9/9/09

ΠΡΟΩΡΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 9.9.2009

Τα δύο άρθρα του Συντάγματος που επιτάχυναν τις πολιτικές εξελίξεις, δηλαδή το άρθρο 32 Συντ., το οποίο ορίζει τα σχετικά με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και προβλέπει την υποχρεωτική διάλυση της Βουλής και τη διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μετά την τρίτη άκαρπη ψηφοφορία, και το άρθρο 412 Συντ., το οποίο προβλέπει τη διάλυση της Βουλής με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης και αποτέλεσε -όπως και το 2007- τη συνταγματική δίοδο για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, έχουν ένα κοινό στοιχείο: μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις πολιτικές δυνάμεις και ιδίως από τα δύο μεγάλα κόμματα ως μέσα για την επίτευξη των πολιτικών τους στόχων.
Το άρθρο 412 Συντ., όπως διαμορφώθηκε από τον αναθεωρητικό νομοθέτη του 1986, καθιερώνει τη διάλυση της Βουλής «αλά αγγλικά», δηλαδή δίνει τη δυνατότητα στην Κυβέρνηση να επιλέξει ελεύθερα τον χρόνο των εκλογών, με σκοπό τη διατήρηση ή την ενίσχυση του κυβερνώντος κόμματος ή ενδεχομένως -όταν η εκλογική του ήττα φαίνεται πολύ πιθανή- την αποφυγή μιας δραματικής συρρίκνωσής του. Υποτίθεται ότι η Κυβέρνηση θα πρέπει να επικαλεσθεί ως δικαιολογητική περίσταση την ανάγκη αντιμετώπισης εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας και ότι δεν επιτρέπεται η επίκληση του ίδιου θέματος για τη διάλυση της νέας Βουλής. Από τη στιγμή όμως που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει το δικαίωμα να ελέγξει αν πρόκειται για πραγματικό ή κατασκευασμένο εθνικό θέμα ή αν το ίδιο θέμα ήταν η αιτία και για τη διάλυση της προηγούμενης Βουλής, είναι φανερό ότι το άρθρο 412 Συντ. δεν μπορεί, από μόνο του, να εμποδίσει τη χρησιμοποίησή του από την Κυβέρνηση ως «όπλο» εναντίον της αντιπολίτευσης, με κίνδυνο φυσικά να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ εναντίον της ίδιας της Κυβέρνησης.
Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 32 Συντ. Από νομική άποψη το άρθρο αυτό επιτάσσει η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας να γίνει με μία -οποιαδήποτε- από τις πλειοψηφίες που διαδοχικά ορίζει: από την πλειοψηφία των δύο τρίτων κατά την πρώτη ψηφοφορία στη θητεύουσα Βουλή μέχρι τη σχετική πλειοψηφία κατά την τρίτη ψηφοφορία στη νέα Βουλή. Αν υπάρχουν σοβαρές, σταθερές και αντικειμενικές ενδείξεις ότι η θητεύουσα Βουλή έχει απολέσει την αντιπροσωπευτικότητά της, η αξιωματική αντιπολίτευση, επικαλούμενη την υπέρτατη αρχή του Συντάγματος, δηλαδή την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία υπαγορεύει, μεταξύ άλλων, τη μεγαλύτερη δυνατή ανταπόκριση μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, έχει μια επαρκή πολιτικο-συνταγματική δικαιολογία για να αμφισβητήσει τη νομιμοποίηση της θητεύουσας Βουλής να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Όπως και στην περίπτωση της «κυβερνητικής» διάλυσης της Βουλής, έτσι και στην περίπτωση αυτήν, υπάρχει ασφαλώς ένας κομματικός υπολογισμός πίσω από μια τέτοια απόφαση.
Ωστόσο, οι κομματικοί υπολογισμοί αποτελούν, σε μια «δημοκρατία των κομμάτων», φυσιολογικό στοιχείο του ελεύθερου πολιτικού ανταγωνισμού. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η πρόωρη διάλυση της Βουλής δίνει τον λόγο στον λαό.

8/9/09

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΜΙΑ ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 8.9.2009

Η μεγαλύτερη πρόκληση μπροστά στην οποία θα τεθεί η επόμενη κυβέρνηση, μετά τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, είναι ο μετασχηματισμός του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Μία από τις κεντρικές, αν όχι η κορυφαία μεταρρυθμιστική εξαγγελία της Νέας Δημοκρατίας το 2004 ήταν η περίφημη «επανίδρυση» του κράτους, για την οποία δεσμεύτηκαν τεράστιοι κοινοτικοί πόροι από το ΕΣΠΑ, στο πλαίσιο του προγράμματος «Διοικητική Μεταρρύθμιση». Ωστόσο, αυτές οι εξαγγελίες έμειναν στα χαρτιά. Οι κοινοτικοί πόροι έμειναν αναξιοποίητοι. Το κράτος παρουσιάζει σε πολλούς τομείς εικόνα διάλυσης, αναξιοκρατίας, ακραίας διαφθοράς ή και αποσύνθεσης, με τεράστιες επιπτώσεις για την καθημερινότητα των πολιτών, αλλά και για την ίδια τους την ασφάλεια, όπως απέδειξαν κατ’ εξοχήν οι καταστροφικές πυρκαγιές τα δύο τελευταία χρόνια.
Αξιολογώντας τις παθογένειες της δημόσιας διοίκησης διαχρονικά, βασική διαπίστωση αποτελεί ότι η δημόσια γραφειοκρατία αναπτύχθηκε κατά τρόπο υπερτροφικό, πελατειακό και αναποτελεσματικό, αποτυγχάνοντας να αντισταθεί στην υπερπολιτικοποίηση, ενώ οι λειτουργικές της ατέλειες, η χαμηλή ποιότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων και των παρεχόμενων υπηρεσιών, των μηχανισμών ελέγχου και του ανθρώπινου δυναμικού μετέτρεψαν εντέλει τη διοίκηση από ατμομηχανή σε τροχοπέδη για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας. Αυτές τις παθογένειες οξύνει ο γραφειοκρατικός δυϊσμός της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, γεγονός που οδήγησε στη θεμελίωση ενός ιδιότυπου, μη ορθολογικού και με περιορισμένη προβλεψιμότητα και λογοδοσία διοικητικού μηχανισμού.
Οι κυριότερες αλλαγές στις οποίες πρέπει να προχωρήσει η νέα κυβέρνηση έχουν ως αφετηρία την αναδιοργάνωση της ίδιας της λειτουργίας της κυβέρνησης σε ένα μικρό και ευέλικτο σχήμα με επιτελικό ρόλο. Εξίσου αναγκαία με την ενίσχυση του επιτελικού και ρυθμιστικού ρόλου του κράτους είναι η αναβάθμιση της ποιότητας των κανονιστικών ρυθμίσεων, αφού η πολυνομία, η κακονομία και η συνακόλουθη ανομία, σε συνάρτηση με την πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων μεταξύ των επιπέδων της διοίκησης, προκαλούν δυσχέρειες στον πολίτη και εστίες αδιαφάνειας και διαφθοράς. Απαιτείται, επίσης, η διασφάλιση της αξιοκρατίας και της αποτελεσματικότητας, καθώς και η αναβάθμιση και η συνεχής αξιολόγηση του ανθρώπινου δυναμικού. Τέλος, είναι πλέον επιβεβλημένο να εισαχθεί η μέτρηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των δημόσιων υπηρεσιών, αξιοποιώντας σύγχρονα εργαλεία της διοικητικής επιστήμης. Ασφαλώς αυτές οι αλλαγές συνδέονται άρρηκτα με την εμπέδωση μιας νέας διοικητικής κουλτούρας, που προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα ένα νέο ήθος πολιτικής ηγεσίας.
Απαιτείται, λοιπόν, μια θεσμική επανάσταση στη δημόσια διοίκηση, με τη συμμετοχή και τη συναίνεση των πολιτών και προς χάριν της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Η αναδιοργάνωση της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αποτελεί προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη, την ενδυνάμωση του κοινωνικού κράτους και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών μεταβιβάσεων, για την περιβαλλοντική και πολιτική προστασία, εντέλει για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή όλων των επιμέρους δημόσιων πολιτικών. Τα νέα προβλήματα και οι ανάγκες που καλείται να αντιμετωπίσει το κράτος μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο από μια νέα δημόσια διοίκηση, η συγκρότηση της οποίας δεν αποτελεί ουτοπία, αλλά είναι σήμερα εφικτή όσο και αναγκαία.

7/9/09

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 7.9.2009

Το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει ότι «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή με πρόταση της κυβέρνησης... για ανανέωση της λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας». Ο Πρόεδρος, όπως προκύπτει από την οριστική διατύπωση της συνταγματικής αυτής διάταξης («διαλύει» και όχι «μπορεί να διαλύσει»), έχει υποχρέωση να δεχθεί τη σχετική πρόταση της κυβέρνησης, χωρίς καν να εξετάσει αν υφίσταται εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Κατά συνέπεια, το τι συνιστά τέτοιο θέμα και τι όχι καταλήγει να έχει θεωρητικό μόνο ενδιαφέρον.
Η πρόταση ωστόσο, σύμφωνα με το Σύνταγμα, προέρχεται από την κυβέρνηση ως συλλογικό όργανο και όχι ατομικά από τον πρωθυπουργό (ή, πολύ περισσότερο, από τον αρχηγό του κυβερνώντος κόμματος). Γι’ αυτόν τον λόγο η διάλυση της Βουλής και η διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, την οποία εξήγγειλε ο πρωθυπουργός με τηλεοπτικό διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό στις 2 Σεπτεμβρίου 2009, συνιστά καταστρατήγηση του Συντάγματος.
Στην πραγματικότητα τη Βουλή δεν τη διέλυσε ούτε ο τυπικά αρμόδιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας ούτε η ουσιαστική αρμόδια κυβέρνηση, αλλά ο αναρμόδιος πρωθυπουργός, με προσωπική του απόφαση. Το γεγονός ότι την επομένη, 3 Σεπτεμβρίου, πραγματοποιήθηκε μια ολιγόλεπτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, η οποία επικύρωσε τυπικά την ειλημμένη και διακηρυγμένη απόφαση αυτή του πρωθυπουργού, δεν αλλάζει την παραπάνω πραγματικότητα.
Το πιο εξοργιστικό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι από αρκετές ημέρες νωρίτερα μεγάλος αριθμός υπουργών είχε ταχθεί, με δημόσιες δηλώσεις, κατά της διάλυσης της Βουλής και της διεξαγωγής πρόωρων εκλογών. Κατ’ ουσία δηλαδή η πλειοψηφία της κυβέρνησης δεν ήθελε τις πρόωρες εκλογές και πειθαναγκάστηκε να τις προτείνει, συμμορφούμενη προς τη θέληση του πρωθυπουργού.
Ολα αυτά αποτελούν ακόμη μία απόδειξη για το πόσο επιφανειακή και προσχηματική έχει καταντήσει να είναι η λειτουργία των συνταγματικών θεσμών στη σημερινή Ελλάδα. Ο πρωθυπουργός είναι ο απόλυτος άρχων της κυβέρνησης, όχι επειδή είναι πρωθυπουργός, αλλά επειδή είναι ο κληρονομικός ηγεμόνας του κυβερνώντος κόμματος, τα στελέχη του οποίου διατελούν σε σχέση υποτέλειας προς αυτόν. Ετσι, ακόμα και υπουργοί που έχουν δημόσια εκφραστεί αρνητικά για τις πρόωρες εκλογές, αναγκάζονται να τις προσυπογράψουν, γελοιοποιώντας όχι μόνο τους εαυτούς τους, αλλά -αυτό είναι το χειρότερο- και τον θεσμικό τους ρόλο.
Κάτω από τη λεπτή επιφάνεια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μετά βίας κρύβεται η μεσαιωνική πολιτική πραγματικότητα της αιρετής μοναρχίας, όπου στην εξουσία εναλλάσσονται οι κληρονομικοί ηγεμόνες μαζί με έναν συρφετό υποτελών του καθενός τους. Ο ρόλος του θεωρητικά κυρίαρχου λαού περιορίζεται στην επιλογή του ενός ή του άλλου από τους δύο αυτούς σχηματισμούς, οι οποίοι, αν και εμφανίζονται ως πολιτικά κόμματα, κατά βάθος είναι οικογενειακές επιχειρήσεις που εμπορεύονται ψευδαισθήσεις δημοκρατίας με σκοπό το κέρδος. Η πολιτική, η οικονομική και η κοινωνική προοπτική της χώρας όχι μόνο δεν βελτιώνεται, αλλά διαρκώς σκοτεινιάζει.

26/8/09

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 26.8.2009

Όπως έχει σωστά παρατηρηθεί, στη σημερινή εποχή «ο πραγματικά δημόσιος χώρος είναι ο χώρος των μεγάλων κινδύνων» και το κράτος γίνεται αντιληπτό, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, «ως διαχειριστής των κρίσεων, δηλαδή ως εγγυητής ασφάλειας... από την προστασία της ζωής και της περιουσίας απέναντι στο έγκλημα, απέναντι στην πυρκαγιά, απέναντι στον σεισμό ή σε οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη ή φυσική απειλή, μέχρι την ομαλή λειτουργία της αγοράς...». (Ευ. Βενιζέλος, Το μέλλον της δημοκρατίας και η αντοχή του Συντάγματος, 2003, Αθήνα, Εκδ. Πόλις, σελ. 43).
Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι και η σύγχρονη συνταγματική σκέψη προσανατολίζεται πλέον όχι μόνο προς το ιδεώδες της ελευθερίας αλλά και προς το ιδεώδες της ασφάλειας και προβάλλει ως θεμελιώδες καθήκον του κράτους την προστασία του πολίτη από κάθε είδους κοινωνικούς, τεχνολογικούς, περιβαλλοντικούς, υγειονομικούς ή εγκληματικούς κινδύνους. Μάλιστα, σε ορισμένα Συντάγματα, όπως το ελληνικό, η προστατευτική λειτουργία του κράτους απέναντι σε τέτοιους κινδύνους τυποποιείται και ως συνταγματικό καθήκον. Αυτό είναι, μεταξύ άλλων, το νόημα του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματός μας, το οποίο ορίζει ότι όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η εκπλήρωση του καθήκοντος αυτού έχει καταστεί πλέον βασικό κριτήριο της πολιτικής και συνταγματικής αξιολόγησης της ικανότητας των κυβερνήσεων να υπηρετούν το «γενικό καλό», το οποίο στην περίπτωση των οικολογικών κρίσεων περιλαμβάνει και τα δικαιώματα των μελλοντικών γενεών. Είχε γίνει ήδη φανερό από τις πυρκαγιές της Πελοποννήσου το 2007 ότι η κυβέρνηση της ΝΔ δεν ανταποκρίνεται με επάρκεια στην αντιμετώπιση τέτοιων κινδύνων. Το εκλογικό σώμα δεν της καταλόγισε τότε πολιτική ευθύνη, δίνοντας στον Κ. Καραμανλή, -σε αυτόν κυρίως- μια δεύτερη εντολή. Οι φετινές πυρκαγιές που κατέκαυσαν τα δάση της Βορειανατολικής Αττικής έδειξαν ότι η κυβέρνηση της ΝΔ δεν βελτίωσε σε τίποτε τις επιδόσεις της στον τομέα αυτόν.
Σωστά έχει δοθεί ιδιαίτερη σημασία στο «λάθος εκτίμησης» των επιτελών του Πυροσβεστικού Σώματος σχετικά με την επικινδυνότητα της πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε το βράδυ της Παρασκευής στη χαράδρα του Γραμματικού και από την οποία ξεκίνησε το μεγάλο κακό. Υπήρξαν όμως και «λάθη πολιτικής» που έχουν να κάνουν με την έλλειψη του απαραίτητου αριθμού πυροσβεστικών αεροπλάνων, την οργάνωση και τον ρόλο της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, την ανεπαρκή κρατική χρηματοδότηση των εθελοντικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στην πρόληψη και κατάσβεση δασικών πυρκαγιών, τη μη ενίσχυση του Πυροσβεστικού Σώματος, μολονότι αυτό έχει πλέον και την ευθύνη της δασοπυρόσβεσης. Θα ήταν λοιπόν ανεπίτρεπτη η αναζήτηση καθώς και ο καταλογισμός ευθυνών μόνο στο επίπεδο των διοικητικών οργάνων. Άλλωστε, στο ελληνικό συνταγματικό-διοικητικό σύστημα τα πολιτικά όργανα -δηλαδή οι υπουργοί- έχουν άμεση πολιτική ευθύνη ακόμη και για τα «λάθη διαχείρισης» των υφισταμένων τους οργάνων. Ωστόσο, η φετινή καταστροφή υπερβαίνει το επίπεδο της υπουργικής ευθύνης. Σε περιπτώσεις σαν κι αυτήν ανακύπτει ζήτημα πολιτικής ευθύνης του ίδιου του πρωθυπουργού.

25/8/09

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 25.8.2009

Ας παραδεχτούμε επιτέλους ότι η μεταναστευτική πολιτική στη χώρα μας, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι σήμερα, έχει αποτύχει παταγωδώς σε όλα τα επίπεδα. Κατ αρχάς η πολιτεία έχει αποτύχει να ελέγξει τα διογκούμενα κύματα αντικανονικών μεταναστών που εκβάλλουν καθημερινά στην ελληνική επικράτεια. Εχει, επίσης, αποτύχει να υποδεχθεί σε στοιχειωδώς ανθρώπινες συνθήκες τους εξαθλιωμένους πολιτικούς πρόσφυγες και οικονομικούς μετανάστες.
Εχει αποτύχει να συγκροτήσει σοβαρούς μηχανισμούς αξιολόγησης κάθε ατομικής περίπτωσης, να χορηγήσει άσυλο σε εκείνους που κατά το Σύνταγμα το δικαιούνται και να οργανώσει αξιόπιστες λύσεις για την επαναπροώθηση στις χώρες προέλευσης ή σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσων προβλέπονται από διεθνείς και κοινοτικές ρυθμίσεις. Εχει αποτύχει να θεσπίσει ένα ορθολογικό σύστημα νομιμοποίησης και αξιοποίησης των μεταναστών, ώστε να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη από τη συμμετοχή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Εχει αποτύχει ακόμα και να μετρήσει πόσοι είναι σήμερα οι νόμιμα και πόσοι οι παράνομα διαμένοντες μετανάστες στη χώρα μας, αφού οι διάσπαρτες συναρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες δεν έχουν καταλήξει σε κοινά αποτελέσματα.
Ταυτόχρονα η ελληνική κοινωνία σταδιακά έχει αναπτύξει ρατσιστικά και ξενοφοβικά χαρακτηριστικά, ξεχνώντας ότι μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες η Ελλάδα αποτελούσε χώρα μαζικής εκροής μεταναστών. Αυτή η κοινωνία κατά πλειοψηφία φαίνεται ότι πλέον επιδοκιμάζει, ρητά ή σιωπηρά, τις βάναυσες «επιχειρήσεις - σκούπα», αποδέχεται το τεκμήριο επικινδυνότητας που σε πολλές περιπτώσεις έχει θεσπιστεί νομοθετικά για τους μετανάστες, δεν αντιδρά μπροστά σε εικόνες φρίκης που παρουσιάζουν οι συνθήκες κράτησης και η εξευτελιστική μεταχείριση των υποτιμητικά αποκαλούμενων λαθρομεταναστών. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι μόνο τα δεξιά και ακροδεξιά πολιτικά κόμματα, αλλά και κόμματα που αντλούν ψηφοφόρους από τον λεγόμενο μεσαίο χώρο, που επιλέγουν να διευρύνουν στον προγραμματικό πολιτικό τους λόγο τις αναφορές σε αυστηροποίηση των μεθόδων καταστολής και ποινικοποίησης του μεταναστευτικού φαινομένου.
Οι μεταναστευτικές ροές προς τη χώρα μας δεν πρόκειται να σταματήσουν, αντίθετα θα ενισχυθούν περαιτέρω όσο εντείνονται οι συνθήκες ακραίας φτώχειας, περιβαλλοντικής υποβάθμισης και πολεμικών συγκρούσεων σε περιοχές της Αφρικής και της Κεντρικής Ασίας. Το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε με τη μετατροπή της χώρας μας σε φρούριο και τη διόγκωση των μηχανισμών καταστολής που παραβιάζουν κάθε έννοια δικαιώματος και ανθρώπινης αξιοπρέπειας για τους μετανάστες, ούτε με έναν ρητορικό, δημαγωγικά ηθικολογικό και συνάμα καταγγελτικό λόγο, που φαίνεται να αγνοεί ότι οι δυνατότητες υποδοχής μεταναστών δεν είναι απεριόριστες ούτε μπορεί να είναι ανεξέλεγκτες.
Η μεταναστευτική πολιτική αποτελεί, λοιπόν, άλλο ένα πεδίο στο οποίο η ελληνική πολιτεία αδυνατεί να σχεδιάσει και να εφαρμόσει το αυτονόητο. Είναι κατ αρχάς αυτονόητο ότι η πολιτική εξουσία και κάθε κρατικό όργανο οφείλει να τηρεί το πλαίσιο που θέτει το Σύνταγμα και οι διεθνείς δεσμεύσεις, προστατεύοντας τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου που βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια. Οφείλει να ενσωματώσει τους μετανάστες στην ελληνική κοινωνία, σεβόμενο τις πολιτιστικές και θρησκευτικές τους ιδιαιτερότητες. Οφείλει να υλοποιήσει μια γενναιόδωρη πολιτική αναπτυξιακής και ανθρωπιστικής βοήθειας προς στις χώρες προέλευσης μεταναστών. Οφείλει, σε τελική ανάλυση, να ανακόψει τον εκκολαπτόμενο μετασχηματισμό του ελληνικού κράτους σε μια σκοτεινή, ρατσιστική δημοκρατία.

18/8/09

ΚΑΘΑΡΣΗ ΓΙΑ SIEMENS
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 18.8.2009

Το πρόσφατο ένταλμα του Ειρηνοδικείου Μονάχου για την επιβολή ποινής στον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας Siemens στην Ελλάδα θέτει κρίσιμα ζητήματα σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος. Εάν και εφόσον το ιστορικό που εκτίθεται στο ένταλμα αυτό (συνοδευόμενο από συγκεκριμένες αναφορές σε πρόσωπα, κόμματα, ημερομηνίες και ποσά) αληθεύει, τότε ενδέχεται οι ηγετικοί μηχανισμοί των δύο μεγάλων κομμάτων να λειτούργησαν, τουλάχιστον κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 2003 - 2006, ως εγκληματικές οργανώσεις κατά την έννοια του άρθρου 187 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα. Και τούτο διότι είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι οι κατονομαζόμενοι στο γερμανικό ένταλμα ταμίες των δύο κομμάτων συμφώνησαν να εισπράξουν παράνομα, για λογαριασμό των κομμάτων αυτών, ποσά ύψους δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ χωρίς να έχουν προηγουμένως ενημερώσει τους αντίστοιχους αρχηγούς.
Αλλωστε τις αντιπαροχές προς τη Siemens, δηλαδή τη λήψη ακόμη και παράνομων, αλλά ευνοϊκών για τη γερμανική εταιρεία, αποφάσεων από Ελληνες δημόσιους λειτουργούς στους τομείς του επιχειρηματικού της ενδιαφέροντος, μάλλον, δεν μπορούσαν να τις εξασφαλίσουν οι ίδιοι οι ταμίες παρά μόνο η άσκηση συντονισμένης πίεσης εκ μέρους των κομματικών ηγεσιών.
Ολα αυτά θα έπρεπε να ερευνηθούν εξονυχιστικά από την ελληνική ποινική Δικαιοσύνη, αν αυτή λειτουργούσε ως όφειλε, και όχι να τα πληροφορούμαστε μέσω Γερμανίας. Το μόνο (άρσιμο) συνταγματικό εμπόδιο σε μια τέτοια διερεύνηση θα ήταν η απαίτηση παροχής άδειας από τη Βουλή για τη δίωξη των εμπλεκομένων προσώπων, εφόσον τα πρόσωπα αυτά έχουν σήμερα τη βουλευτική ιδιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1 του Συντάγματος.
Αντίθετα δεν τίθεται καν θέμα υπαγωγής τέτοιων συμπεριφορών στο ανεύθυνο του βουλευτή (άρθρο 61 παρ. 1 του Συντάγματος), αφού δεν πρόκειται για γνώμη ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων. Ούτε και η ποινική προστασία των υπουργών (και πρωθυπουργών) κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος μπορεί όμως να βρει εφαρμογή εδώ, επειδή η δωροληψία, το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και οι λοιπές αξιόποινες πράξεις, τις οποίες αφήνει να εννοηθούν το γερμανικό ένταλμα, δεν τελέσθηκαν από τα ανωτέρω πρόσωπα υπό την ιδιότητά τους ως πρωθυπουργού, υπουργού ή βουλευτή, αλλά υπό την ιδιότητα του αρχηγού ή του ταμία πολιτικού κόμματος.
Το πρόβλημα όμως, ή μάλλον ένα από τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει η παράξενη ελληνική δημοκρατία των γόνων, είναι ότι η ποινική Δικαιοσύνη στη χώρα μας ούτε λειτουργεί γενικά όπως θα ταίριαζε σε ένα ευνομούμενο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου ούτε είναι πραγματικά ανεξάρτητη. Ετσι λοιπόν το ενδεχόμενο να βρεθούν λειτουργοί της Θέμιδος τόσο τολμηροί ώστε να ζητήσουν από τη Βουλή την άρση της βουλευτικής ασυλίας κορυφαίων πολιτικών προσώπων, προκειμένου να διερευνηθούν οι τυχόν ευθύνες τους για το σκάνδαλο Siemens, είναι μάλλον ανύπαρκτο.
Η κάθαρση, αν υπάρξει κάποτε, θα πρέπει να προέλθει από τον κυρίαρχο λαό.

11/8/09

ΓΚΡΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.8.2009

Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ να μπλοκάρει την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, προκειμένου να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές, κατέστησε για αρκετές ημέρες πρωτοσέλιδο τον διάλογο των συνταγματολόγων σχετικά με το κατά πόσον η απόφαση αυτή είναι θεμιτή ή συνιστά συνταγματική εκτροπή. Από μια άποψη η συζήτηση αυτή χαρακτηρίζεται χρήσιμη, αφού επανέφερε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας την υποχρέωση της πολιτικής εξουσίας και όλων των κρατικών οργάνων να τηρούν το Σύνταγμα ως θεμελιώδες πλαίσιο οργάνωσης της πολιτείας. Από την άλλη πλευρά, όμως, εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί δεν τυγχάνει της ίδιας προσοχής μια σειρά αδιαμφισβήτητων παραβιάσεων της συνταγματικής τάξης, οι οποίες σωρεύονται τις τελευταίες εβδομάδες.
Είναι αξιοσημείωτο ότι όλες αυτές οι παραβιάσεις θίγουν θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία προστατεύουν κάθε άνθρωπο απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία, με πρόσχημα την ενίσχυση της ασφάλειας. Ωστόσο η εξυπηρέτηση της ασφάλειας δεν μπορεί να νομιμοποιήσει την κατεδάφιση των εγγυήσεων του κράτους δικαίου.
Οι συνταγματικές ελευθερίες δεν συμβαδίζουν με τη σταδιακή συγκρότηση ενός αστυνομικού κράτους, το οποίο παρακολουθεί τους πάντες, αδιακρίτως, συλλέγει στοιχεία χωρίς να δίνει λόγο πουθενά, θεωρεί κάθε άνθρωπο με ορισμένα χαρακτηριστικά εκ προοιμίου ύποπτο ή και ένοχο, απελαύνει νόμιμους μετανάστες ή αιτούντες άσυλο χωρίς σαφή αιτιολογία και εισβάλλει στην ιδιωτική ζωή απρόκλητα και απροειδοποίητα. Εάν γίνουν δεκτές τέτοιου τύπου παραβιάσεις εν ονόματι της ασφάλειας, τότε το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η αυθαίρετη είσοδος των δυνάμεων καταστολής σε κατοικίες, οι κατά βούληση συλλήψεις, ανακρίσεις και προσωρινές κρατήσεις, η αστυνομική βία επί δικαίους και αδίκους και η καταπάτηση του τεκμηρίου αθωότητας και των εγγυήσεων της δίκαιης δίκης.
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επεσήμανε, κατά τα τέλη Ιουλίου, ότι με τη νομοθετική ρύθμιση για την 24ωρη λειτουργία καμερών καταστρατηγείται η συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία των προσωπικών δεδομένων, ενώ, όπως προκύπτει από τη διεθνή εμπειρία, τα μέτρα αυτά δεν έχουν καμία ουσιαστική συμβολή στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Επίσης σε άλλη γνωμοδότησή της αποδεικνύει ότι ο νέος νόμος για την τήρηση αρχείου γενετικού υλικού (DNA) δεν εναρμονίζεται με τις επιταγές του Συντάγματος.
Είχε προηγηθεί η ποινικοποίηση της κουκούλας, που θίγει το δικαίωμα συνάθροισης των πολιτών, η κατάργηση του τεκμηρίου αθωότητας για μετανάστες που κατηγορούνται για εγκληματικές ενέργειες και πλέον απελαύνονται άμεσα, αλλά και οι αμφίβολης συνταγματικότητας ρυθμίσεις για την «ονομαστικοποίηση» των καρτοκινητών. Οι περισσότερες από τις προηγούμενες νομοθετικές πρωτοβουλίες εκδηλώθηκαν με τροπολογίες σε άσχετα νομοσχέδια και δίχως να ληφθούν υπόψη οι αιτιάσεις που διατυπώθηκαν από διακεκριμένους συνταγματολόγους, ανεξάρτητες αρχές και οργανώσεις πολιτών. Είναι πλέον επιβεβλημένο να αναδειχθεί ότι βρισκόμαστε μπροστά στην κατεδάφιση του Συντάγματος. Ο νομοθέτης παραβιάζει συστηματικά τον πυρήνα ατομικών ελευθεριών και προλειαίνει το έδαφος για τη μετατροπή της δημοκρατίας σε αυταρχικό καθεστώς.

10/8/09

ΥΠΟΒΑΘΜΙΖΟΥΝ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 10.8.2009

Στην έκθεσή της «Ζωντανός Πλανήτης 2008» η έγκυρη διεθνής περιβαλλοντική οργάνωση WWF κατέταξε την Ελλάδα στην 11η χειρότερη θέση παγκοσμίως, σε ό,τι αφορά το συνολικό οικολογικό της αποτύπωμα, και στη 2η θέση σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη διαχείριση των υδάτινων πόρων. Με άλλες λέξεις, παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα (άρθρο 24 παρ. 1) διακηρύσσει ότι «η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός», στην πράξη η κρατική πολιτική οδηγεί στο αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα, δηλαδή στη διαρκή υποβάθμιση του περιβάλλοντος, έως ότου φτάσουμε στην ερημοποίηση της χώρας μας.
Η καταστρεπτική αυτή πολιτική έχει δυστυχώς ασκηθεί και συνεχίζει να ασκείται από εκλεγμένες κυβερνήσεις, με σκοπό να αποσπάσουν βραχυπρόθεσμα οφέλη και αδιαφορώντας για το μακροπρόθεσμο συμφέρον του τόπου. Ετσι π.χ. παρέχεται στους αγρότες νερό για άρδευση σχεδόν δωρεάν, με αποτέλεσμα την αλόγιστη χρήση του, τη διαρκή πτώση του υδροφόρου ορίζοντα και την υφαλμύρωση των καλλιεργήσιμων εδαφών, τα οποία θα καταστούν τελικά άχρηστα. Ή ακόμα παραμελούνται τα μέσα μαζικής μεταφοράς και μειώνεται η φορολόγηση των ΙΧ, ενώ ταυτόχρονα παραμένει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης η φορολόγηση καυσίμων. Η συνέπεια είναι να γεμίζουν οι δρόμοι από πολυτελή αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, να επιδεινώνεται η ατμοσφαιρική ρύπανση και να παραπαίει η εθνική οικονομία κάτω από το υπέρμετρο βάρος του κόστους εισαγωγής οχημάτων και καυσίμων. Εξάλλου, η εκάστοτε αντιπολίτευση όχι μόνο δεν προσπαθεί καν να αναδείξει τις ζοφερές επιπτώσεις που θα έχει αυτή η κοντόφθαλμη πολιτική για το μέλλον μας, αλλά επιδίδεται συνήθως σε υποσχέσεις παροχών παρόμοιας «φιλοσοφίας».
Οι κύριοι ένοχοι είναι, βέβαια, τα δύο κόμματα εξουσίας και το επικοινωνιακό σύστημα που τα στηρίζει, με αμοιβαία κέρδη. Ο ρόλος και η συμπεριφορά τους προς τον κυρίαρχο σήμερα λαό μοιάζει με τον ρόλο και τη συμπεριφορά των αυλοκολάκων προηγούμενων αιώνων προς τον κυρίαρχο τότε μονάρχη. Ολοι αυτοί (κόμματα και ΜΜΕ σήμερα, αυλικοί στο παρελθόν) αποκρύπτουν συστηματικά από τον κυρίαρχο (λαό τώρα, μονάρχη τότε) την πραγματικότητα, με στόχο να γίνονται αρεστοί και να νέμονται την εξουσία, με τα πολλά και ποικίλα ωφελήματά της. Κανείς τους δεν σκέφτεται ότι θα φτάσει κάποτε η ώρα να πληρωθεί ο λογαριασμός.
Η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει πως όταν αυτός που παραπλανήθηκε ήταν ένα πρόσωπο (μονάρχης), τότε ο «λογαριασμός» για το πρόσωπο αυτό ήταν συνήθως η απώλεια της εξουσίας και της ίδιας της ζωής του. Οταν αυτός που παραπλανήθηκε ήταν μια ολόκληρη κοινωνία, τότε ο «λογαριασμός» ήταν η κατάρρευση της οικονομίας, η δραματική επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου και συχνά η μετάβαση σε αυταρχικότερες μορφές διακυβέρνησης. Η χώρα χρειάζεται συνολική αλλαγή πορείας, πριν να είναι πολύ αργά.

29/7/09

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 29.7.2009

Σε μία πρόσφατη απόφασή του (αριθμ. 590/2009) που αφορούσε το θέμα αν υφίσταται ή έχει διαλυθεί το ΔΗΚΚΙ, ο Αρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων αποτελεί έναν χώρο στον οποίο δεν έχει πρόσβαση ούτε ο κοινός νομοθέτης ούτε ο δικαστής, δηλαδή ότι υπάρχει ένα είδος «κομματικού ασύλου», εντός του οποίου δεν ισχύει το κρατικό δίκαιο. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, την οποία συμμερίζεται πάντως και ένα μέρος της συνταγματικής θεωρίας, η μοναδική πηγή ρύθμισης της εσωτερικής ζωής των κομμάτων είναι το καταστατικό τους, αλλά η τυχόν παραβίασή του από τα όργανα του κόμματος -ένα συνηθισμένο φαινόμενο στην ελληνική πραγματικότητα- δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια, αντίθετα απ ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση των σωματείων. Ενα κόμμα λοιπόν μπορεί να διαγράψει μέλος του χωρίς αυτό να δικαιούται να προσφύγει στα δικαστήρια για τον έλεγχο ούτε καν των τυπικών προϋποθέσεων της αποβολής του, μπορεί ακόμα να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς να τηρούνται οι καταστατικές προβλέψεις, να απαγορεύει την ελευθερία έκφρασης των μελών του έξω από τα όργανα του κόμματος κ.λπ.
Σίγουρα, το Σύνταγμα δεν είναι μια Torah ή ένα Ευαγγέλιο που θέλει να ρυθμίσει όλες τις ατομικές και κοινωνικές συμπεριφορές. Οπως όμως έδειξε σε μία εμπεριστατωμένη ανάλυσή του ο Δ. Τσάτσος (Εσωκομματική Δημοκρατία, Αθήνα, 2008), το Σύνταγμά μας ενδιαφέρεται όχι μόνο για τα δικαιώματα των κομμάτων αλλά και για τα δικαιώματα των μελών των κομμάτων, όταν αυτά παραβιάζονται από αποφάσεις των οργάνων του κόμματος. Αλλωστε, το υποκείμενο του άρθρου 29 του Συντάγματος, στο οποίο κατοχυρώνεται ο θεσμός των πολιτικών κομμάτων, δεν είναι τα κόμματα, αλλά οι πολίτες. Κι όταν το άρθρο αυτό ορίζει ότι η οργάνωση των κομμάτων «οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος», αυτά ακριβώς τα δικαιώματα θέλει να προστατεύσει. Εσωκομματική δημοκρατία και προστασία των δικαιωμάτων των μελών των κομμάτων είναι ένα και το αυτό. Γι αυτό προκαλεί έκπληξη η αδικαιολόγητη ευκολία με την οποία ο Αρειος Πάγος δέχθηκε ότι η αρχή του Κράτους Δικαίου σταματάει έξω από την πόρτα των κομμάτων.
Κατά την πρώτη φάση της μεταπολιτευτικής περιόδου, η απουσία εσωτερικής δημοκρατίας στα κόμματα θα μπορούσε ίσως να γίνει ανεκτή, αφού το ζητούμενο τότε ήταν η σταθεροποίηση των κομματικών σχηματισμών και σε τελευταία ανάλυση της ίδιας της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Σήμερα, όμως, σε μια περίοδο όπου τα κόμματα κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς μέλη και οι εκλογές χωρίς ψηφοφόρους, η απουσία εσωτερικής δημοκρατίας στα κόμματα επιδεινώνει το έλλειμμα της κοινωνικής αντιπροσωπευτικότητάς τους και αποτελεί συγχρόνως έναν σοβαρό κίνδυνο για τη δημοκρατία, αφού από την απαξίωση των κομμάτων μέχρι την απαξίωση της εκλογικής συμμετοχής η απόσταση δεν είναι μεγάλη. Μήπως λοιπόν ήλθε η ώρα ενός νόμου που θα εγγυάται την εσωτερική δημοκρατία στα κόμματα;

28/7/09

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 28.7.2009


Την πολιτική επικαιρότητα της προηγούμενης εβδομάδας μονοπώλησε η συζήτηση για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών τον ερχόμενο Μάρτιο, με αφορμή τη λήξη της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αφετηρία για τον διάλογο αυτό υπήρξε το συνταγματικό του σκέλος, δηλαδή το νομικό ερώτημα εάν είναι θεμιτή η απερίφραστα δηλωμένη απόφαση του ΠΑΣΟΚ να προκαλέσει σκόπιμα πρόωρες εκλογές, μέσω της καταψήφισης οποιουδήποτε υποψηφίου Προέδρου, ή εάν η απόφαση αυτή συνιστά συνταγματική εκτροπή. Ασφαλώς η επιστημονική κοινότητα των συνταγματολόγων θα έχει την ευκαιρία να επεξεργαστεί ψύχραιμα το ερώτημα αυτό. Ομως, ανεξάρτητα από τις ερμηνευτικές απόψεις που υποστηρίχθηκαν, τα πολιτικά και ηθικοπολιτικά συμπεράσματα αυτής της αντιπαράθεσης είναι πολύ κρισιμότερα για τη στάση των κομμάτων απέναντι στο Σύνταγμα, αλλά και για τον τρόπο που διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος στη χώρα μας.
Κατ αρχάς η απόφαση του ΠΑΣΟΚ είναι συνταγματικά επιτρεπτή, όμως υπήρξε άκαιρη και πολιτικά άστοχη, διότι ουδείς μπορεί να γνωρίζει ποια θα είναι η πολιτική συγκυρία σε οκτώ μήνες. Δεν αποκλείεται κάποιο απρόβλεπτο γεγονός να μην καθιστά εφικτή για τη χώρα ή επιθυμητή για την αξιωματική αντιπολίτευση την πρόκληση πρόωρων εκλογών. Επιπλέον είναι μία δήλωση που δυσχεραίνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην άσκηση των ρυθμιστικών και «εξισορροπιστικών» του πολιτεύματος καθηκόντων του. Από την άλλη πλευρά η κυβέρνηση, βασιζόμενη σε μια αμφιλεγόμενη και ισχυρά αμφισβητούμενη συνταγματική ερμηνεία για την εκλογή Προέδρου, επιχειρεί να προσάψει στην αξιωματική αντιπολίτευση θεσμική ανευθυνότητα, τη στιγμή που κατά τους προηγούμενους μήνες έχει επιδοθεί σε σωρεία κατάφωρων παραβιάσεων του Συντάγματος, με πιο πρόσφατες τις περιπτώσεις των καμερών παρακολούθησης, του ελέγχου DNA, της έκτακτης φορολογικής εισφοράς και της απέλασης μεταναστών.
Μέσα από τον διάλογο για την προεδρική εκλογή αναδείχθηκε επίσης μια συγκεκριμένη αντίληψη που εκφράζει για το Σύνταγμα ένα σημαντικό τμήμα της πολιτικής τάξης και όσων μετέχουν στη δημόσια σφαίρα. Οτι, δηλαδή, προτεραιότητα έχει η Πολιτική, ενώ η εφαρμογή των συνταγματικών δεσμεύσεων υποτάσσεται, σε τελική ανάλυση, στην πολιτική βούληση ή και σε κομματικές σκοπιμότητες. Τη στιγμή λοιπόν που διεξαγόταν μια ανοιχτή συζήτηση σχετικά με το νόημα των επίμαχων συνταγματικών επιταγών, διατυπώθηκε σε ευρεία έκταση η άποψη, ακόμα και μέσα στο Κοινοβούλιο, ότι οι συνταγματικές δεσμεύσεις αποτελούν δευτερεύον ζήτημα. Η αντίληψη αυτή είναι, αν μη τι άλλο, επικίνδυνη για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και για τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις.
Μια τελευταία αλλά κρίσιμη παρατήρηση αφορά τους όρους διεξαγωγής του δημόσιου διαλόγου. Ακαδημαϊκοί δάσκαλοι με αποδεδειγμένο δημοκρατικό ήθος και διεθνές κύρος δέχθηκαν μια αβασάνιστη κριτική με ευθείες κατηγορίες και υπονοούμενα επειδή κατέθεσαν δημόσια την επιστημονική τους άποψη για ένα κρίσιμο συνταγματικό και πολιτικό πρόβλημα. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρήθηκε να αναιρεθεί μια θεμελιώδης παραδοχή της δημοκρατικής πολιτείας, την οποία ο Δ. Τσάτσος έχει συμπυκνώσει επιγραμματικά ως «επιστημονική ευθύνη της πολιτικής και πολιτική ευθύνη της επιστήμης». Ολα τα προηγούμενα συνιστούν πολύ σοβαρότερες παθογένειες του πολιτικού συστήματος από οποιαδήποτε τροπή λάβει τελικά η εκλογή Προέδρου.

27/7/09

ΥΠΟ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 27.7.2009

Συμπληρώθηκε αυτές τις μέρες η τριακονταπενταετία από τη μεταπολίτευση του 1974 και το πολιτικό μας σύστημα μοιάζει να είναι ώριμο για να «συνταξιοδοτηθεί». Το σύστημα αυτοδιαφημίζεται, με τη βοήθεια και των ΜΜΕ, ως δημοκρατικό. Η Δημοκρατία, όμως, στον τόπο μας είναι επιφανειακή, αφού περιορίζεται στο επίπεδο του κράτους και δεν αγγίζει την πραγματική έδρα της εξουσίας, δηλ. τα πολιτικά κόμματα και τη διαπλοκή τους με το επικοινωνιακό σύστημα.
Η εσωκομματική Δημοκρατία, αν και αποτελεί επιταγή του Συντάγματος για όλα τα κόμματα (άρθρο 29), ουδέποτε λειτούργησε πλήρως, ειδικά στα δύο κόμματα εξουσίας. Τα τελευταία χρόνια όμως, μετά την εκλογή στην ηγεσία αμφοτέρων των γόνων των χαρισματικών ιδρυτών τους, η κατάσταση έχει χειροτερεύσει τόσο ώστε η εσωκομματική Δημοκρατία να έχει καταστεί είδος υπό εξαφάνιση. Οι οιονεί κληρονομικοί αυτοί αρχηγοί λαμβάνουν συνήθως τις κρίσιμες αποφάσεις μόνοι τους, χωρίς να συγκαλούν καν τα συλλογικά όργανα των κομμάτων τους, τα οποία έχουν ατροφήσει εντελώς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επικείμενη (τον Φεβρουάριο του 2010) προεδρική εκλογή, όπου ο πρωθυπουργός μόνος αποφάσισε και εξήγγειλε τη στήριξη του κυβερνώντος κόμματος για την επανεκλογή του Καρόλου Παπούλια. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης μόνος του απάντησε με την παραδοξολογία ότι η τελευταία αρνείται να ψηφίσει Παπούλια τον Φεβρουάριο, αλλά θα τον ψηφίσει τον Απρίλιο, αφού πρώτα μεσολαβήσουν, υποχρεωτικά, βουλευτικές εκλογές. Οπως, δηλαδή, ο Λουδοβίκος 14ος της Γαλλίας κόμπαζε «το κράτος είμαι εγώ», έτσι οι δικοί μας κομματικοί ηγεμόνες υπονοούν με τη συμπεριφορά τους «το κόμμα είμαι εγώ». Οι υπουργοί, οι βουλευτές και τα λοιπά στελέχη και μέλη των κομμάτων υποβαθμίζονται, θέλοντας και μη, σε ρόλο άβουλου διεκπεραιωτή εντολών και χειροκροτητή. Για όποιον τολμήσει να διαφωνήσει, επικρέμεται πάντα η δαμόκλειος σπάθη της διαγραφής, δηλαδή του συμβολικού πολιτικού αποκεφαλισμού. Ο συμβολισμός είναι, άλλωστε, η μόνη διαφορά στη συμπεριφορά των κομματικών κληρονόμων του σήμερα από τους βασιλικούς κληρονόμους του παρελθόντος, αφού εκείνοι κυριολεκτικά αποκεφάλιζαν τους διαφωνούντες.
Το χειρότερο, όμως, είναι ότι τα δύο αυτά κόμματα έχουν χάσει, ήδη από τη δεκαετία του 1990, τη διακριτή πολιτική και ιδεολογική φυσιογνωμία τους, αποκτώντας κοινή λαϊκίστικη ιδεολογία και κοινή κλεπτοκρατική πρακτική. Η επιλογή μεταξύ τους στερείται ολοένα περισσότερο από πολιτική ουσία και έτσι οι βουλευτικές εκλογές καθίστανται, σε μεγάλο βαθμό, τελετουργία κενή περιεχομένου. Το οικογενειοκρατικό και διεφθαρμένο αυτό πολιτικό σύστημα όμως δεν μπορεί, ούτε καν να επιδιώκει, να αντιμετωπίσει τα μεγάλα εθνικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που έχει μπροστά της η χώρα μας. Ετσι, όσο τα τελευταία αναπόφευκτα διογκώνονται, το σύστημα χάνει σταδιακά την ευστάθειά του και η κατάρρευσή του διαφαίνεται ως μια ισχυρή πιθανότητα, σε έναν ορίζοντα μερικών ετών. Το ερώτημα είναι αν η κατάρρευση αυτή θα οδηγήσει τον τόπο σε πιο δημοκρατική ή σε πιο αυταρχική (όπως αυτή που ευαγγελίζεται ο ΛΑΟΣ) κατεύθυνση και, βέβαια, αν θα συνοδευτεί με εθνικό κόστος ανάλογο της μεταπολίτευσης του 1974.

21/7/09

ΘΕΜΙΤΟ ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΣΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 21.7.2009

Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ να δημοσιοποιήσει την πρόθεσή του να μπλοκάρει την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άκαιρη και πολιτικά άστοχη, αλλά δεν συνιστά κατ’ ανάγκην συνταγματικό ατόπημα.
Από συνταγματική άποψη η αξιολόγηση του εύρους των επιλογών που διαθέτουν τα κόμματα και κάθε βουλευτής αυτοτελώς κατά την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας προϋποθέτει την ανάδειξη των εσωτερικών αντιφάσεων της ίδιας της συνταγματικής ρύθμισης. Πράγματι, σκοπός της διάταξης είναι να επιτευχθεί αυξημένη συναίνεση στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας, χρησιμοποιώντας ως μέσο την απειλή των πρόωρων εκλογών. Όμως το μέσο αυτό είναι ατελέσφορο και μάλιστα οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα, όταν η εκάστοτε αξιωματική αντιπολίτευση θεωρήσει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή πρόσφορη για την εκλογική της επικράτηση. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα κλασικό παράδειγμα αποτυχημένης συνταγματικής μηχανικής.
Τα πολιτικά κόμματα και οι βουλευτές έχουν ελευθερία επιλογής να ψηφίσουν κάποιον ή να μην ψηφίσουν κανέναν για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Από καμία διάταξη δεν προκύπτει κάτι αντίθετο. Αποτελεί δείγμα εκλέπτυνσης του πολιτικού μας πολιτισμού η ευθεία δήλωση των αληθών σκοπών της εκάστοτε επιλογής, αντί για τις πάγιες τακτικές πολιτικής υποκρισίας και συνταγματικής υποβάθμισης, τις οποίες κατ’ επανάληψη τα δύο κόμματα εξουσίας έχουν ακολουθήσει με την επίκληση προσχηματικών εθνικών ζητημάτων για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών.

19/7/09

ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ "ΠΕΡΙΓΕΛΟ"
Δημήτρης Τσάτσος
Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Ζούλα
Εφημερίδα "Καθημερινή", 19.7.2009

Αν το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιήσει τον Μάρτιο την προεδρική εκλογή για να ρίξει την κυβέρνηση και ψηφίσει εκ των υστέρων τον κ. Κάρολο Παπούλια, θα καταστήσει «ερμηνευτικό περίγελο» το Σύνταγμα, καθώς θα έχει «εξόφθαλμα περιφρονήσει το βαθύτερο νόημά του», υπογραμμίζει σήμερα ο κορυφαίος Συνταγματολόγος κ. Δημήτρης Τσάτσος. Στην βαρύνουσα συνέντευξή του, ο διακεκριμένος καθηγητής και δύο φορές επικεφαλής των ευρωβουλευτών του ΠΑΣΟΚ, καταρρίπτει και το πολιτικό επιχείρημα του κ. Γιώργου Παπανδρέου ότι θα προκαλέσει εθνικές εκλογές για το συμφέρον της χώρας. «Η επίκληση του εθνικού συμφέροντος δεν μπορεί να εκτοπίσει τις πρόνοιες του Συνταγματικού νομοθέτη που, ούτως ή άλλως, το προσδιορίζουν και το προστατεύουν», επισημαίνει και συνιστά στον κ. Κάρολο Παπούλια «να αρνηθεί την «εργαλειοποίησή» του ως «σκεύος» τεχνάσματος για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών», προκειμένου να διαφυλάξει το κύρος του Συντάγματος.

Κύριε καθηγητά υπήρξατε πάντοτε πολέμιος του Συνταγματικού άρθρου 32 § 4 που προβλέπει τη διάλυση της Βουλής και τη διεξαγωγή πρόωρων εθνικών εκλογών, αν δεν συγκεντρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός ψήφων για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Το ΠΑΣΟΚ έχει προαναγγείλει ότι θα κάνει χρήση του επίμαχου άρθρου τον προσεχή Μάρτιο και θα ’θελα να μου πείτε αν εμμένετε στη θέση σας.

– Εχω σε ανύποπτο χρόνο υποστηρίξει ότι το να διακόπτεται ο βίος μιας δημοκρατικά εκλεγμένης Βουλής λόγω μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας είναι ρύθμιση ατυχέστατη και όχι πολύ κοντά στη δημοκρατική αρχή. Η θέση μου αυτή είναι πάγια και δεν θέτω θέμα συνταγματικότητας της εν λόγω ρύθμισης, καθώς το αν υφίστανται «αντισυνταγματικές διατάξεις του Συντάγματος» ανέκαθεν υπήρξε μεγάλο ζήτημα στη θεωρία του κλάδου μας. Η θέση μου αφορά καθεαυτή τη ρύθμιση η οποία μπορεί να μετατραπεί σε «εργαλείο» διεξαγωγής πρόωρων βουλευτικών εκλογών, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στο βαθύτερο, αλλά σαφές νόημα του εν λόγω άρθρου. Θα παρατηρούσα μάλιστα ότι μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να χρεωθεί σε όλη τη Βουλή. Θα χρεωθεί μόνο στο κόμμα ή στα κόμματα, τα οποία τυχόν θα δήλωναν ότι η στάση τους στην εκλογή Προέδρου αποβλέπει στη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών.

Υπονοείτε, δηλαδή, ότι αν κάνει χρήση του επίμαχου άρθρου η αξιωματική αντιπολίτευση, θα έχει προβεί σε θεσμική εκτροπή, όπως υποστήριξε προσφάτως και ο συνάδελφός σας συνταγματολόγος κ. Γιώργος Κασιμάτης;


– Δεν έχω συμπάθεια στη λέξη «εκτροπή». Θα εμμείνω στην πάγια θέση μου, επιχειρώντας να την εξηγήσω και στους αναγνώστες σας που δεν έχουν βαθύτερες νομικές γνώσεις. Η περίπτωση της έκτακτης διάλυσης της Βουλής στο άρθρο 32 προβλέπεται από το Σύνταγμα στην περίπτωση εκείνη και μόνον που διαπιστώνεται πραγματική αδυναμία συμφωνίας της αυξημένης πλειοψηφίας της Βουλής στο πρόσωπο ενός των υποδεικνυομένων υποψηφίων. Ο διακεκριμένος συνάδελφος κ. Κασιμάτης, ορθώς επεσήμανε (σ.σ.: την προηγούμενη Κυριακή στο «Παρόν») ότι τα μόνα θεμιτά κριτήρια της στάσης ενός κόμματος στην εκλογή Προέδρου είναι τα «κριτήρια που αφορούν την προσωπικότητα και την πολιτική καταλληλότητα του υποψηφίου». Για να γίνω δε ακόμη σαφέστερος, θα σας έλεγα ότι το εν λόγω άρθρο του Συντάγματος δεν θέτει την προεδρική εκλογή ως εργαλείο στη διάθεση εκείνων που θέλουν, για λόγους άσχετους με το πρόσωπο του υποψήφιου Προέδρου, να επιτύχουν βουλευτικές εκλογές. Το νόημα του εν λόγω άρθρου είναι το ακριβώς αντίθετο. Οι πρόωρες εκλογές είναι αυτές που τίθενται στη διάθεση μιας προεδρικής εκλογής ως ultimum remedium. Δηλαδή, ως «έσχατο μέσο λύσης». Για τον λόγο αυτόν, θεωρώ κρίσιμη και σωστή και την παρατήρηση του κ. Κασιμάτη ότι το Σύνταγμα προσδιορίζει περιοριστικά τις περιπτώσεις πρόωρων εκλογών.

Η αξιωματική αντιπολίτευση, ωστόσο, επικαλείται ως κεντρικό επιχείρημά της για την εσπευσμένη πρόκληση εκλογών τον Μάρτιο, το εθνικό συμφέρον της χώρας…


– Δεν αμφισβητώ το εθνικό κίνητρο σε κανένα κόμμα και πολύ περισσότερο στο ιστορικό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ομως, η επίκληση του εθνικού συμφέροντος δεν μπορεί να εκτοπίσει το προφανές νόημα του Συντάγματος, πόσω μάλλον τις πρόνοιες του συνταγματικού νομοθέτη που, ούτως ή άλλως, προσδιορίζουν και προστατεύουν το εθνικό συμφέρον.

Από τις απαντήσεις σας αντιλαμβάνομαι ότι θα θεωρούσατε συνταγματικά και θεσμικά δόκιμη μόνον την περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ πρότεινε για πρόεδρο κάποιο άλλο πρόσωπο και όχι τον κ. Καρ. Παπούλια.

– Καίτοι με προκαλείτε, θα αποφύγω να μπω στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία, καθώς η θέση μου, όπως σας είπα, είναι πάγια, θεσμική και, νομίζω, σαφέστατη. Προφανώς ένα κόμμα μπορεί να ματαιώσει μια προεδρική εκλογή. Μπορεί να το πράξει είτε απορρίπτοντας τον υποδεικνυόμενο, από τα άλλα κόμματα, πρόεδρο, είτε και προτείνοντας κάποιο άλλο πρόσωπο. Τότε η διάλυση της Βουλής θα έχει προκύψει για λόγους που εμπίπτουν στο νόημα του Συντάγματος. Οταν όμως εκ των προτέρων δηλώσει ότι αρχικώς δεν θα ψηφίσει τον υποδεικνυόμενο από τα άλλα κόμματα πρόεδρο, για να προκληθούν εκλογές, και μετά την επίτευξη του στόχου του θα τον ψηφίσει τότε μια σοβαρή ρύθμιση του Συντάγματος γίνεται ερμηνευτικός περίγελος, καθώς περιφρονείται εξόφθαλμα το βαθύτερο νόημά της. Εξυπακούεται, δε, ότι αν το ίδιο κόμμα ενεργήσει έτσι, χωρίς να το δηλώσει, τότε είναι θέμα πειστικότητας της εξήγησης που θα δώσει στο τέλος.

Υπάρχουν νομικές συνέπειες σε μια τέτοια περίπτωση;

– Κυρώσεις δεν προβλέπονται και ευτυχώς δεν έχουμε συνταγματικό δικαστήριο. Ομως, αν η «κοινή γνώμη» ή η «κοινωνική συνείδηση» αντιληφθεί το ερμηνευτικά παραποιητικό τέχνασμα, θα το καταγράψει. Και αυτό δεν είναι λίγο. Η καταγραφή αυτή αποτελεί ιστορικοπολιτική κύρωση. Η σημασία της ιστορικοπολιτικής κύρωσης είναι, βέβαια, μόνον τόση, όσος και ο εν τόπω και χρόνω πολιτικός πολιτισμός. Το κύρος και η ισχύς του δικαίου, ιδιαίτερα του Συντάγματος, δεν εξαρτάται από τον εξαναγκασμό ως μορφή κύρωσης αλλά από τη θέση που έχουν οι θεσμοί στη συνείδηση των πολιτών.

Αν, παρά ταύτα, η αξιωματική αντιπολίτευση εμμείνει στη διακηρυγμένη θέση της;

– Θέλω να ελπίζω πως κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί. Αν συμβεί, όμως, νομικά δεν μπορεί κανείς να παρέμβει.

Με την τροπή, πάντως, που έχουν λάβει τα πράγματα, η διαστρέβλωση του συνταγματικού πνεύματος, όπως την περιγράφετε, φαντάζει αναπόφευκτη…

– Οχι αναγκαία. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί κι ένα ακόμη ενδεχόμενο: Ο υποψήφιος Πρόεδρος να αρνηθεί την «εργαλειοποίησή» του ως «σκεύος» τεχνάσματος για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών. Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να αρνηθεί την έτσι σχεδιασμένη υποψηφιότητά του. Βέβαια, μπορεί να βρεθεί νέος πρόθυμος να παίξει τον ρόλο του εργαλείου. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, η άρνηση του πρώτου θα έχει βαρύνουσα συνέπεια στο πεδίο του πολιτικού πολιτισμού. Και επιτρέψτε μου μια τελευταία παρατήρηση: Πρέπει να γίνει στη χώρα μας επιτέλους αντιληπτό ότι η παραβίαση του Συντάγματος, όπως στο θέμα που συζητάμε, δεν παύει να είναι καταδικαστέα παραβίαση επειδή μπορεί να συντελεστεί «ανενόχλητα» μιας που ούτε προβλέπονται ούτε θα μπορούσαν να προβλέπονται νομικές κυρώσεις. Η κοινωνικοπολιτική μομφή σε μια Δημοκρατία πρέπει να έχει τη σημασία της και να τη λαμβάνουν υπόψη τα μέλη του πολιτικού προσωπικού.

15/7/09

ΟΙ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 15.7.2009

Στην Ελλάδα δημοσκοπήσεις για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων διενεργούνται πλέον όλο τον χρόνο, από τον Σεπτέμβριο έως το τέλος Ιουνίου. Αυτές που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, πριν από τις βουλευτικές εκλογές ή τις ευρωεκλογές, παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που δικαιολογεί μια ξεχωριστή ρύθμισή τους.
Πράγματι, οι δημοσκοπήσεις αυτές, ακόμη και αν διεξάγονται σύμφωνα με όλους τους κανόνες της επιστήμης και παρέχουν σωστή πληροφόρηση για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων, επηρεάζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τη γνησιότητα της ψήφου στις πραγματικές εκλογές. Η γνώση της πρόθεσης ψήφου των άλλων μπορεί να μεταβάλει την αυθεντική προτίμηση του εκλογέα και να τον οδηγήσει σε μια επιλογή που αλλιώς δεν θα έκανε.
Γι' αυτό, στις περισσότερες δημοκρατικές χώρες, αν και όχι σε όλες, υπάρχει μια χρονικά κυμαινόμενη απαγόρευση δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων των δημοσκοπήσεων που διενεργούνται κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Στην Πορτογαλία, η απαγόρευση ισχύει σε όλη την προεκλογική περίοδο, στην Ιταλία περιορίζεται στις δεκαπέντε μέρες πριν από τις εκλογές, στην Ισπανία στις πέντε μέρες πριν. Στη Γαλλία μέχρι το 2002 ίσχυε απαγόρευση επτά ημερών πριν από τις εκλογές. Όμως, ύστερα από μια απόφαση του γαλλικού Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε, με αποφθεγματικό μάλλον τρόπο και χωρίς ιδιαίτερη επιχειρηματολογία, ότι η απαγόρευση ερχόταν σε σύγκρουση με την ελευθερία της πληροφόρησης κατά το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απαγόρευση ισχύει πλέον μόνο για την προηγούμενη ημέρα των εκλογών και φυσικά για την ημέρα της ψηφοφορίας. Με τον ν. 2623/1998 εισήχθη και στην Ελλάδα απαγόρευση δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων δημοσκοπήσεων για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων, κατά τις δεκαπέντε ημέρες πριν από τις εκλογές. Από όσο γνωρίζω, κανείς δεν προέβαλε, με κάποια σοβαρά επιχειρήματα, ζήτημα αντισυνταγματικότητας της απαγόρευσης αυτής.
Ο νόμος αυτός, παρά τις πρακτικές δυσκολίες της εφαρμογής του στο Ιντερνετ, ανταποκρίθηκε στον σκοπό του, δηλαδή στην προστασία, κατά το δυνατόν, της αυτόνομης διαμόρφωσης της βούλησης των εκλογέων.
Αιφνιδίως, το καλοκαίρι του 2008, η κυβέρνηση και ο τότε υπουργός Επικρατείας, επαναπαυμένοι από τις ευνοϊκές μέχρι εκείνη την περίοδο δημοσκοπήσεις και χωρίς να ακούν τη «μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων», απαγόρευσαν τη δημοσιοποίησή τους μόνο την προηγούμενη ημέρα της διενέργειας των εκλογών και την ημέρα της ψηφοφορίας (ν. 3688/2008).
Έναν χρόνο μετά, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να επαναφέρει την απαγόρευση των δεκαπέντε ημερών, τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ διατηρεί και σταθεροποιεί το προβάδισμά του στις δημοσκοπήσεις που επιβεβαιώθηκε και στις ευρωεκλογές. Όπως είπαμε, η απαγόρευση είναι δικαιολογημένη κα σύμφωνη με το Σύνταγμα.
Το πρόβλημα είναι η αντίληψη του κυβερνώντος κόμματος για τη νομοθετική λειτουργία. Από την οποία απουσιάζει πλήρως η έννοια της «ουδετερότητας» του νόμου, δηλαδή του προσανατολισμού του στο γενικό συμφέρον και όχι σε ιδιωφελή κομματικά συμφέροντα.

14/7/09

ΚΟΜΜΑΤΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 14.7.2009

Καθώς πληθαίνουν οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Siemens αναδεικνύεται πόσο βαθιά έχει αλλοιωθεί όχι μόνο η λειτουργία βασικών θεσμών της πολιτείας, αλλά και οι ίδιες οι αντιλήψεις της κοινωνίας γι’ αυτούς. Πώς, δηλαδή, η κομματοκρατία και η διαφθορά εκλαμβάνονται πλέον ως κάτι δεδομένο και «φυσιολογικό».
Στο επίκεντρο της διαφθοράς και της διαστρέβλωσης των θεσμών εντοπίζεται ο τρόπος με τον οποίο αναπαράγονται και ασκούν τον θεσμικό τους ρόλο τα πολιτικά κόμματα. Αδιαφανείς χρηματοδοτήσεις, απουσία αξιόπιστων εσωτερικών μηχανισμών δημοκρατικού ελέγχου, έλλειψη ουσιαστικής λογοδοσίας για τις κομματικές δαπάνες, άδηλες ή έκνομες οικονομικές συναλλαγές, νομή της εξουσίας κατά τρόπο ώστε να αντλούνται οικονομικά οφέλη για το κόμμα, διευκολύνοντας την προεκλογική προετοιμασία του αλλά και χρηματοδοτώντας δραστηριότητες εκτός των θεμιτών σκοπών του. Ταυτόχρονα, οι υπέρογκες εκλογικές δαπάνες των υποψήφιων βουλευτών, ως αποτέλεσμα του συστήματος του σταυρού προτίμησης, τους καθιστούν ομήρους κρυφών ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων ή «διευκολύνσεων» από κέντρα επικοινωνιακής και οικονομικής ισχύος, που ασφαλώς προσφέρουν τις ενισχύσεις τους με το αζημίωτο, προσδοκώντας στη μελλοντική «εύνοια» των πολιτικών.
Ολα τα προηγούμενα είναι γνωστά, όπως και το γεγονός ότι μέσα σε αυτή τη συμφωνία συνενοχής και συγκάλυψης ορισμένοι εκπρόσωποι της πολιτικής τάξης δεν περιορίζονται στην άντληση πόρων για τη χρηματοδότηση των εκλογικών δαπανών τους και των λοιπών αναγκών «αναπαραγωγής» τους, αλλά αυξάνουν προκλητικά την ατομική περιουσία τους. Όμως σοβαρές ενδείξεις ή αποδείξεις μέχρι πρότινος δεν υπήρχαν. Είκοσι χρόνια, ωστόσο, μετά την υπόθεση Κοσκωτά, το σκάνδαλο Siemens φέρνει στην επιφάνεια ορισμένα ίχνη για όσα οι πολίτες υποπτεύονται. Είναι μάλιστα καθοριστικής σημασίας ότι κορυφαίοι πολιτικοί ευθαρσώς δηλώνουν ότι έτσι λειτουργεί το πολιτικό μας σύστημα και ουδείς θα έπρεπε να εκπλήσσεται.
Ποιος αμφιβάλλει για τον τρόπο που χρηματοδοτούνται σήμερα τα κόμματα και οι πολιτικοί; Ποιος τους ελέγχει; Ποιος εμπιστεύεται τους εικονικούς ισολογισμούς που δημοσιεύουν τα κόμματα, όταν άλλωστε τα διπλά βιβλία αποτελούν κοινό τόπο στο πλαίσιο της παραοικονομίας; Ποιοι πείθονται από το κατ’ ουσίαν ανέλεγκτο πόθεν έσχες των βουλευτών; Πώς μπορεί να περιμένει κανείς να παρέμβει αποτελεσματικά η Δικαιοσύνη όταν ποικίλες μορφές εξάρτησης τη συνδέουν με την πολιτική τάξη;
Οι πολίτες φοβούνται το κενό εξουσίας και την ακυβερνησία. Παρ’ όλο που το βαρόμετρο της Διεθνούς Διαφάνειας αποκαλύπτει ότι 6 στους 10 Έλληνες χαρακτηρίζουν τα κόμματα διεφθαρμένα και η εκλογική αποχή ανέρχεται στο υψηλότερο επίπεδο διαχρονικά, ωστόσο το κομματικό σύστημα φαίνεται να αντέχει. Εάν όμως η υποψία καταστεί βεβαιότητα, η αγανάκτηση και η δυσθυμία των πολιτών δεν αποκλείεται να λάβουν απρόβλεπτη τροπή. Η απουσία σοβαρών μηχανισμών δημόσιου ελέγχου ενδέχεται να υποκατασταθεί, σε μια τέτοια περίπτωση, από τη δημόσια διαπόμπευση των συνενόχων. Τα κρίσιμα ερωτήματα είναι ποιοι θα ωφεληθούν από μια τέτοια «πολιτική πανδημία» και εάν υπάρχει πλέον δυνατότητα για αναδιοργάνωση των όρων διεξαγωγής της πολιτικής.

13/7/09

ΤΟ ΑΝΗΘΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ...
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 13.7.2009

Η νομοθετική ρύθμιση για την περιβόητη «τακτοποίηση» των ημιυπαίθριων χώρων και των «υπογείων» είναι πια γεγονός. Ευρισκόμενη σε κατάσταση απόγνωσης για την πορεία των δημοσίων εσόδων και με το ενδεχόμενο της παύσης πληρωμών του ελληνικού Δημοσίου να πλησιάζει απειλητικά, η κυβέρνηση επιχειρεί με τον τρόπο αυτόν να βρει μια λύση απελπισίας - κάτι σαν την έξοδο του Μεσολογγίου.
Η «τακτοποίηση» είναι βέβαια ψευδεπίγραφη, αφού ακόμη και οι κυβερνητικοί «εγκέφαλοι» γνωρίζουν ότι η συνταγματική επιταγή για την προστασία του περιβάλλοντος εμποδίζει, σύμφωνα και με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, την εκ των υστέρων νομιμοποίηση των πολεοδομικών αυθαιρεσιών. Συνεπώς όσοι ιδιοκτήτες ακινήτων καταπιούν το δόλωμα της «τακτοποίησης», θα βρεθούν εσαεί εγκλωβισμένοι σε παγίδα, αφού μελλοντικές κυβερνήσεις και κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες θα μπορούν οποτεδήποτε να τους επιβάλουν νέες επιβαρύνσεις κάθε είδους για τα ακίνητα που θα δηλωθούν τώρα.
Πέρα από αυτό όμως, η «τακτοποίηση», όπως επιχειρείται, είναι και ανήθικη από την πλευρά του ελληνικού κράτους. Και τούτο διότι ακριβώς το κράτος είναι εκείνο που επέτρεψε και εξέθρεψε το εξαιρετικά διαδεδομένο φαινόμενο της πολεοδομικής αυθαιρεσίας στη χώρα μας. Το κράτος είναι εκείνο που θέσπισε ρυθμίσεις οι οποίες από τη φύση τους αποτελούσαν ανοικτή πρόκληση για τον κάθε κατασκευαστή να παρανομήσει ώστε να επωφεληθεί, όπως π.χ. η πρόβλεψη ημιυπαίθριων χώρων σε διαστάσεις ολόκληρων δωματίων ή ημιυπογείων σε σημαντικό ύψος πάνω από το έδαφος, ώστε να διευκολύνεται η αλλαγή χρήσης. Και το ίδιο κράτος είναι εκείνο που επί αρκετές δεκαετίες αδιαφορεί ή αδυνατεί να ελέγξει την εφαρμογή της πολεοδομικής (του) νομοθεσίας, δηλ. στην πραγματικότητα ανέχεται την παρανομία. Ακριβώς η παρατεταμένη αυτή ανοχή είχε δημιουργήσει σε όλους τους συναλλασσόμενους, κατασκευαστές και αγοραστές την πεποίθηση ότι μπορούν να καταστρατηγούν τη νομοθεσία ατιμώρητοι και είχε ωθήσει πρακτικά τις τιμές των συγκεκριμένων χώρων σε ύψη παρεμφερή με εκείνα των νόμιμα δομημένων μέτρων.
Σήμερα λοιπόν το ίδιο ανήθικο κράτος είναι εκείνο που έρχεται να απαιτήσει από τους τωρινούς ιδιοκτήτες να ξαναπληρώσουν στην Εφορία, για τη δήθεν «τακτοποίηση», τα ίδια μέτρα τα οποία είχαν πληρώσει ως να ήταν νόμιμα στους αδηφάγους εργολάβους, επειδή τους είχαν εξαναγκάσει οι οικονομικοί «νόμοι» της προσφοράς και της ζήτησης. Αν υπήρχε στοιχειώδης σοβαρότητα, θα όφειλε το κράτος να ελέγχει, να διαπιστώνει τις παρανομίες και τις αυθαιρεσίες και είτε να προχωρεί σε κατεδαφίσεις μέσα σε σύντομο χρόνο από την κατασκευή του ακινήτου, είτε στον καταλογισμό υψηλών προστίμων σε βάρος των πραγματικών υπαιτίων, δηλαδή των κατασκευαστών. Όμως η στοιχειώδης αυτή σοβαρότητα λείπει από το διεφθαρμένο, και κατ’ ουσίαν πολιτικά χρεοκοπημένο, κομματικό μας σύστημα και κατ’ επέκταση από το κομματοκρατούμενο ελληνικό κράτος. Επειδή όμως δύσκολα θα βρει αφελείς να σπεύσουν να δηλώσουν οι ίδιοι την αλλαγή χρήσης και να πληρώσουν κυριολεκτικά για το τίποτε (δηλαδή για τη μη νομιμοποίηση), οι ελπίδες του κράτους αυτού να διαφύγει από τη δημοσιονομική κατάρρευση μέσω... ημιυπαίθριου μάλλον θα αποδειχθούν φρούδες.

1/7/09

ΤΟ "ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ" ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 1.7.2009

Το ζήτημα της αλλαγής του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απασχόλησε τόσο τη Βουλή του 1996, η οποία διαπίστωσε με πλειοψηφία 161 ψήφων την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 32 Συντ., όσο και την Αναθεωρητική Βουλή του 2000, στην οποία δεν επιτεύχθηκε τελικά η απαιτούμενη πλειοψηφία των 180 ψήφων για την αναθεώρησή του. Έτσι, το άρθρο 32 Συντ., το οποίο φαίνεται ότι θα αναδειχθεί σε κλειδί των πολιτικών εξελίξεων, παρέμεινε ως είχε στο συνταγματικό κείμενο.
Το παράδοξο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι θα αξιοποιήσει τη δυνατότητα που του παρέχει το άρθρο 32 Συντ. για να προκαλέσει πρόωρες εκλογές, στη Βουλή του 2000 είχε προτείνει την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου, για να μη χρησιμοποιείται η καταψήφιση του υποψηφίου Προέδρου ως τρόπος διάλυσης της Βουλής, ενώ αντίθετα η Νέα Δημοκρατία, η οποία σήμερα εγκαλεί το ΠΑΣΟΚ για καταχρηστική χρήση του άρθρου 32 Συντ., είναι η ίδια που εμπόδισε την αναθεώρησή του. Η αλήθεια είναι ότι τόσο η πρόταση του ΠΑΣΟΚ όσο και εκείνη της Νέας Δημοκρατίας είχαν περισσότερα μειονεκτήματα από αυτά που παρουσιάζει η ρύθμιση του άρθρου 32 Συντ.
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ ήταν να μη διαλύεται η Βουλή μετά την τρίτη άκαρπη ψηφοφορία στην οποία απαιτούνται 180 ψήφοι, αλλά να επαναλαμβάνονται οι ψηφοφορίες έως ότου επιτευχθεί η αυξημένη αυτή πλειοψηφία. Επειδή μια τέτοια πλειοψηφία δύσκολα θα μπορούσε να είναι μονοκομματική, η πρόταση αυτή διασφάλιζε την εκλογή ενός προσώπου που θα συγκέντρωνε τη συναίνεση μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος. Πλην όμως, υπήρχε ο κίνδυνος να αποβαίνουν συνεχώς άκαρπες οι ψηφοφορίες και η πολιτική ζωή να περιστρέφεται επί μακρόν γύρω από το παιχνίδι της προεδρικής εκλογής. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας ήταν η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία όμως θα αποδυνάμωνε ουσιωδώς τον υπερκομματικό του ρόλο και θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες στον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.
Εν συγκρίσει προς τις προτάσεις αυτές, νομίζουμε ότι είναι καλύτερη η ισχύουσα ρύθμιση. Χωρίς αμφιβολία, η ρύθμιση αυτή αφήνει στις πολιτικές δυνάμεις ένα περιθώριο ελεύθερης πολιτικής αξιολόγησης σχετικά με τη σκοπιμότητα ολοκλήρωσης ή πρόωρης λήξης της κοινοβουλευτικής περιόδου.
Αυτό το αναπόφευκτο «πολιτικό στοιχείο» της προεδρικής εκλογής -με βάση το ισχύον άρθρο 32 Συντ.- το επεσήμανε με τη χαρακτηριστική του ευθύτητα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης:
«Από την ώρα που το Σύνταγμα... προβλέπει τη δυνατότητα, επ ευκαιρία της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, να οδηγηθεί η χώρα στις εκλογές, είναι βέβαιον... ότι όλα τα κόμματα θα κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας, αν πολιτικά πιστεύουν ότι μπορούν να οδηγήσουν τον τόπο σε εκλογές. Όλα τα υπόλοιπα που λέγονται είναι ανάξια σοβαρής συζήτησης. Ότι δήθεν παραβιάζουμε το Σύνταγμα, ότι δήθεν υποβιβάζουμε τον θεσμό». (Πρακτικά της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα, 2000, σ. 280).

30/6/09

ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30.6.2009

Το κλείσιμο μιας ιστορικής εφημερίδας της χώρας μας θα μπορούσε να θεωρηθεί επιστέγασμα της αργόσυρτης πορείας μετασχηματισμού των ΜΜΕ και ειδικότερα της παραδοσιακής τους μορφής, που είναι οι καθημερινές πολιτικές εφημερίδες. Πώς από τη μάχη του βασικού μετόχου πριν από λίγα χρόνια φτάσαμε σήμερα στην αναγκαστική ή αυτόβουλη εγκατάλειψη ενός ισχυρού επικοινωνιακού μηχανισμού; Τι σηματοδοτεί η μετάβαση από τη σύγκρουση μεταξύ πολιτικής εξουσίας, επικοινωνιακής ισχύος και επιχειρηματικών συμφερόντων για τον έλεγχο των μέσων επικοινωνίας στην οικειοθελή αποχώρηση μεγάλων επιχειρηματιών από τον χώρο του Τύπου;
Μια πρώτη, εύκολη απάντηση θα ήταν ότι πράγματι ο Τύπος χάνει σταδιακά τη λάμψη και την επιρροή του. Τόσο στην Ελλάδα όσο και, ιδίως, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Γερμανία αλλά και στις ΗΠΑ διεξάγεται μια εντεινόμενη συζήτηση για τη μείωση της κυκλοφορίας των σημαντικότερων εφημερίδων, για τα φαινόμενα κατασκευασμένων ρεπορτάζ, για τις απειλές κατά του πλουραλισμού των ΜΜΕ, για την ολοένα στενότερη σχέση του επικοινωνιακού συστήματος με την πολιτική και την οικονομική εξουσία και για τη συρρίκνωση της δημοσιογραφίας ως αυτόνομου επαγγέλματος. Υπό αυτήν την εκδοχή η υποχώρηση του Τύπου τον καθιστά μια δαπανηρή επένδυση, χωρίς να εξασφαλίζονται κατ’ ανάγκην τα αντίστοιχα «ανταποδοτικά οφέλη» για τις επιχειρήσεις.
Μήπως αυτό σημαίνει ότι το κράτος και η πολιτική εξουσία πέτυχαν να χειραγωγήσουν τον Τύπο; Υφίσταται, δηλαδή, πράγματι μια κρατική παρέμβαση στο πεδίο των ΜΜΕ και ειδικότερα του Τύπου, που υπερβαίνει τη θεμιτή, αναγκαία και συνταγματικά επιβεβλημένη παρέμβαση της πολιτείας; Μορφές χειραγώγησης του Τύπου ασφαλώς υπάρχουν και δεν είναι καινούργιες. Έχουν να κάνουν με τη διανομή της διαφημιστικής πίτας από την πλευρά του κράτους, με την παράλληλη απασχόληση ή και την άδηλη χρηματοδότηση δημοσιογράφων, αλλά και με τον ανοιχτό πόλεμο μεταξύ πολιτικής τάξης και τμήματος των ΜΜΕ που είχε ως επίκεντρο την περιβόητη συνταγματική ρύθμιση περί βασικού μετόχου, που κατέρρευσε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Ενδεχομένως θα ήταν πιο εύστοχο να επιχειρηθεί η εξήγηση της υποχώρησης του Τύπου κάτω από ένα συνδυαστικό πρίσμα. Χωρίς αμφιβολία οι εφημερίδες στη μεταβιομηχανική δημοκρατία όπου κυριαρχούν τα ηλεκτρονικά μέσα πωλούν λιγότερο, άρα γίνονται και λιγότερο ελκυστικές για τους διαφημιστές. Ταυτόχρονα, όμως, η εφημερίδα ως επικοινωνιακό μέσο κατ’ εξοχήν έκφρασης γνώμης αποδυναμώνεται στην εποχή του life style, της πολιτικής απάθειας και της ιδιωτικοποίησης της πολιτικής. Ο μετασχηματισμός του Τύπου αντανακλά τον μετασχηματισμό της πολιτείας, τη συγκρότηση ενός νέου τύπου πολίτη, τη μετάβαση σε νέες μορφές πολιτικής έκφρασης και επικοινωνίας. Το πρόβλημα δεν είναι, λοιπόν, εάν το κράτος χειραγωγεί τα ΜΜΕ ή τα media χειραγωγούν την πολιτική εξουσία, αλλά ποια αυτοτελή αξία διαθέτει πλέον η ελευθερία της πληροφόρησης και του Τύπου, όταν η ίδια η λειτουργία των εφημερίδων συντελείται υπό εντελώς νέους όρους. Η σχετική συζήτηση πρέπει να γίνει πρωτίστως με πρωτοβουλία όσων έχουν ενεργό ρόλο στο πεδίο των ΜΜΕ, με γνώμονα τις αρχές της ανεξαρτησίας του Τύπου.

16/6/09

ΑΠΟΧΗ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 16.6.2009

Το ποσοστό της αποχής στις ευρωεκλογές είναι το σημαντικότερο «εύρημα» για την κατανόηση μιας σειράς κρίσιμων μεταλλάξεων στις οποίες υπόκειται η ελληνική κοινωνία. Οι πιο αισιόδοξοι επιχειρούν βέβαια να εξηγήσουν την αδιαφορία του μισού εκλογικού σώματος είτε ως συγκυριακό φαινόμενο είτε ως απομάκρυνση των πολιτών από το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ερμηνεία όλων των δεδομένων και τάσεων που καταγράφονται στις έρευνες κοινής γνώμης των τελευταίων χρόνων αποκαλύπτει ότι πίσω από την έκρηξη αδιαφορίας και απόρριψης υποβόσκει μια παγιωμένη πλέον κρίση αντιπροσώπευσης.
Τον σκληρό πυρήνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αποτελεί η διεξαγωγή περιοδικών εκλογών, με την απρόσκοπτη συμμετοχή πολιτικών κομμάτων και την εγγύηση ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων συλλογικής δράσης. Στο πλαίσιο αυτό δεν αρκεί, ωστόσο, η διασφάλιση της δυνατότητας συμμετοχής του πολίτη στις δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά η επιβεβαίωση του νοήματος της πολιτικής συμμετοχής. Μια πολιτεία όπου οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν υπάρχει δυνατότητα για ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, μετατρέπεται σε ελλειμματική δημοκρατία. Οπως έχει επισημάνει ο νομπελίστας Πoλ Κρούγκμαν, εάν οι πολίτες ψήφιζαν με μόνο κριτήριο το συμφέρον τους, πιθανόν δεν θα έμπαιναν καν στον κόπο να ψηφίσουν, αφού το κόστος της προσέλευσης στην κάλπη ξεπερνάει το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της οποιασδήποτε ψήφου στη δική τους ευημερία. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι συνέβη την Κυριακή των ευρωεκλογών. Όμως, εν προκειμένω οι πολίτες δεν επέλεξαν την αποχή μόνο επειδή θεώρησαν ότι ελάχιστα μπορούν να αλλάξουν στο σημερινό καταθλιπτικό πολιτικό τοπίο, αλλά και ως έκφραση απαξίωσης της πολιτικής τάξης και δυσθυμίας απέναντι στον τρόπο που λειτουργεί η πολιτεία.
Η κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας επιτείνεται εξαιτίας της κρίσης του πολιτικού λόγου. Η διαρκής αποδυνάμωση της ικανότητας των πολιτικών κομμάτων να αντιπροσωπεύσουν τις κοινωνικές δυνάμεις προς τις οποίες απευθύνονται, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του σταδιακού μετασχηματισμού τους σε κόμματα με άμεση, εξωθεσμική ή και παρασιτική παρέμβαση στον κρατικό μηχανισμό, αλλά και συνέπεια της ανεπάρκειάς τους να αρθρώσουν πολιτικό λόγο που να υπερβαίνει μια διαμεσολαβητική-διαχειριστική λογική.
Η απόσταση ανάμεσα στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των κομμάτων και στα μέλη ή τους ψηφοφόρους τους φαίνεται να διευρύνεται σταθερά. Από την άλλη πλευρά, η άμβλυνση των διακριτικών ιδεολογικών γνωρισμάτων των κομμάτων δεν σημαίνει ότι έχουν παύσει να λειτουργούν, έστω κατά τρόπο ελλειμματικό, ως θεσμοί διαμεσολάβησης της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Όπως έχει όμως επισημάνει ο Γερμανός κοινωνιολόγος Κλάους Οφε, οι ηθοποιοί της πολιτικής σκηνής δεν δικαιολογούν τον εαυτό τους με το επιχείρημα ότι αυτοί θέλουν αυτό που κάνουν, αλλά με το επιχείρημα ότι αυτοί δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν οτιδήποτε άλλο από αυτό που κάνουν. Όσο και αν η λεγόμενη δημοκρατία των μέσων μαζικής επικοινωνίας προσφέρει νέες δυνατότητες πρόσβασης και συμμετοχής των πολιτών στη δημόσια σφαίρα, ωστόσο τείνει να εκτραπεί σε επικοινωνιακή ψευδοπολιτική.
Το ερώτημα είναι εάν την εκλογική αποχή θα ακολουθήσει η κοινωνική έκρηξη ή η επιβίωση ενός κομματικού συστήματος χωρίς πραγματική κοινωνική νομιμοποίηση.

2/6/09

Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 2.6.2009

Παρά την προεκλογική πόλωση που επιδιώκεται, ιδίως από τα δύο κόμματα εξουσίας, προκειμένου να αυξήσουν τα ποσοστά συσπείρωσης των ψηφοφόρων τους, οι δημοσκοπήσεις προβλέπουν υψηλό ποσοστό αποχής την ερχόμενη Κυριακή. Αυτό δεν οφείλεται κυρίως στην αποτελμάτωση της πορείας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά κατά βάση στη γενικευμένη δυσθυμία των πολιτών απέναντι στο ελληνικό κομματικό σύστημα και στην πολιτική τάξη. Τούτο αποτυπώνεται, άλλωστε, και στα απρόσμενα υψηλά ποσοστά που καταγράφουν οι Οικολόγοι Πράσινοι, των οποίων οι πολιτικές θέσεις δεν έχουν γίνει ακόμη ευρέως γνωστές στο εκλογικό σώμα, όμως εκπροσωπούνται από στελέχη άφθαρτα, χωρίς προηγούμενη εμπλοκή σε «βρώμικα» παιχνίδια εξουσίας.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά στο ενδεχόμενο ενός ρεκόρ αποχής, που μάλιστα δεν θα εκφράζει μόνο την αδιαφορία, αλλά σε έντονο βαθμό τη δυσανεξία και την αποδοκιμασία των πολιτών απέναντι σε πρόσωπα και θεσμούς. Αυτή η εκλογική στάση πιθανόν αποτελεί προπομπό μιας ευρύτερης αντι-συστημικής τοποθέτησης διευρυνόμενων τμημάτων της κοινωνίας και ασφαλώς συναρτάται με την παρατεταμένη σκανδαλολογία και τη συρρίκνωση της αξιοπιστίας της πολιτικής τάξης.
Μια τέτοια εξέλιξη δεν αποκλείεται βέβαια να θεωρηθεί θετική από όσους πρεσβεύουν τη ριζική ανατροπή του σημερινού πολιτικού-κομματικού σκηνικού και την ολική ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, ωστόσο εγκυμονεί ταυτόχρονα σοβαρούς κινδύνους για την ομαλή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Είναι όλοι οι πολιτικοί σήμερα διεφθαρμένοι και επίορκοι; Εχουν διαβρωθεί οι θεσμοί και η πολιτική τάξη σε τέτοιο βαθμό, ώστε οποιαδήποτε συμμετοχή στα κοινά να θεωρείται εξ ορισμού ύποπτη ή μάταιη; Οσα πολιτικά πρόσωπα κατηγορήθηκαν για εμπλοκή σε σκάνδαλα κρύβουν πράγματι σκοτεινές διαδρομές και συναλλαγές;
Ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε η Βουλή, η κυβέρνηση αλλά και τμήμα της Δικαιοσύνης στο ζήτημα των σκανδάλων πολιτικής διαφθοράς ενίσχυσε τις υποψίες και παρείχε σοβαρά ερείσματα στους υποστηρικτές της άποψης ότι «όλα είναι σάπια». Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών αποδείχτηκε διάτρητος. Οι παρεμβάσεις του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου χαρακτηρίστηκαν ως συνταγματικά απαράδεκτες. Η πρόωρη λήξη της δεύτερης Συνόδου της Βουλής εξέθρεψε ποικίλα σενάρια περί συγκάλυψης σκανδάλων. Η πολιτική τάξη λειτούργησε, εν τέλει, κατά τρόπο ώστε να υποσκαφθεί η αξιοπιστία της εν συνόλω. Ολοι πλέον εμφανίζονται δυνάμει ένοχοι, συνένοχοι ή συγκαλύπτοντες. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να αποκατασταθεί η χαμένη τιμή της πολιτικής τάξης, όταν δίωξη για ποινικά αδικήματα κατά όσων διετέλεσαν μέλη της κυβέρνησης την περίοδο 2004-2007 δεν είναι πλέον επιτρεπτό να ασκηθεί λόγω παραγραφής; Θα μείνει για πάντα αναπόδεικτη και ανεξιχνίαστη η τυχόν εμπλοκή τους, όταν η τιμή τους έχει ίσως θιγεί ανεπανόρθωτα;
Την έσχατη διέξοδο (αυτο)προστασίας τόσο των «ύποπτων» πολιτικών προσώπων όσο και του συνόλου της πολιτικής τάξης προσφέρει το άρθρο 86 παρ. 5 του Συντάγματος, που προβλέπει τη σύσταση από τη Βουλή ειδικής επιτροπής για τον έλεγχο των κατηγοριών, ύστερα από αίτηση των διωχθέντων ή των κληρονόμων τους. Αυτή τη διαδικασία οφείλουν να ακολουθήσουν όσοι έχουν το θάρρος, για να αποκαταστήσουν έστω την έσχατη ώρα τη χαμένη τιμή των πολιτικών.