σημερινή. Το μέλλον αυτής της χώρας εξαρτάται για μίαν ακόμη φορά από τον πατριωτισμό των Ελλήνων, στις σημερινές συνθήκες, από την κοινωνική υπευθυνότητά τους.

26/1/10

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 26.1.2010

Η ελληνική κοινωνία βιώνει τους τελευταίους μήνες ένα σύνδρομο διογκούμενου φόβου. Φόβου για τη χρεοκοπία της οικονομίας και τον εγκλωβισμό της χώρας σε καθεστώς διεθνούς κηδεμονίας, για τη γεωμετρική αύξηση της ανεργίας, για απροσδιόριστης έκτασης και επιπτώσεων φορολογικές επιβαρύνσεις όλων των κοινωνικών στρωμάτων, ιδίως των μεσαίων. Φόβου για την κατάρρευση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, για τη μείωση του πραγματικού εισοδήματος, για τη συνολική αποδιάρθρωση του μοντέλου ανάπτυξης αλλά και των κρατικών μηχανισμών.
Η παρατεταμένη διασπορά ενίοτε αλληλοδιαψευδόμενων φημών και σεναρίων, η επίμονη προβολή από την πλευρά της ίδιας της νέας κυβέρνησης του «χάους» που παρέλαβε, οι απαξιωτικές εκτιμήσεις αξιωματούχων της ΕΕ, του ΔΝΤ ή ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων τροφοδοτούν σύνδρομα φόβου και ανασφάλειας. Ταυτόχρονα, τα κυβερνητικά μέτρα μοιάζουν να καθυστερούν, τα κερδοσκοπικά παιχνίδια της αγοράς έχουν αποσυντονίσει τη θεσμική λειτουργία της οικονομίας, ενώ τα ΜΜΕ διαχειρίζονται την κατάσταση κατά τρόπο που αντί να εξισορροπεί και να «προσγειώνει» με νηφάλιες αναλύσεις, συχνά επιτείνει τη συνωμοσιολογία και την καταστροφολογία.
Την ίδια στιγμή δεν έχει παύσει να διαχέεται ο φόβος της πανδημίας της νέας γρίπης, παρότι αποδείχθηκε ότι οι προβλέψεις ήταν υπερβολικές, με αποτέλεσμα ο πανικός που προκλήθηκε να αποφέρει μεν υψηλότατα κέρδη σε συγκεκριμένες εταιρείες, όμως να λειτουργεί προσθετικά στα φοβικά αντανακλαστικά του πληθυσμού. Πρωτίστως, η διαχείριση της πανδημίας προκάλεσε ισχυρά πλήγματα στην αξιοπιστία των φορέων, διεθνών και εθνικών, που είχαν εμπλοκή στο ζήτημα του εμβολιασμού. Πέρα από τα προηγούμενα, η ψυχολογία της κρίσης συνδιαμορφώθηκε από την έξαρση των φαινομένων τρομοκρατικής βίας, που εκδηλώνονται πλέον σε εβδομαδιαία βάση, συνθέτοντας ένα σκηνικό αλληλένδετων φοβικών συμπεριφορών και αντιδράσεων. Οι συνέπειες της ψυχολογίας της κρίσης είναι εξαιρετικά σοβαρές. Ο φόβος για τη ζωή, την υγεία και την ασφάλεια των πολιτών συνδυάζεται με την αγωνία για τη διατήρηση της απασχόλησης, της ασφάλισης και ενός αξιοπρεπούς εισοδήματος, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις. Πρώτα απ’ όλα προκαλεί την κατάρρευση της ζήτησης, καθώς οι καταναλωτές βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται ή να είναι επισφαλές. Περαιτέρω, την καθίζηση της επιχειρηματικότητας αλλά και τη διόγκωση της αναξιοπιστίας των θεσμών. Μέσα σε αυτό το κλίμα απαισιοδοξίας, ανασφάλειας και αποστέρησης της ελπίδας κυοφορείται η σταδιακή κατάρρευση του κοινωνικού ιστού.
Παράλληλα, ο φόβος αποτελεί το κατάλληλο υπόβαθρο για την περιστολή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και τη χειραγώγηση της κοινωνίας. Η ψυχολογία της κρίσης υποθάλπει, σε τελική ανάλυση, τη δημαγωγία των αντισυστημικών κομμάτων της ακροδεξιάς. Ίσως όσοι φρονούν ότι αυτός ο «ψυχολογικός πόλεμος» εναντίον της κοινωνίας προσφέρει μεγαλύτερη ευχέρεια χειρισμών ή απόσειση ευθυνών να αγνοούν ότι ενδέχεται να καταλήξει σε απρόβλεπτες αναταράξεις. Τη στιγμή που ο φόβος μετατρέπεται σε απόγνωση και οργή, η ψυχολογία της κρίσης παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός χειραγώγησης.

25/1/10

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ...
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 25.1.2010

Ο αποκλεισμός διαφόρων κομβικών σημείων στις εθνικές οδούς από διαμαρτυρόμενους αγρότες αποτελεί συνηθισμένη πρακτική από δεκαετίες, την ίδια περίπου εποχή κάθε χρόνο (δηλ. τον χειμώνα, οπότε δεν υπάρχουν γεωργικές εργασίες). Η πρακτική αυτή είναι βέβαια καταφανώς παράνομη και μάλιστα αξιόποινη (άρθρο 292 του Ποινικού Κώδικα, παρακώλυση συγκοινωνιών). Είναι επίσης αντισυνταγματική, επειδή παρεμποδίζει την οικονομική ελευθερία τρίτων προσώπων (άρθρο 5 παρ. 1 Σύντ.), ενώ δεν καλύπτεται από το δικαίωμα συνάθροισης (άρθρο 11 Σύντ.), διότι η συνάθροιση έχει εξ ορισμού παροδικό χαρακτήρα.
Το κωμικοτραγικό στοιχείο στην όλη υπόθεση είναι ότι σ’ εκείνους που διεκδικούν μ’ έναν τέτοιο ακραίο τρόπο την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, αδιαφορώντας για τη ζημία που προκαλούν στην εθνική οικονομία, περιλαμβάνονται και πολλά στελέχη και οπαδοί των δύο μεγάλων κομμάτων. Διερωτάται λοιπόν κανείς πώς είναι δυνατόν οι αγρότες, από τη μια, να υποστηρίζουν ότι οι κυβερνητικές πολιτικές τούς οδηγούν στην εξαθλίωση και, από την άλλη, να ψηφίζουν ή και να συμμετέχουν ενεργά στα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία και εφαρμόζουν τις πολιτικές αυτές.
Η πραγματικότητα είναι ότι η παρανομία τόσο στο συγκεκριμένο ζήτημα όσο και σε πολλά άλλα ανθεί στην Ελλάδα επειδή την υποθάλπει η ίδια η εξουσία. Οι αποκλεισμοί εθνικών οδών από τους αγρότες επαναλαμβάνεται σε ετήσια βάση, επειδή οι αυτουργοί τους όχι μόνο δεν τιμωρούνται, αλλά και ανταμείβονται, αποσπώντας διάφορες παραχωρήσεις και προνόμια από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Το ίδιο συμβαίνει όμως και με πολλές άλλες μορφές παραβατικότητας προερχόμενες από κοινωνικές ομάδες που για διάφορους λόγους βρίσκονται de facto σε θέση ισχύος και την εκμεταλλεύονται στο έπακρο, σε βάρος των δημόσιων ταμείων. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα αυτά, επειδή και το ίδιο είναι δομημένο κατά παρόμοιο τρόπο, δηλ. με την «αποικιοποίηση» του δημόσιου χώρου από ιδιωτικά ή μερικά συμφέροντα, τα οποία οδηγούν στον εκφεουδαρχισμό της πολιτικής και στη λεηλασία των δημόσιων ταμείων.
Η επιδίωξη ενός κοινωνικού σχηματισμού με αυτά τα χαρακτηριστικά να ανταγωνιστεί με ίσους όρους τις μητροπολιτικές καπιταλιστικές κοινωνίες και οικονομίες της Ευρώπης, συμμετέχοντας στην ευρωζώνη, αποτελούσε μια μετανεοτερική επανέκδοση της «Μεγάλης Ιδέας». Οπως η τελική έκβαση του πρωτοτύπου ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή, έτσι και η σημερινή μας οικονομική και δημοσιονομική περιπέτεια κινδυνεύει να έχει τραγικό τέλος, με την αδυναμία δανεισμού και τη συνακόλουθη παύση πληρωμών του ελληνικού δημοσίου και μετά ταύτα την αναγκαστική επάνοδο σε μια αναδρομικά και σωρευτικά υποτιμημένη δραχμή. Ακόμη κι αν υπάρχει χρόνος για αλλαγή πορείας, η ελληνική κοινωνία δεν φαίνεται να έχει ούτε τη δυνατότητα ούτε τη διάθεση για κάτι τέτοιο, αφού μοιάζει να θεωρεί κεκτημένο δικαίωμα το να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα παράγει. Η ελπίδα ότι θα μας σώσουν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας έχει σήμερα τόση βάση όση είχε το 1920-22 η προσδοκία βοήθειας ή μεσολάβησης από τους ίδιους. Η ώρα της αλήθειας πλησιάζει.

24/1/10

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Εφημερίδα "ΒΗΜΑ", 24.1.2010

Οι αγρότες είναι στους δρόμους διεκδικώντας, όπως κάθε χρόνο, αύξηση των αγροτικών τιμών, μείωση του κόστους παραγωγής και αύξηση των επιδοτήσεων προκειμένου να αυξηθούν τα εισοδήματα τους. Όμως, το ζήτημα των χαμηλών εισοδημάτων οφείλεται στα δομικά προβλήματα του ελληνικού αγροτικού τομέα και δεν αντιμετωπίζεται με καταπραϋντικά μέτρα όπως: διοικητικές παρεμβάσεις για το ύψος των αγροτικών τιμών, (ιδίως μετά την αποδόμηση της Κ.Α.Π), μείωση των τιμών των εισροών ή/και εθνικές αποζημιώσεις στο όριο της κοινοτικής νομοθεσίας (όπως έγινε πέρυσι). Τα μέτρα αυτά δεν αποτελούν βιώσιμες λύσεις ούτε τα αντέχει ο ελληνικός Προϋπολογισμός, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία. Το ζήτημα είναι ότι μέσα στο σημερινό διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, χωρίς την θαλπωρή της Κ.Α.Π, σε συνθήκες δημοσιονομικής κρίσης και με δεδομένα τα δομικά προβλήματα του αγροτικού τομέα (γεωμορφολογία, μικρή κλίμακα, χαμηλό οργανωτικό και τεχνολογικό επίπεδο, γερασμένο και ελάχιστα εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, αδύναμες συνεταιριστικές και επαγγελματικές οργανώσεις κ.α) τα αγροτικά εισοδήματα δεν φαίνεται ότι θα βελτιωθούν με βιώσιμο τρόπο τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας στην Ύπαιθρο.
Χρειάζεται συνεπώς μία ευρύτερη στρατηγική για την ανάπτυξη της Υπαίθρου, η οποία θα υποστηρίζει, παράλληλα με τον αγροτικό τομέα, και άλλες σημαντικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται στον χώρο της Υπαίθρου όπως: τουρισμός, βιοτεχνία, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κατασκευές, νέες υπηρεσίες αναψυχής, αξιοποίηση του περιβάλλοντος και του φυσικού πλούτου κ.λπ. Μια τέτοια στρατηγική θα περιλαμβάνει παρεμβάσεις σε πολλά επίπεδα με στόχο την παρακίνηση νέων δυναμικών ανθρώπων, που θέλουν να μείνουν ή που αναζητούν καλλίτερη ποιότητα ζωής στην Ύπαιθρο, να αναλάβουν επιχειρηματικές δραστηριότητες στους τομείς που προαναφέρθηκαν (π.χ πράσινη ανάπτυξη). Συνεπώς η δημιουργία ελκυστικών προϋποθέσεων στο επίπεδο της χωροταξίας, των κοινωνικών υποδομών, του πολιτισμού κ.λπ., αποτελεί προτεραιότητα, η οποία διευκολύνεται με την επιχειρούμενη διοικητική αναδιάρθρωση και την αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων. Τα παραδείγματα άλλων χωρών είναι πολλά. Όμως μια τέτοια στρατηγική προϋποθέτει την συνεργασία και το συντονισμό πολλών Υπουργείων (Παιδείας, Υγείας, Υποδομών , Περιβάλλοντος, Πολιτισμού κ.ά) πέρα από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, πράγμα που επιβάλλει την δημιουργία ενός συντονιστικού διυπουργικού οργάνου για την ανάπτυξη της Υπαίθρου, ίσως σε επίπεδο Γραμματείας, υπό τον Πρωθυπουργό ή τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, όπως επίσης συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

13/1/10

ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΕΝΑ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟ ΜΗΝΥΜΑ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ", 13.1.2010

Μέσα στο σκοτεινό τοπίο της απαισιοδοξίας για τα πολλαπλά ελλείμματα εμπιστοσύνης στη χώρα μας υπάρχει ένα αισιόδοξο μήνυμα. Καταγράφεται αύξηση του βαθμού εμπιστοσύνης των πολιτών προς το ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο σε σχέση με πέρυσι, (όπου ήταν σχετικά υψηλός), σύμφωνα με τη μέτρηση της Public Issue (βλ. Καθημερινή 3/1/10). Αν μάλιστα συγκρίνει κανείς τα επίπεδα εμπιστοσύνης προς άλλους θεσμούς, η θέση του Δημόσιου Πανεπιστημίου είναι περίοπτη. Η εξέλιξη αυτή είναι ενδιαφέρουσα γιατί δείχνει ότι το ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο, που έχει συχνά «χλευασθεί» δίκαια ή άδικα , κυρίως από τους ίδιους τους λειτουργούς του, Καθηγητές, καταφέρνει να κερδίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αυτό δεν σημαίνει ότι λύθηκαν τα προβλήματα τόσο στη διοίκηση και τη λειτουργία του, όσο και στο ζήτημα της εικόνας του προς την κοινωνία, ιδίως μετά τις πρόσφατες καταλήψεις και τις πράξεις βίας με αποκορύφωμα τον τραυματισμό και την παραίτηση του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Καθηγητή κ. Χρ. Κίττα.
Η αύξηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το Πανεπιστήμιο δημιουργεί τεράστιες υποχρεώσεις στους λειτουργούς του Καθηγητές να ανταποκριθούν στις προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας. Όλοι ξέρουμε ότι η κοινωνία στη χώρας μας πάντοτε προσβλέπει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον προς την Ανώτατη Εκπαίδευση, ως μέσο κοινωνικής ανόδου, ίσως περισσότερο από όσο μπορεί να είναι, πράγμα που προκαλεί μεγάλες στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας. Η μέριμνα των λειτουργών των Πανεπιστημίων συνεπώς πρέπει να είναι η συνεχής βελτίωση του επιπέδου της εκπαίδευσης και της έρευνας, η οποία προφανώς δεν εξαρτάται μόνο από τους ίδιους αλλά και από τα οικονομικά μέσα και το θεσμικό πλαίσιο που τους παρέχει η Πολιτεία. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι μόνο μια απλή εκτίμηση, αλλά τεκμηριώνεται στην Έκθεση προς τη Βουλή των Ελλήνων που κατέθεσε τον περασμένο Ιούνιο 2009 η Αρχή για την Διασφάλιση της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ).
Βεβαίως, η ευθύνη και οι δυνατότητες βελτίωσης από την πλευρά των λειτουργών της Ανώτατης Εκπαίδευσης τόσο στο επίπεδο της διοίκησης (Πρυτανικές Αρχές) όσο και στο επίπεδο της καθημερινής λειτουργίας και πρακτικής (μέλη ΔΕΠ κλπ) είναι μεγάλες : από τις διοικητικές μεθόδους μέχρι τις μεθόδους εκλογής των μελών ΔΕΠ, την μέθοδο διδασκαλίας και εξέτασης των φοιτητών, το επίπεδο των συγγραμμάτων και της έρευνας κ.ά. και δεν συγκαλύπτονται από την ολιγωρία, την αδιαφορία η/και την αστοχία της Πολιτείας. Τα περισσότερα ελληνικά Πανεπιστήμια πρόκειται σε μερικούς μήνες να εκλέξουν νέες Πρυτανικές Αρχές, οι οποίες θα κληθούν να διοικήσουν μέσα ένα νέο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον. Από τις ηγετικές ικανότητές τους και προφανώς από τις θεσμικές δυνατότητες τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η βελτίωση της σημερινής κατάστασης.
Η αύξηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τα Πανεπιστήμια μπορεί να μην είναι άσχετη με το χρόνο που έγινε η μέτρηση (Δεκέμβριος 2009) και έτσι να επηρεάστηκε από τις προσδοκίες που δημιούργησε στην ελληνική κοινωνία η νέα Κυβέρνηση της χώρας. Οι προεκλογικές δεσμεύσεις, μέσα στην αναπόφευκτη γενικότητά τους, οι καλές προθέσεις της νέας πολιτικής ηγεσίας και κυρίως η εμπιστοσύνη της προς το Δημόσιο Πανεπιστήμιο, (όπως φαίνεται και από την πρόσφατη απόφαση για τα λεγόμενα Κολέγια), πρέπει να μετουσιωθούν σε συγκεκριμένα μέτρα και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η αύξηση της χρηματοδότησης και η θέσπιση ενός νέου νόμου πλαισίου μετά από τριάντα χρόνια εφαρμογής του προηγούμενου αποτελεί ώριμο αίτημα τόσο της κοινωνίας όσο και της πανεπιστημιακής κοινότητας. Τα κρίσιμα ζητήματα του βαθμού αυτοδιοίκησης του Πανεπιστημίου σε συνδυασμό με τους τρόπους χρηματοδότησης, εξασφάλισης διαφάνειας , λογοδοσίας και πιστοποίησης της ποιότητας πρέπει οπωσδήποτε, μεταξύ πολλών άλλων, να απαντηθούν.
ΜΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 13.1.2010

Για την Eλλάδα η δεκαετία 2000-2009 ήταν, μεταξύ άλλων, και μία δεκαετία συνταγματικών εξελίξεων. Eίχαμε δύο Aναθεωρητικές Bουλές και δύο συνταγματικές αναθεωρήσεις, αυτήν του 2001, που ήταν μία σχεδόν ολική αναθεώρηση, αφού επεκτάθηκε σε 113 συνταγματικές διατάξεις, που αφορούσαν τόσο τα θεμελιώδη δικαιώματα όσο και το οργανωτικό μέρος του Συντάγματος, και εκείνη του 2008, που τελικά περιορίστηκε σε τρεις μόνο διατάξεις, και κυρίως στην κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου των βουλευτών, που είχε εισαχθεί με την αναθεώρηση του 2001. Tο πρακτικό αποτέλεσμα της αναθεώρησης του 2008 είναι ότι η επόμενη αναθεωρητική διαδικασία δεν μπορεί να ξεκινήσει πριν από τις 3.6.2013, οπότε θα έχει παρέλθει η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα πενταετία. Θεωρητικά, η Bουλή που αναδείχθηκε στις 4.10.2009 θα μπορούσε οριακά να κινήσει την αναθεωρητική διαδικασία, αν η τελευταία τακτική σύνοδός της λειτουργήσει χωρίς διακοπή και τους καλοκαιρινούς μήνες του 2013, ώστε να έχουν διεξαχθεί οι δύο προβλεπόμενες από το Σύνταγμα ψηφοφορίες πριν από τη φυσιολογική λήξη της θητείας της. Eίναι φανερό ότι τα χρονικά περιθώρια είναι πολύ στενά.
Tο πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν ακόμη ζητήματα διόρθωσης ή βελτίωσης του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο κλείνει το καλοκαίρι του 2010 τα 35 του χρόνια. Aυτά δεν αφορούν το συνταγματικό σύστημα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, το οποίο είναι από τα πληρέστερα και τα πιο προοδευτικά στον ευρωπαϊκό χώρο. Στο θέμα αυτό καθοριστική υπήρξε η συμβολή της αναθεώρησης του 2001, η οποία εμπλούτισε τον συνταγματικό κατάλογο των θεμελιωδών δικαιωμάτων με «νέα» δικαιώματα (π.χ. το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, το δικαίωμα στην υγεία σε όλες τις διαστάσεις του, τα μέτρα θετικής δράσης υπέρ των γυναικών και όχι μόνον κ.λπ.), αλλά και με τη ρήτρα του κοινωνικού Kράτους (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία εγγυάται, ακόμη και σε αυτήν τη δύσκολη περίοδο που διανύουμε, ένα ελάχιστο επίπεδο κοινωνικής προστασίας, όχι όμως και τα προνόμια που έχουν εξασφαλίσει από το δημόσιο ταμείο ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων (π.χ. οι υπάλληλοι της Bουλής).
Aλλα είναι τα κρίσιμα θέματα στα οποία θα πρέπει να στραφεί η επόμενη αναθεώρηση, όποτε κι αν γίνει αυτή. Xρειάζεται οπωσδήποτε να γίνει σαφέστερη η συνταγματική διάταξη για την εσωκομματική δημοκρατία, ιδίως από τη στιγμή που ο Aρειος Πάγος αποφάνθηκε πρόσφατα ότι το Σύνταγμα δεν επιτρέπει στον κοινό νομοθέτη να θεσπίσει κανόνες για την εσωτερική δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων. Σίγουρα θα πρέπει να αλλάξει ο τρόπος εκλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων και να αποπολιτικοποιηθεί, τουλάχιστον στην πρώτη φάση της, η διαδικασία για τα υπουργικά αδικήματα. Στην προοπτική της ολοκλήρωσης του σχεδίου «Kαλλικράτης» είναι πλέον αμφίβολο αν έχει νόημα η συνταγματική εγγύηση της ύπαρξης περιφερειακών κρατικών υπηρεσιών. Aλλά η μεγαλύτερη τομή στο ελληνικό πολιτικοσυνταγματικό σύστημα θα είναι ασφαλώς η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου.

12/1/10

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟΥ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 12.1.2010

H δημόσια συζήτηση για τη θέση των μεταναστών στην ελληνική πολιτεία είναι βαθύτατα πολιτική, κατ’ αρχάς υπό την έννοια ότι οι αντιλήψεις για τα δικαιώματα των «Άλλων» εδράζονται σε διακριτές ιδεολογικές αφετηρίες για τη δημοκρατία, το κοινωνικό κράτος και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σύμφωνα με μια δεξιά, συντηρητική-εθνοκεντρική και ξενοφοβική προσέγγιση, οι μετανάστες αποτελούν ξένο σώμα για την ελληνική κοινωνία, «αναλώσιμο υλικό» χωρίς δικαιώματα και μέλλον στη χώρα μας, πέραν της χρησιμοθηρικής-εκμεταλλευτικής σχέσης που κρίνεται αποδεκτή με γνώμονα αποκλειστικά τα οφέλη που εισφέρουν στην οικονομία. Αντίθετα, μια αντίληψη ανοιχτή στην ενσωμάτωση των μεταναστών, στη διεύρυνση των δικαιωμάτων τους και στην αναγνώριση της αυτοτελούς αξίας τους για την κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη αντλεί ασφαλώς από το ιδεολογικό οπλοστάσιο της Aριστεράς. Ωστόσο, η συζήτηση για το μεταναστευτικό είναι βαθιά πολιτική και για έναν επιπλέον λόγο.
Ως τέχνη του εφικτού, η πολιτική για το μεταναστευτικό στερείται σοβαρότητας εάν δεν λαμβάνει υπόψη τα αντικειμενικά-πραγματολογικά δεδομένα του προβλήματος. Στερούνται πολιτικής σοβαρότητας απόψεις που, εν ονόματι μιας κακώς νοούμενης ιδεολογικής «καθαρότητας», υποστηρίζουν το άνοιγμα των συνόρων σε κάθε ξένο, τη νομιμοποίηση των μεταναστών άνευ όρων ή την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας με συνοπτικές διαδικασίες.
Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη η ιδεολογική και πολιτική προσέγγιση του μεταναστευτικού φαινομένου από το κομματικό σύστημα αποτελεί το καθοριστικότερο κριτήριο για την ταξινόμηση ενός πολιτικού κόμματος στον χώρο της αντισυστημικής, άκρας Δεξιάς. Για παράδειγμα, στη Γαλλία οι ρατσιστικές-ξενοφοβικές θέσεις εναντίον της ενσωμάτωσης και αναγνώρισης βασικών δικαιωμάτων των μεταναστών έχουν απομονωθεί από τα κόμματα εξουσίας, όπως βέβαια και από την Αριστερά, ως επικίνδυνες και αντίθετες προς τον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο Σαρκοζί θα χαρακτηριζόταν «ανοιχτός» ή προοδευτικός ως προς το μεταναστευτικό, όμως δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει πλειοψηφικό ρεύμα στη γαλλική κοινωνία εάν δεν υποστήριζε πολιτικές ενσωμάτωσης και διασφάλισης των δικαιωμάτων, ιδίως της δεύτερης γενιάς μεταναστών.
Δεν χωρεί σήμερα αμφιβολία ότι η ελληνική οικονομία και κοινωνία θα κλυδωνίζονταν χωρίς τη συνεισφορά των μεταναστών, κυρίως σε αγροτικές, οικοδομικές ή οικιακές εργασίες. Tαυτόχρονα, σημαντικό τμήμα της ελληνικής υπαίθρου θα αποψιλωνόταν εάν δεν είχαν εγκατασταθεί μετανάστες σε παραγωγικές ηλικίες. Με αυτά τα δεδομένα, το πολιτικό δίλημμα στο μεταναστευτικό πρόβλημα είναι ξεκάθαρο. Θέλουμε οι άνθρωποι που φροντίζουν τα παιδιά και τους ηλικιωμένους γονείς μας και αναλαμβάνουν τις πιο «άχαρες» εργασίες να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία ή επιλέγουμε να ζουν ως απόβλητοι, περιθωριοποιημένοι και γκετοποιημένοι; Θα ζημιωνόταν η χώρα μας εάν κατοχυρωνόταν για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς το δικαίωμα να αποκτήσουν, υπό εύλογες προϋποθέσεις, την ελληνική ιθαγένεια; Μήπως η συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές αποτελεί τελικά στοιχειώδες δικαίωμα για ανθρώπους που έδωσαν ζωή σε εγκαταλελειμμένους δήμους;
Όσοι ποντάρουν σε κρυπτορατσιστικά και ξενοφοβικά σύνδρομα για να αντλήσουν εκλογικά οφέλη, σε κάθε σύγχρονη πλουραλιστική δημοκρατία απομονώνονται πολιτικά. Αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα εάν θα συμβεί κάτι παρόμοιο και στη χώρα μας.

11/1/10

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.1.2010

Tο νομοσχέδιο του υπουργείου Eσωτερικών σχετικά με αλλοδαπούς που διαμένουν μακροχρόνια στην Eλλάδα αφορά ζητήματα καίριας σημασίας για το μέλλον της χώρας, αφού τις τελευταίες δεκαετίες διαβιοί σ’ αυτή μεγάλος αριθμός αλλοδαπών, με περαιτέρω αυξητική τάση. Aφετηρία του προβληματισμού θα έπρεπε να αποτελεί το γεγονός ότι ο γηγενής πληθυσμός αντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα υπογεννητικότητας. Eπομένως η διατήρηση της θέσης της χώρας στους παγκόσμιους και τους περιφερειακούς γεωπολιτικούς συσχετισμούς και στους αντίστοιχους καταμερισμούς εργασίας απαιτεί ενεργές παρεμβάσεις, για την αντιμετώπιση της προδιαγραφόμενης μείωσης και γήρανσης του πληθυσμού. Tέτοιες θα μπορούσαν πρωτίστως να είναι παρεμβάσεις δημογραφικής πολιτικής, όπως π.χ. σοβαρά γονικά επιδόματα, και άλλες παροχές, υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικά βάρη για τους άτεκνους κ.ά. Tούτο μάλιστα αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο όμως έχει μείνει γράμμα κενό. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η μεταναστευτική μας πολιτική μπορεί και πρέπει να συμβάλει στον στόχο της διατήρησης του πληθυσμού, με παράλληλη μέριμνα να πρόκειται για ανθρώπους ενσωματώσιμους στην ελληνική κοινωνία, αφού διαφορετικά αντί να αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα το επιτείνουμε.
Tο αποφασιστικό κριτήριο πολιτογράφησης λοιπόν πρέπει να είναι η δυνατότητα ενσωμάτωσης, που θα μπορούσε να διαπιστώνεται με αντικειμενικό και αδιάβλητο τρόπο, όπως ιδίως η διεξαγωγή σε τακτά διαστήματα εξετάσεων για τις γνώσεις των ενδιαφερομένων σε θέματα ελληνικής γλώσσας και ιστορίας, σε συνδυασμό με την αποδεδειγμένη διαμονή στη χώρα για αρκετό χρονικό διάστημα και τη μη ύπαρξη ποινικής καταδίκης για σοβαρά αδικήματα. Tο άρθρο 4 του νομοσχεδίου του υπουργείου Eσωτερικών καθιερώνει ωστόσο μία διαδικασία πολιτογράφησης (σε αντικατάσταση του σημερινού άρθρου 7 του Kώδικα Eλληνικής Iθαγένειας) η οποία δεν περιβάλλεται από εχέγγυα αντικειμενικότητας, αφού παρέχει διακριτική ευχέρεια για την εκτίμηση της ένταξης του αλλοδαπού στην ελληνική κοινωνία σε μια πενταμελή επιτροπή, αποτελούμενη κατά πλειοψηφία από διοικητικούς υπαλλήλους, χωρίς να κατοχυρώνεται καν η λειτουργική ανεξαρτησία των τελευταίων. Aντίθετα, για τέκνα αλλοδαπών τα οποία έχουν γεννηθεί στην Eλλάδα το άρθρο 1 του νομοσχεδίου προβλέπει ότι αυτά αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια με απλή δήλωση των γονέων τους, υπό την προϋπόθεση ο ένας από τους γονείς να έχει πενταετή νόμιμη παραμονή στη χώρα, ή ακόμη και χωρίς αυτή, αν το τέκνο έχει παρακολουθήσει έξι τάξεις του ελληνικού σχολείου. Eτσι όμως δεν διασφαλίζεται η ενταξιμότητα του τέκνου που αποκτά την ιθαγένεια, αφού δεν απαιτείται η επιτυχής φοίτηση, αλλά απλή παρακολούθηση.
Διαφορετικό είναι το θέμα της συμμετοχής στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία προβλέπεται για συγκεκριμένες κατηγορίες αλλοδαπών (ομογενείς, κάτοχοι άδειας διαμονής αορίστου χρόνου κ.λπ.) στα άρθρα 12-17 του νομοσχεδίου. Tούτο αποτελεί εύστοχη πολιτική επιλογή, εφόσον πρόκειται για πρόσωπα που αποδεδειγμένα μετέχουν στην τοπική κοινωνία και έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τη διαχείριση των υποθέσεών της.
Συμπερασματικά, το θέμα του νομοθετικού καθεστώτος των αλλοδαπών και της ελληνικής ιθαγένειας χρειάζεται σοβαρή αντιμετώπιση, χωρίς ξενοφοβικά σύνδρομα αλλά και χωρίς βεβιασμένες κινήσεις. Eξίσου σοβαρή αντιμετώπιση χρειάζεται όμως και το θέμα της πραγματικής συμπεριφοράς των δημόσιων υπηρεσιών προς τους αλλοδαπούς, η οποία συχνά αποτελεί αντικίνητρο ενσωμάτωσής τους.

30/12/09

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΨΗΦΟΥ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30.12.2009

Tα πολιτικά δικαιώματα είναι ιστορικά προσδιορισμένα δικαιώματα. Oρισμένα κοινότοπα παραδείγματα μπορούν να τεκμηριώσουν εύκολα αυτήν την «ιστορικότητά» τους, δηλαδή την εξελιξιμότητά τους. Aς υπενθυμίσουμε, λοιπόν, ότι τον 19ο αιώνα, στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, η ψήφος δεν ήταν καθολική αλλά περιορισμένη. H Eλλάδα, στην οποία η καθολική ψήφος καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1864, αποτελούσε τότε μία εξαίρεση. Eπίσης, ότι σε μια πρώτη φάση η καθολική ψήφος δεν ίσχυε για τις γυναίκες - στην Eλλάδα μέχρι το 1952. Tέλος, ότι επί μακρόν ίσχυε το υποχρεωτικό της ψήφου, η παράβαση του οποίου συνεπαγόταν συγκεκριμένες κυρώσεις. Σήμερα, το υποχρεωτικό της ψήφου έχει σχεδόν παντού καταργηθεί ή ατονήσει και στην Eλλάδα, όπου εξακολουθεί να ισχύει, αποτελεί πλέον έναν κανόνα χωρίς νομική κύρωση.
Kάτω από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ειδωθεί και η παροχή δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες, δηλαδή ως εξέλιξη των πολιτικών δικαιωμάτων, που ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα των σύγχρονων κοινωνιών, και όχι ως αλλοίωση αυτών των δικαιωμάτων, όπως θέλουν να την παρουσιάσουν οι πολέμιοί της. Aυτό επιβεβαιώνεται και από την εμπειρία άλλων δημοκρατικών χωρών, όπως η Iσπανία, το Bέλγιο, η Oλλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Nορβηγία, οι οποίες έχουν ήδη αναγνωρίσει το δικαίωμα ψήφου των μεταναστών στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Φυσικά, μια τέτοια ρύθμιση δεν αρκεί να είναι ιστορικά αναγκαία, αλλά θα πρέπει να εναρμονίζεται με το ισχύον εκάστοτε εθνικό Σύνταγμα, αφού κατά την παρούσα ιστορική φάση η αναγνώριση αυτού του δικαιώματος είναι ζήτημα εθνικού συνταγματικού δικαίου και όχι κοινοτικού ή διεθνούς δικαίου.
Oσον αφορά το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, η παροχή δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες στις βουλευτικές εκλογές φαίνεται να αποκλείεται ρητά από το άρθρο 51 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο προϋποθέτει τη σύνδεση του δικαιώματος της ψήφου με την ελληνική ιθαγένεια. Aυτό το εμπόδιο δεν μπορεί να παρακαμφθεί χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος. H συνταγματική διάταξη που αναφέρεται στις αυτοδιοικητικές εκλογές (άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος) κάνει λόγο μόνο για εκλογή των αρχών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης «με καθολική και μυστική ψηφοφορία».
Aρα, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να αφήνει περιθώρια για την παροχή του δικαιώματος της ψήφου και στους μετανάστες, εάν αυτό κριθεί σκόπιμο από τον κοινό νομοθέτη. Ωστόσο, το «γραμματικό επιχείρημα» δεν είναι το μόνο, ούτε το πιο κρίσιμο. Θα πρέπει να ληφθεί περαιτέρω υπόψη ότι στην Eλλάδα οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι προεχόντως όργανα δημόσιας διοίκησης, δηλαδή δεν συγκαθορίζουν την πολιτική κατεύθυνση της χώρας. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι η χορήγηση του δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες επηρεάζει τη διαμόρφωση της γενικής πολιτικής της χώρας, κάτι το οποίο θα δημιουργούσε πράγματι συνταγματικό πρόβλημα με βάση το ισχύον Σύνταγμα. Aπό αυτήν την άποψη η αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου των μεταναστών στις δημοτικές εκλογές, την οποία προανήγγειλε ο υπουργός Eσωτερικών, δεν συναντά συνταγματικά εμπόδια. H ειδικότερη ρύθμιση αυτού του δικαιώματος και οι προϋποθέσεις άσκησής του είναι ζήτημα δημοκρατικής διαβούλευσης, στην οποία έχουν λόγο και οι κοινότητες των μεταναστών.

29/12/09

ΚΑΚΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΗ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 29.12.2009

Mέσα στις γιορτές πολλοί προσφέρουν έστω λίγα χρήματα σε κάποιο ίδρυμα παιδικής προστασίας. Ποιο είναι, όμως, το τοπίο της παιδικής προστασίας σήμερα στη χώρα μας; Kατ’ αρχάς βασική αιτία για παροχή προστασίας σε ανηλίκους δεν αποτελεί πλέον η ορφάνια, αλλά η παραμέληση και η κακοποίηση. Aυτή η πραγματικότητα υπαγορεύει το αίτημα διαφοροποιημένης μέριμνας, καθώς οι ανάγκες ενός ανηλίκου, που έχει υποστεί σοβαρή παραμέληση, σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, εκμετάλλευση ή πορνεία και έχει απομακρυνθεί με την παρέμβαση της Αστυνομίας από το οικογενειακό του περιβάλλον, μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω εξατομικευμένης επιστημονικής προσέγγισης. H πιθανότητα μιας τέτοιας μεταχείρισης φαίνεται, όμως, να εναπόκειται στην τύχη.
Kεντρικός συντονιστικός φορέας ιδρυμάτων, MKO, Αστυνομίας και Δικαστικών Αρχών για την παιδική μέριμνα δεν υφίσταται. Aξιόπιστα συγκεντρωτικά στοιχεία για κακοποιημένα και παραμελημένα παιδιά δεν συλλέγονται, ούτε προβλέπονται ενιαίες κατευθύνσεις λειτουργίας των δομών προστασίας, που οργανώνονται υπό διαφορετικές νομικές μορφές και λειτουργούν χωρίς δεσμευτικές, επιστημονικές κατευθύνσεις. H πορεία ενός παιδιού, που ύστερα από μια καταγγελία απομακρύνεται από το νοσηρό περιβάλλον, επαφίεται συνεπώς σε τυχαίους παράγοντες. Oι εισαγγελικές Αρχές και οι κοινωνικοί λειτουργοί, που καλούνται να προστατεύσουν τα παιδιά, γνωρίζουν αυτήν την αβεβαιότητα. Kαθώς δεν λειτουργεί σύστημα αναδοχής, τα παιδιά καταλήγουν σε κάποια στέγη προστασίας ή ίδρυμα, με γνώμονα τη διαθεσιμότητα και όχι με βάση ορθολογικά κριτήρια.
Eνα παιδί που έχει κακοποιηθεί σωματικά από τους γονείς του μπορεί να βρεθεί σε έναν χώρο με ανηλίκους που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση ή μεγάλωσαν στον δρόμο και μπαίνουν για πρώτη φορά σε σχολική τάξη στα δέκα τους χρόνια ή με έφηβες που έχουν διασωθεί από την πορνεία. H στέγη, η ένδυση και η σίτιση δεν αποτελούν τη μόνη ανάγκη αυτών των παιδιών. Oι καλές προθέσεις και η διάθεση προσφοράς ενός διοικητικού συμβουλίου, η αυτοθυσία του συνήθως ανειδίκευτου και ανεπαρκούς προσωπικού, που αποτελούν την καλή εκδοχή της οργάνωσης ενός μέσου ιδρύματος, δεν συνιστούν σοβαρή προσπάθεια εξασφάλισης του μέλλοντος των κακοποιημένων και παραμελημένων παιδιών, που χωρίς ψήφο, χωρίς γονείς δεν έχουν καν φωνή που να ακούγεται από την πολιτική εξουσία.
Aν τις ημέρες των γιορτών επισκεφθεί κανείς ένα ίδρυμα, θα εντυπωσιαστεί από τα δώρα που το πλημμυρίζουν. Mπορεί ένα παιδί σε ίδρυμα να έχει περισσότερα ρούχα από εκείνο μιας οικονομικά ασθενούς οικογένειας. Δώρα που μπορεί και να το βλάπτουν, δομώντας έναν νέου τύπου ιδρυματισμό. Tο ιδρυματικό παιδί εκτίθεται σε υλικά αγαθά προσφοράς, χωρίς να αντιλαμβάνεται την αξία τους και χωρίς να καλύπτεται η πραγματική του ανάγκη, που είναι πρόσωπα που θα το διδάξουν την αξία κάθε αντικειμένου, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει αυτοδύναμα όταν ενηλικιωθεί και βρεθεί εκτός της προστατευτικής δομής.
Aυτό που απαιτείται για τα κακοποιημένα παιδιά είναι ένα συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας και ελέγχου των δομών, με επιστημονική γνώση και κυρίως με ρεαλιστική δυνατότητα εφαρμογής. Xρειάζεται σύστημα αναδοχών και εξειδικευμένο προσωπικό, που να ακολουθεί συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Aπαιτείται, επιτέλους, η πολιτεία να ανταποκριθεί στη συνταγματική της υποχρέωση για προστασία της παιδικής ηλικίας.

16/12/09

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 16.12.2009

Με ποιο κριτήριο αξιολογεί η κοινή γνώμη, και τελικά το εκλογικό σώμα, τις επιδόσεις μιας κυβέρνησης; Είναι διάχυτη –αλλά εσφαλμένη νομίζουμε– η αντίληψη ότι οι πολίτες αποδίδουν μεγάλη σημασία στην τήρηση των προεκλογικών υποσχέσεων ή δεσμεύσεων του κυβερνώντος κόμματος. Εξάλλου, στα δικομματικά πολιτικά συστήματα, όπως το ελληνικό, οι εκλογείς δεν ψηφίζουν τόσο με βάση το προεκλογικό πρόγραμμα των δύο μεγάλων κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία, αλλά αποτιμώντας κυρίως το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών που ακολούθησε η κυβέρνηση, πριν από τις εκλογές. Μάλιστα, όπως δείχνει η ελληνική εμπειρία –αλλά το φαινόμενο είναι γενικότερο–, αυτό που τελικά αποκτά μεγαλύτερη σημασία, είναι η αντίληψη που έχει διαμορφώσει το εκλογικό σώμα για την ικανότητα της κυβέρνησης να υπηρετήσει το γενικό συμφέρον.
Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι αν η πολιτική μιας κυβέρνησης ανταποκρίνεται πλήρως στο πρόγραμμα που προτάθηκε στους εκλογείς και το οποίο συνήθως αναπαράγεται, με κάποιες συγκεκριμενοποιήσεις, στις προγραμματικές της δηλώσεις κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης.
Σε έναν κόσμο όπου τα κράτη γίνονται ολοένα και πιο αλληλοεξαρτώμενα και οι κυβερνήσεις τους λειτουργούν σε ένα πλαίσιο που καθορίζεται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τις κυβερνήσεις άλλων κρατών, από τις διεθνείς αγορές, και επιπλέον, στην περίπτωση της Ελλάδας, από τις αποφάσεις και τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κανένα προεκλογικό πρόγραμμα δεν μπορεί να μείνει αμετάβλητο. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν μια χώρα βρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου οικονομικής ανάγκης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας. Αυτό λοιπόν που προσδοκούν οι πολίτες από τη νέα ελληνική κυβέρνηση είναι πρωτίστως η αποτελεσματικότητα της πολιτικής της για να αποσοβηθεί η οικονομική καταστροφή της χώρας.
Από την άποψη αυτήν, η κυβέρνηση, η οποία άλλωστε κατά το Σύνταγμα είναι εκείνη που καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας, οφείλει να αντισταθεί στις πιέσεις που προέρχονται από τα άλλα κόμματα, από το ίδιο το κυβερνών κόμμα, από τα συνδικάτα, από τις συντεχνίες του δημόσιου τομέα, αλλά και από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που τη στηρίζει, στην οποία όμως θα πρέπει να δώσει έναν πιο ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής της, και να λάβει τις αναγκαίες, έστω και αντιδημοφιλείς, αποφάσεις, που υπηρετούν το γενικό συμφέρον.
Τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν για την περιστολή των δημόσιων δαπανών είναι σημαντικά αλλά θα έπρεπε να είναι πιο δραστικά, για παράδειγμα, όσον αφορά τους υψηλόμισθους δημόσιους υπαλλήλους, ο αριθμός των οποίων είναι μεγαλύτερος απ’ ό,τι νομίζεται, και να καταλαμβάνουν και άλλες δαπάνες, για παράδειγμα, την ιδιαίτερα υψηλή, για τα ελληνικά δεδομένα, κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων.

15/12/09

ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 15.12.2009

H εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη αρχηγού στη Nέα Δημοκρατία επανέφερε στο προσκήνιο την επίδραση του ιδεολογικού λόγου στις πολιτικές αντιμαχίες. Oπως επισήμαναν αρκετοί αναλυτές, η επικράτηση του Aντώνη Σαμαρά οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην άρθρωση από την πλευρά του ενός σαφούς πολιτικού μηνύματος προς τα μέλη και τους υποστηρικτές του κόμματος, που είχε ως επίκεντρο μια παραδοσιακή, λαϊκή-κοινωνική, συντηρητική και εθνική-πατριωτική δεξιά ιδεολογία, σε αντίθεση προς τη νεοφιλελεύθερη, κεντροδεξιά και «εκσυγχρονιστική» για τα δεδομένα της δεξιάς παράταξης αντίληψη που εξέφραζε η Nτόρα Mπακογιάννη.
Aσφαλώς αυτή η διαφοροποίηση ανάμεσα στον πολιτικό λόγο των δύο βασικών διεκδικητών της κομματικής ηγεσίας δεν αποτέλεσε τον μοναδικό παράγοντα που επηρέασε τους δεξιούς ψηφοφόρους, όμως προσέδωσε μία νέα, κρίσιμη διάσταση στην εκλογική αντιπαράθεση. H ιδεολογικοποίηση της διαδικασίας υπήρξε όμως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο για την πολιτική ανάλυση, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στη δεξιά παράταξη η καλλιέργεια του διαλόγου γύρω από ιδεολογικές αποχρώσεις υπήρξε μάλλον υποβαθμισμένη. Eίναι επίσης αξιοσημείωτο ότι τελικά επικράτησε ο πολιτικός λόγος με τη μεγαλύτερη αμεσότητα και «καθαρότητα», υπό την έννοια ότι η ιδεολογική πλατφόρμα που επεξεργάστηκε ο A. Σαμαράς δεν επιχείρησε τον εξωραϊσμό ή το «στρογγύλεμα» πάγιων και διαχρονικών αξιών και θέσεων της Δεξιάς, εν ονόματι του ανοίγματος στον λεγόμενο μεσαίο χώρο, αλλά στόχευσε στην καρδιά του ακροατηρίου που συγκροτεί την παραδοσιακή και αμετακίνητη δεξαμενή των δεξιών ψηφοφόρων. Mια παρόμοια ιδεολογικοποίηση της αντιπαράθεσης στην αντίστοιχη εσωκομματική διαδικασία που ακολουθήθηκε από το ΠAΣOK τον Nοέμβριο του 2007, δεν εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως ορατή. Παρ’ όλα αυτά, και στην περίπτωση του ΠAΣOK δεν θα ήταν άστοχο να υποστηριχθεί ότι η επικράτηση του Γιώργου Παπανδρέου έναντι του Eυάγγελου Bενιζέλου υπέκρυπτε έως ένα σημείο την επιστροφή στις ρίζες του παπανδρεϊκού λόγου, σε αντιπαράθεση προς το πρόταγμα του εκσυγχρονισμού που είχε ηγεμονεύσει κατά την κυβερνητική οκταετία 1996-2004.
Ποικίλα πολιτικά συμπεράσματα μπορούν να συναχθούν από τις προηγούμενες παρατηρήσεις. Πρώτα απ’ όλα, ότι η εκλογική ήττα ενός κόμματος εξουσίας, ιδίως όταν πραγματοποιείται υπό όρους πολιτικής ταπείνωσης, όπως συνέβη για τη Nέα Δημοκρατία στις εκλογές του περασμένου Oκτωβρίου, προκαλεί την ανάγκη για αναμόχλευση και αποσαφήνιση ιδεολογικών ζητημάτων και για απομάκρυνση από ιδεολογήματα που συνδέονται στο συλλογικό φαντασιακό με την εκλογική αποτυχία. Eν προκειμένω, η πολιτική του μεσαίου χώρου καταδικάστηκε και υποχώρησε μπροστά σε μια ιδεολογία που συσπειρώνει και διεγείρει τα παραδοσιακά δεξιά αντανακλαστικά.
Πέρα από αυτό, όμως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι σύγχρονες κομματικές και πολιτικές αντιμαχίες δεν έχουν αποϊδεολογικοποιηθεί στον βαθμό που προβάλλουν αρκετές σχολές πολιτικής επιστήμης. Oι ψηφοφόροι δεν αποφασίζουν μόνο a la carte, ούτε ακολουθούν τυφλά τους κομματικούς μηχανισμούς ή τους επαγγελματίες της (τηλε)πολιτικής επικοινωνίας. Oσοι επαγγέλθηκαν την εξαφάνιση των ιδεολογιών από την πολιτική αρένα φαίνεται πως βιάστηκαν. Aπομένει, ωστόσο, να διαπιστωθεί σε ποιο βαθμό αυτές οι ιδεολογίες έχουν πράγματι αντίκρισμα στη σημερινή ιστορική πραγματικότητα ή συνιστούν κακέκτυπα «ψευδούς συνείδησης».

14/12/09

ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 14.12.2009

Η δέσμη μέτρων για τη διαφάνεια και την καταπολέμηση της διαφθοράς που προανήγγειλε την προηγούμενη εβδομάδα ο υπουργός Δικαιοσύνης περιέχει ορισμένα εντυπωσιακά στοιχεία, άξια εξέτασης και σχολιασμού.
Το πρώτο μέτρο είναι η δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν έχουν περιληφθεί στη δήλωση «πόθεν έσχες» των πολιτικών και των άλλων υπόχρεων προσώπων, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Πρόκειται για εξαιρετικά αυστηρή κύρωση, με αμφίβολη δυνατότητα υλοποίησης, ιδίως αν τα περιουσιακά στοιχεία (π.χ. ακίνητα ή καταθέσεις) βρίσκονται στο εξωτερικό, ενώ ακόμη και για την Ελλάδα τίθεται θέμα σε σχέση με τη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας.
Ούτως ή άλλως, όμως, η πρακτική αχρήστευση του «πόθεν έσχες» δεν οφείλεται στην ηπιότητα των προβλεπόμενων κυρώσεων, αλλά στην ανυπαρξία ελεγκτικού μηχανισμού. Μένει λοιπόν να δούμε αν και πώς θα υλοποιηθούν οι γενικόλογες εξαγγελίες του αρμόδιου υπουργού περί ενίσχυσης του τελευταίου. Το πιο αποτελεσματικό θα ήταν να ιδρυθεί ειδική Ανεξάρτητη Αρχή, να εξοπλιστεί με την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή και να στελεχωθεί με εξειδικευμένο προσωπικό, αλλά κάτι τέτοιο μάλλον δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.
Περαιτέρω, η νομοθετική πρόβλεψη της έκπτωσης από το κατεχόμενο αξίωμα όσων δημόσιων αξιωματούχων μετέχουν σε off shore εταιρείες αφενός θα είναι αντισυνταγματική αν πρόκειται για βουλευτές (αφού τα κωλύματα και τα ασυμβίβαστα γι’ αυτούς ορίζονται περιοριστικά στα άρθρα 56-57 του Συντάγματος) και αφετέρου στερείται ουσίας για τους υπουργούς, αφού ο πρωθυπουργός μπορεί να τους παύσει (άρθρο 37 παρ. 1 Συντ.) χωρίς να χρειάζεται αιτιολόγηση.
Θετικό μέτρο, από τις υπουργικές εξαγγελίες, είναι η παροχή κινήτρων (υπό μορφή της απαλλαγής τους από ποινικές κυρώσεις) σε όσους συμμετείχαν σε υποθέσεις κρατικής διαφθοράς και δίνουν πληροφορίες ικανές να οδηγήσουν στη διαλεύκανσή τους.
Το ζήτημα ωστόσο εδώ δεν είναι τόσο η έλλειψη πληροφοριών όσο μάλλον η απροθυμία ή η ατολμία της ποινικής δικαιοσύνης να αγγίξει «ευαίσθητες» υποθέσεις πολιτικής διαφθοράς.
Έτσι π.χ. στην υπόθεση Siemens υπάρχει εδώ και πολλούς μήνες απόφαση γερμανικού ποινικού δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Μονάχου), σύμφωνα με την οποία η εταιρεία αυτή δωροδοκούσε συστηματικά τα δύο μεγάλα ελληνικά κόμματα, με ονομαστική αναφορά στους ταμίες τους. Παρά το γεγονός ότι τούτο έλαβε ευρεία δημοσιότητα στη χώρα μας, η αρμόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ουδόλως φαίνεται να συγκινήθηκε ούτε δόθηκε οποιαδήποτε συνέχεια στο θέμα.
Το κυριότερο πρόβλημα ωστόσο είναι ότι, εκτός από το «πόθεν έσχες» των πολιτικών προσώπων, ανέλεγκτα μένουν στην πράξη και τα οικονομικά των κομμάτων. Το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο έχει θεσπισθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην εφαρμόζεται.
Αν το πολιτικό σύστημα επιθυμεί ειλικρινά την αυτοκάθαρσή του, τότε και ο έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων πρέπει να ανατεθεί σε ειδική Ανεξάρτητη Αρχή ή στο Ελεγκτικό Συνέδριο, αφού άλλωστε αυτά λαμβάνουν και γενναιόδωρες κρατικές χρηματοδοτήσεις, πέρα από εταιρικές δωροδοκίες. Είναι ωστόσο αμφίβολο αν στην πραγματικότητα υφίσταται πολιτική βούληση για κάτι τέτοιο.

1/12/09

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 1.12.2009

Τις τελευταίες εβδομάδες διαδραματίζεται μια απεγνωσμένη προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει το δημόσιο έλλειμμα και να αναθερμάνει την οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό επιχορηγήσεις, επιδόματα και αμοιβές για συμμετοχές σε διοικητικά συμβούλια και επιτροπές περικόπτονται, μισθοί και συντάξεις πάνω από ένα ύψος παγώνουν ή μειώνονται, οι στρατιωτικές δαπάνες συρρικνώνονται και η μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης τίθεται σε άμεση προτεραιότητα. Ταυτόχρονα εξαγγέλλεται ότι επιτέλους θα αξιοποιηθούν οι κοινοτικοί πόροι του ΕΣΠΑ για την προώθηση επενδύσεων και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Πράγματι, θεωρείται αξιοπερίεργο πώς η προηγούμενη κυβέρνηση «κατόρθωσε» την περίοδο 2007-2009 να απορροφήσει κοινοτικούς πόρους σε ποσοστό μόλις 3% επί του συνόλου του ΕΣΠΑ 2007-2013, τη στιγμή που η οικονομία είχε ήδη εισέλθει σε ύφεση. Κατ ουσίαν η συγκεκριμένη επίδοση αποτελεί απτό δείγμα της παντελούς διοικητικής-οργανωτικής αναποτελεσματικότητας και της αδυναμίας της προηγούμενης κυβέρνησης να προωθήσει την αξιοποίηση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων, δηλαδή του σημαντικότερου εργαλείου που διαθέτει η χώρα για την αναθέρμανση της οικονομίας και τον εκσυγχρονισμό του κράτους.
Ωστόσο, η μείωση των δημόσιων δαπανών και η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ δεν επαρκούν. Κρίσιμο είναι παράλληλα να προχωρήσει η αναδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού και να περιοριστούν οι περιττές δαπάνες που προκαλεί η γραφειοκρατία, ιδίως οι περίπλοκες και χρονοβόρες διαδικασίες στις συναλλαγές του πολίτη και του επιχειρηματία με τη Δημόσια Διοίκηση. Σύμφωνα με μελέτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΟΟΣΑ, η εξοικονόμηση πόρων από τον περιορισμό της γραφειοκρατίας στη χώρα μας θα μπορούσε να ανέρχεται σε περίπου 3 δισ. ευρώ ετησίως, αφού σήμερα τα ανώφελα διοικητικά βάρη επιβαρύνουν με το 6,8% του ΑΕΠ, χωρίς να υπολογίζονται οι χιλιάδες χαμένες εργατοώρες. Το αντίστοιχο ποσοστό του κόστους της γραφειοκρατίας στα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ανέρχεται κατά μέσον όρο σε 3,5% του ΑΕΠ, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην πρώτη θέση μεταξύ αυτών, με σημαντικές επιπτώσεις για την επιχειρηματικότητα.
Η καταπολέμηση της γραφειοκρατικής σπατάλης προϋποθέτει ευρείες αναδιαρθρώσεις δημόσιων υπηρεσιών, κατάργηση άχρηστων υποχρεώσεων πληροφόρησης, απλούστευση και βελτίωση της νομοθεσίας, μετακινήσεις προσωπικού, εξορθολογισμό των μορφών παρέμβασης του κράτους στην ίδρυση και λειτουργία των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων που θίγονται αμεσότερα, αλλά και διαρκή αξιολόγηση του έργου της Δημόσιας Διοίκησης. Αφετηρία μιας τέτοιας μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας αποτελεί η καταγραφή του οικονομικού κόστους που προκαλούν άστοχες νομοθετικές ρυθμίσεις και διοικητικές αγκυλώσεις, αποτίμηση της λειτουργίας όλων των δημόσιων υπηρεσιών και κατάργηση των διοικητικών επιβαρύνσεων που κρίνονται περιττές.
Δεν αρκεί, συνεπώς, η αξιοποίηση των «παγωμένων» κοινοτικών κονδυλίων, ούτε οι περικοπές σε αμοιβές και επιδόματα για να τονωθεί η αγορά και να τιθασευθούν τα ελλείμματα. Τη σημαντικότερη κυβερνητική πρωτοβουλία θα πρέπει να αποτελέσει, τελικά, η μεταμόρφωση του ίδιου του κρατικού μηχανισμού, που λειτουργεί σε ποικίλους τομείς ως εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη, παράγοντας περιττά διοικητικά βάρη και απασχολώντας χιλιάδες υπαλλήλους σε αντιπαραγωγικές και κοστοβόρες διαδικασίες. Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο, η ανάταξη της οικονομίας συνδέεται σήμερα επιτακτικά με τον μετασχηματισμό της Δημόσιας Διοίκησης, με γνώμονα μια νέα αντίληψη για τη σχέση κράτους, οικονομίας και κοινωνίας πολιτών.

17/11/09

ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 17.11.2009

Το «έτος μηδέν» για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης φαίνεται πως είναι πολύ πιο κοντά από ό,τι προβλεπόταν. Η μέρα που τα ασφαλιστικά ταμεία δεν θα μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους -ιδίως συντάξεις και δαπάνες υγείας- δεν απέχει περισσότερο από μια πενταετία, όπως προκύπτει από πρόσφατες, έγκυρες έρευνες. Την ίδια ώρα το υψηλό έλλειμμα και το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος καθιστούν δυσχερέστατη την κάλυψη των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού συστήματος από τον κρατικό προϋπολογισμό, δεδομένου άλλωστε ότι πρακτικά η οικονομία τελεί ήδη σε καθεστώς επιτήρησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι συναρμόδιοι υπουργοί Οικονομικών και Εργασίας έχουν αντιληφθεί την έκταση και την ένταση του προβλήματος. Οι μεσοπρόθεσμες δημοσιονομικές εξελίξεις συναρτώνται πρωτίστως από την αντιμετώπιση του ασφαλιστικού. Η απερίσκεπτη διαχείριση και αυτού του πεδίου από την προηγούμενη Κυβέρνηση, αλλά και οι έκνομες επιλογές της όπως τα δομημένα ομόλογα, σε συνδυασμό με τη διεθνή οικονομική κρίση, τον εκτροχιασμό όλων των οικονομικών μεγεθών και τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, αποκάλυψαν μια εφιαλτική πραγματικότητα. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα είναι επιβεβλημένο να ληφθούν άμεσα αποφάσεις για την αναδιάρθρωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και, ευρύτερα, των πολιτικών απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας.
Κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο το πώς θα διασωθεί η δημόσια ασφάλιση στη χώρα μας, αλλά και ποιος θα πληρώσει τις αλλαγές. Θα επιλεγεί, δηλαδή, εν μέσω ενός διαχεόμενου πανικού για το μέλλον της ασφάλισης, να εισαχθούν αυξήσεις στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, μείωση των παροχών, συρρίκνωση της αναδιανεμητικής λειτουργίας του συστήματος και αύξηση των εισφορών των εργαζομένων; Ή θα επιχειρηθεί ο εξορθολογισμός του συστήματος χωρίς μείζονες κοινωνικές επιπτώσεις; Και κατά πόσον εμφανίζεται εφικτή η δεύτερη αυτή επιλογή, χωρίς ταυτόχρονα να μεταφερθεί ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση και ρίσκο στις μελλοντικές γενιές, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει ολοκληρωτικά η αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών, ως συστατικό στοιχείο συστημάτων με διανεμητικό χαρακτήρα όπως το ελληνικό;
Ωστόσο, πριν από οποιαδήποτε παραμετρική μεταβολή με μείζονες κοινωνικές επιπτώσεις, η πολιτεία οφείλει να λάβει μέτρα για να ενισχύσει τη χρηματοδοτική ικανότητα του ασφαλιστικού συστήματος, επιχειρώντας τομές σε τέσσερα επίπεδα: Πρώτον, αποτελεσματική καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και της εισφοροαποφυγής. Δεύτερον, αξιοποίηση της περιουσίας των ασφαλιστικών φορέων, που σήμερα παρουσιάζει εξαιρετικά χαμηλή απόδοση. Τρίτον, έλεγχος των εξοργιστικών, περιττών δαπανών υγείας, που διογκώνονται από συγκεκριμένες συντεχνίες και ιδιωτικά συμφέροντα. Τέταρτον, προώθηση νέων πολιτικών απασχόλησης και εισδοχή όλων των μορφών εργασίας στην κοινωνική ασφάλιση.
Μόνον εφόσον επιτευχθεί εξορθολογισμός στη λειτουργία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, μπορεί να θεωρηθεί πολιτικά και κοινωνικά νομιμοποιημένη οποιαδήποτε επιδείνωση της θέσης των ασφαλισμένων. Για τη συντριπτική πλειονότητα των συνταξιούχων το εισόδημά τους δεν αρκεί σήμερα για να διαβιούν με αξιοπρέπεια. Για τον διαρκώς αυξανόμενο στρατό των ανέργων η μέριμνα της πολιτείας είναι πενιχρή. Για τον μέσο εργαζόμενο το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης δεν προσφέρει πλέον καμία αίσθηση ασφάλειας. Η αξιοπιστία της νέας Κυβέρνησης δεν εξαρτάται λοιπόν αποκλειστικά από τη διαχείριση της δημοσιονομικής εκτροπής, αλλά εξίσου από τη διασφάλιση βασικών εγγυήσεων κοινωνικής προστασίας.

3/11/09

ΟΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 3.11.2009

Σε μια περίοδο που η ανεργία καλπάζει και η φτώχεια έχει εγκατασταθεί πλέον σε ευρέα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, οι συγκρούσεις που προκαλεί το ζήτημα των προσλήψεων στο Δημόσιο δεν εκπλήσσουν. Για χιλιάδες οικογένειες, εδώ και αρκετές δεκαετίες, όνειρο ζωής αποτέλεσε ο διορισμός στο Δημόσιο, ως επιλογή που διασφαλίζει αξιοπρεπή βιοπορισμό και σταθερή επαγγελματική εξέλιξη, ενδεχομένως χωρίς αυξημένες υποχρεώσεις για όσους δεν αντιλαμβάνονται, όπως θα όφειλαν, τη δημοσιοϋπαλληλία ως λειτούργημα. Πολύ περισσότερο σήμερα, που η οικονομική κρίση συρρικνώνει τις ευκαιρίες πλήρους απασχόλησης ή επιχειρηματικής πρωτοβουλίας στον ιδιωτικό τομέα, το παραδοσιακό όνειρο της «αποκατάστασης» στο Δημόσιο για μεγάλο αριθμό ικανών νέων ανθρώπων μετατρέπεται σε σανίδα σωτηρίας.
Βέβαια η πρόσληψη στο Δημόσιο δεν έπαψε να προσεγγίζεται από την ελληνική κοινωνία ως διαδικασία άρρηκτα συναρτημένη με την πολιτική διαμεσολάβηση, τα πελατειακά δίκτυα και τις κομματικές διασυνδέσεις. Σε μια πολιτεία που δεν εμπνέει καμία εμπιστοσύνη στον πολίτη, ούτε πείθει ότι είναι προσανατολισμένη στην προστασία, την εξυπηρέτηση και τη μέριμνα γι’ αυτόν, η αναμενόμενη αντίδραση δεν είναι άλλη από τη διάχυση της διαφθοράς, της ανομίας και των σχέσεων «συνενοχής» σε όλα τα επίπεδα διασταύρωσης κράτους και κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, ορθολογική επιλογή των πολιτών είναι να επιβιώσουν μετέχοντας στο παρασιτικό μοντέλο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας.
Ποιους χρειάζεται όμως το Δημόσιο; Πώς αξιοποιούνται όσοι τελικά προσλαμβάνονται; Πόσοι θα επέλεγαν να εργαστούν στο Δημόσιο εάν η απόδοση αξιολογούνταν και οι μισθοί προσδιορίζονταν με γνώμονα και την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων; Πώς μπορεί να διασφαλιστεί τελικά τόσο η αξιοκρατία στο σύστημα προσλήψεων όσο και η κάλυψη των προκηρυσσόμενων θέσεων από τους κατάλληλους ανθρώπους, που αποτελούν δύο αλληλένδετα, αλλά διαφορετικά αιτήματα;
Ο νέος υπουργός Εσωτερικών επέδειξε τόλμη και αποφασιστικότητα παγώνοντας όλες τις προσλήψεις στο Δημόσιο μέχρι να θεσπιστεί ένα νομοθετικό πλαίσιο που θα αποκαθιστά, αν μη τι άλλο, την αξιοκρατία κατά την επιλογή δημοσίων υπαλλήλων. Δεκαπέντε χρόνια μετά την κορυφαία τομή που επέφερε ο «νόμος Πεπονή» και η ίδρυση του ΑΣΕΠ, απαιτείται ριζική αναδιοργάνωση του συστήματος προσλήψεων, αφού έκτοτε οι πελατειακές σχέσεις επικράτησαν πάλι, αφενός με την εισαγωγή δεκάδων εξαιρέσεων στο αρχικά αδιάβλητο νομοθετικό πλαίσιο και αφετέρου μέσω της πριμοδότησης «ημετέρων» και της κακής χρήσης των συνεντεύξεων.
Όμως κατά τη μεταβατική περίοδο προς την αξιακή ανασυγκρότηση του συστήματος προσλήψεων χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μην αδικηθούν άνθρωποι που επένδυσαν δημιουργικά χρόνια προετοιμάζοντας την είσοδό τους στο Δημόσιο με βάση τα μέχρι σήμερα ισχύοντα, επιλέγοντας επί παραδείγματι χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας ή μαθητείας προκειμένου να αποκτήσουν την προβλεπόμενη προϋπηρεσία, αντί να διεκδικήσουν περαιτέρω ακαδημαϊκά προσόντα, αφού μια τέτοια κατανομή στη μοριοδότηση είχε θεσπίσει το κράτος. Η αξιοκρατία και η επιλογή των καταλληλότερων αποτελούν υπέρτατα αγαθά, όμως η κατοχύρωσή τους χωρίς πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε άδικη ή αντισυνταγματική μεταχείριση, αλλά και σε περαιτέρω κλονισμό της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος.

21/10/09

Ο ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 21.10.2009

Με αφορμή την άρνηση ορισμένων βουλευτών να δώσουν τον προβλεπόμενο από το άρθρο 59 του Συντάγματος θρησκευτικό όρκο, ετέθη ξανά το ζήτημα τι ισχύει στην περίπτωση αυτή, δηλαδή αν το Σύνταγμα επιτρέπει ή όχι σε όσους βουλευτές δεν επιθυμούν να δώσουν θρησκευτικό όρκο να αναλάβουν τις δεσμεύσεις που περιέχει η δόση του όρκου, επικαλούμενοι την τιμή και τη συνείδησή τους.
Το άρθρο 3 παρ. 3 του Κανονισμού της Βουλής ορίζει ότι αρνήσεις ή αντιρρήσεις για τη δόση του θρησκευτικού όρκου κατά το άρθρο 59 του Συντάγματος δεν επιτρέπονται, μπορούν όμως να διατυπωθούν πριν από τη δόση του όρκου επιφυλάξεις με γραπτή δήλωση που κατατίθεται στο προεδρείο της Βουλής. Στην πράξη, οι βουλευτές που δεν επιθυμούν να δώσουν θρησκευτικό όρκο παρίστανται στην αίθουσα κατά τη στιγμή της ορκωμοσίας, αλλά δεν υψώνουν το χέρι τους, δηλαδή τυπικά δεν ορκίζονται. Στη συνέχεια, όμως, υπογράφουν το πρωτόκολλo ορκωμοσίας, αφού διαφορετικά δεν μπορούν να αναλάβουν τα καθήκοντά τους, ούτε να λάβουν βουλευτική αποζημίωση.
Η προαναφερθείσα διάταξη του Κανονισμού της Βουλής που δεν επιτρέπει αρνήσεις ή αντιρρήσεις για τη δόση του θρησκευτικού όρκου έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 13 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. Με βάση το άρθρο αυτό θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι οι βουλευτές που για οποιονδήποτε συνειδησιακό λόγο δεν επιθυμούν να δώσουν θρησκευτικό όρκο μπορούν να ορκιστούν με άλλον τρόπο, δηλαδή χωρίς αναφορά στην Αγία Τριάδα, αλλά με επίκληση στην τιμή και τη συνείδησή τους. Αλλιώς, δηλαδή, αν δεν τους παρασχεθεί αυτή η δυνατότητα, η διαδικασία της ορκωμοσίας παραβιάζει την ελευθερία της συνείδησής τους, όπως αποφάνθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του της 18ης Φεβρουαρίου 1999 (Μπουσκαρίνι κατά Σαν Μαρίνο). Το ίδιο ισχύει και για τον όρκο του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά το άρθρο 32 παρ. 2 του Συντάγματος καθώς και για τον όρκο του πρωθυπουργού και των υπουργών, ο οποίος επιβάλλεται από την κοινή νομοθεσία.
Είναι ένα δευτερεύον και καθαρά εθιμοτυπικό ζήτημα αν στις διαδικασίες ορκωμοσίας των βουλευτών, του Προέδρου της Δημοκρατίας και των μελών της κυβέρνησης παρίστανται θρησκευτικοί λειτουργοί. Μια τέτοια παρουσία δεν απαγορεύεται, ούτε ενοχλεί, δεν είναι όμως υποχρεωτική.
Πιο σημαντικό είναι το «πολιτικό» περιεχόμενο του όρκου, ιδίως στην περίπτωση των μελών της κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός και τα άλλα μέλη της κυβέρνησης αναλαμβάνουν με τον όρκο τους το καθήκον να υπηρετούν αποκλειστικά το «γενικό συμφέρον του ελληνικού λαού», χωρίς ιδιωφελείς προσωπικούς ή κομματικούς υπολογισμούς. Η ανταπόκριση της συμπεριφοράς των μελών της κυβέρνησης στο κριτήριο αυτό δεν είναι μόνο ηθικά αλλά και πολιτικά κρίσιμη, όπως αποδείχθηκε με τον πλέον καταφανή τρόπο στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου.