15/7/09

ΟΙ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 15.7.2009

Στην Ελλάδα δημοσκοπήσεις για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων διενεργούνται πλέον όλο τον χρόνο, από τον Σεπτέμβριο έως το τέλος Ιουνίου. Αυτές που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, πριν από τις βουλευτικές εκλογές ή τις ευρωεκλογές, παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που δικαιολογεί μια ξεχωριστή ρύθμισή τους.
Πράγματι, οι δημοσκοπήσεις αυτές, ακόμη και αν διεξάγονται σύμφωνα με όλους τους κανόνες της επιστήμης και παρέχουν σωστή πληροφόρηση για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων, επηρεάζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τη γνησιότητα της ψήφου στις πραγματικές εκλογές. Η γνώση της πρόθεσης ψήφου των άλλων μπορεί να μεταβάλει την αυθεντική προτίμηση του εκλογέα και να τον οδηγήσει σε μια επιλογή που αλλιώς δεν θα έκανε.
Γι' αυτό, στις περισσότερες δημοκρατικές χώρες, αν και όχι σε όλες, υπάρχει μια χρονικά κυμαινόμενη απαγόρευση δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων των δημοσκοπήσεων που διενεργούνται κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Στην Πορτογαλία, η απαγόρευση ισχύει σε όλη την προεκλογική περίοδο, στην Ιταλία περιορίζεται στις δεκαπέντε μέρες πριν από τις εκλογές, στην Ισπανία στις πέντε μέρες πριν. Στη Γαλλία μέχρι το 2002 ίσχυε απαγόρευση επτά ημερών πριν από τις εκλογές. Όμως, ύστερα από μια απόφαση του γαλλικού Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε, με αποφθεγματικό μάλλον τρόπο και χωρίς ιδιαίτερη επιχειρηματολογία, ότι η απαγόρευση ερχόταν σε σύγκρουση με την ελευθερία της πληροφόρησης κατά το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απαγόρευση ισχύει πλέον μόνο για την προηγούμενη ημέρα των εκλογών και φυσικά για την ημέρα της ψηφοφορίας. Με τον ν. 2623/1998 εισήχθη και στην Ελλάδα απαγόρευση δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων δημοσκοπήσεων για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων, κατά τις δεκαπέντε ημέρες πριν από τις εκλογές. Από όσο γνωρίζω, κανείς δεν προέβαλε, με κάποια σοβαρά επιχειρήματα, ζήτημα αντισυνταγματικότητας της απαγόρευσης αυτής.
Ο νόμος αυτός, παρά τις πρακτικές δυσκολίες της εφαρμογής του στο Ιντερνετ, ανταποκρίθηκε στον σκοπό του, δηλαδή στην προστασία, κατά το δυνατόν, της αυτόνομης διαμόρφωσης της βούλησης των εκλογέων.
Αιφνιδίως, το καλοκαίρι του 2008, η κυβέρνηση και ο τότε υπουργός Επικρατείας, επαναπαυμένοι από τις ευνοϊκές μέχρι εκείνη την περίοδο δημοσκοπήσεις και χωρίς να ακούν τη «μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων», απαγόρευσαν τη δημοσιοποίησή τους μόνο την προηγούμενη ημέρα της διενέργειας των εκλογών και την ημέρα της ψηφοφορίας (ν. 3688/2008).
Έναν χρόνο μετά, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να επαναφέρει την απαγόρευση των δεκαπέντε ημερών, τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ διατηρεί και σταθεροποιεί το προβάδισμά του στις δημοσκοπήσεις που επιβεβαιώθηκε και στις ευρωεκλογές. Όπως είπαμε, η απαγόρευση είναι δικαιολογημένη κα σύμφωνη με το Σύνταγμα.
Το πρόβλημα είναι η αντίληψη του κυβερνώντος κόμματος για τη νομοθετική λειτουργία. Από την οποία απουσιάζει πλήρως η έννοια της «ουδετερότητας» του νόμου, δηλαδή του προσανατολισμού του στο γενικό συμφέρον και όχι σε ιδιωφελή κομματικά συμφέροντα.

14/7/09

ΚΟΜΜΑΤΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 14.7.2009

Καθώς πληθαίνουν οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Siemens αναδεικνύεται πόσο βαθιά έχει αλλοιωθεί όχι μόνο η λειτουργία βασικών θεσμών της πολιτείας, αλλά και οι ίδιες οι αντιλήψεις της κοινωνίας γι’ αυτούς. Πώς, δηλαδή, η κομματοκρατία και η διαφθορά εκλαμβάνονται πλέον ως κάτι δεδομένο και «φυσιολογικό».
Στο επίκεντρο της διαφθοράς και της διαστρέβλωσης των θεσμών εντοπίζεται ο τρόπος με τον οποίο αναπαράγονται και ασκούν τον θεσμικό τους ρόλο τα πολιτικά κόμματα. Αδιαφανείς χρηματοδοτήσεις, απουσία αξιόπιστων εσωτερικών μηχανισμών δημοκρατικού ελέγχου, έλλειψη ουσιαστικής λογοδοσίας για τις κομματικές δαπάνες, άδηλες ή έκνομες οικονομικές συναλλαγές, νομή της εξουσίας κατά τρόπο ώστε να αντλούνται οικονομικά οφέλη για το κόμμα, διευκολύνοντας την προεκλογική προετοιμασία του αλλά και χρηματοδοτώντας δραστηριότητες εκτός των θεμιτών σκοπών του. Ταυτόχρονα, οι υπέρογκες εκλογικές δαπάνες των υποψήφιων βουλευτών, ως αποτέλεσμα του συστήματος του σταυρού προτίμησης, τους καθιστούν ομήρους κρυφών ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων ή «διευκολύνσεων» από κέντρα επικοινωνιακής και οικονομικής ισχύος, που ασφαλώς προσφέρουν τις ενισχύσεις τους με το αζημίωτο, προσδοκώντας στη μελλοντική «εύνοια» των πολιτικών.
Ολα τα προηγούμενα είναι γνωστά, όπως και το γεγονός ότι μέσα σε αυτή τη συμφωνία συνενοχής και συγκάλυψης ορισμένοι εκπρόσωποι της πολιτικής τάξης δεν περιορίζονται στην άντληση πόρων για τη χρηματοδότηση των εκλογικών δαπανών τους και των λοιπών αναγκών «αναπαραγωγής» τους, αλλά αυξάνουν προκλητικά την ατομική περιουσία τους. Όμως σοβαρές ενδείξεις ή αποδείξεις μέχρι πρότινος δεν υπήρχαν. Είκοσι χρόνια, ωστόσο, μετά την υπόθεση Κοσκωτά, το σκάνδαλο Siemens φέρνει στην επιφάνεια ορισμένα ίχνη για όσα οι πολίτες υποπτεύονται. Είναι μάλιστα καθοριστικής σημασίας ότι κορυφαίοι πολιτικοί ευθαρσώς δηλώνουν ότι έτσι λειτουργεί το πολιτικό μας σύστημα και ουδείς θα έπρεπε να εκπλήσσεται.
Ποιος αμφιβάλλει για τον τρόπο που χρηματοδοτούνται σήμερα τα κόμματα και οι πολιτικοί; Ποιος τους ελέγχει; Ποιος εμπιστεύεται τους εικονικούς ισολογισμούς που δημοσιεύουν τα κόμματα, όταν άλλωστε τα διπλά βιβλία αποτελούν κοινό τόπο στο πλαίσιο της παραοικονομίας; Ποιοι πείθονται από το κατ’ ουσίαν ανέλεγκτο πόθεν έσχες των βουλευτών; Πώς μπορεί να περιμένει κανείς να παρέμβει αποτελεσματικά η Δικαιοσύνη όταν ποικίλες μορφές εξάρτησης τη συνδέουν με την πολιτική τάξη;
Οι πολίτες φοβούνται το κενό εξουσίας και την ακυβερνησία. Παρ’ όλο που το βαρόμετρο της Διεθνούς Διαφάνειας αποκαλύπτει ότι 6 στους 10 Έλληνες χαρακτηρίζουν τα κόμματα διεφθαρμένα και η εκλογική αποχή ανέρχεται στο υψηλότερο επίπεδο διαχρονικά, ωστόσο το κομματικό σύστημα φαίνεται να αντέχει. Εάν όμως η υποψία καταστεί βεβαιότητα, η αγανάκτηση και η δυσθυμία των πολιτών δεν αποκλείεται να λάβουν απρόβλεπτη τροπή. Η απουσία σοβαρών μηχανισμών δημόσιου ελέγχου ενδέχεται να υποκατασταθεί, σε μια τέτοια περίπτωση, από τη δημόσια διαπόμπευση των συνενόχων. Τα κρίσιμα ερωτήματα είναι ποιοι θα ωφεληθούν από μια τέτοια «πολιτική πανδημία» και εάν υπάρχει πλέον δυνατότητα για αναδιοργάνωση των όρων διεξαγωγής της πολιτικής.

13/7/09

ΤΟ ΑΝΗΘΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ...
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 13.7.2009

Η νομοθετική ρύθμιση για την περιβόητη «τακτοποίηση» των ημιυπαίθριων χώρων και των «υπογείων» είναι πια γεγονός. Ευρισκόμενη σε κατάσταση απόγνωσης για την πορεία των δημοσίων εσόδων και με το ενδεχόμενο της παύσης πληρωμών του ελληνικού Δημοσίου να πλησιάζει απειλητικά, η κυβέρνηση επιχειρεί με τον τρόπο αυτόν να βρει μια λύση απελπισίας - κάτι σαν την έξοδο του Μεσολογγίου.
Η «τακτοποίηση» είναι βέβαια ψευδεπίγραφη, αφού ακόμη και οι κυβερνητικοί «εγκέφαλοι» γνωρίζουν ότι η συνταγματική επιταγή για την προστασία του περιβάλλοντος εμποδίζει, σύμφωνα και με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, την εκ των υστέρων νομιμοποίηση των πολεοδομικών αυθαιρεσιών. Συνεπώς όσοι ιδιοκτήτες ακινήτων καταπιούν το δόλωμα της «τακτοποίησης», θα βρεθούν εσαεί εγκλωβισμένοι σε παγίδα, αφού μελλοντικές κυβερνήσεις και κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες θα μπορούν οποτεδήποτε να τους επιβάλουν νέες επιβαρύνσεις κάθε είδους για τα ακίνητα που θα δηλωθούν τώρα.
Πέρα από αυτό όμως, η «τακτοποίηση», όπως επιχειρείται, είναι και ανήθικη από την πλευρά του ελληνικού κράτους. Και τούτο διότι ακριβώς το κράτος είναι εκείνο που επέτρεψε και εξέθρεψε το εξαιρετικά διαδεδομένο φαινόμενο της πολεοδομικής αυθαιρεσίας στη χώρα μας. Το κράτος είναι εκείνο που θέσπισε ρυθμίσεις οι οποίες από τη φύση τους αποτελούσαν ανοικτή πρόκληση για τον κάθε κατασκευαστή να παρανομήσει ώστε να επωφεληθεί, όπως π.χ. η πρόβλεψη ημιυπαίθριων χώρων σε διαστάσεις ολόκληρων δωματίων ή ημιυπογείων σε σημαντικό ύψος πάνω από το έδαφος, ώστε να διευκολύνεται η αλλαγή χρήσης. Και το ίδιο κράτος είναι εκείνο που επί αρκετές δεκαετίες αδιαφορεί ή αδυνατεί να ελέγξει την εφαρμογή της πολεοδομικής (του) νομοθεσίας, δηλ. στην πραγματικότητα ανέχεται την παρανομία. Ακριβώς η παρατεταμένη αυτή ανοχή είχε δημιουργήσει σε όλους τους συναλλασσόμενους, κατασκευαστές και αγοραστές την πεποίθηση ότι μπορούν να καταστρατηγούν τη νομοθεσία ατιμώρητοι και είχε ωθήσει πρακτικά τις τιμές των συγκεκριμένων χώρων σε ύψη παρεμφερή με εκείνα των νόμιμα δομημένων μέτρων.
Σήμερα λοιπόν το ίδιο ανήθικο κράτος είναι εκείνο που έρχεται να απαιτήσει από τους τωρινούς ιδιοκτήτες να ξαναπληρώσουν στην Εφορία, για τη δήθεν «τακτοποίηση», τα ίδια μέτρα τα οποία είχαν πληρώσει ως να ήταν νόμιμα στους αδηφάγους εργολάβους, επειδή τους είχαν εξαναγκάσει οι οικονομικοί «νόμοι» της προσφοράς και της ζήτησης. Αν υπήρχε στοιχειώδης σοβαρότητα, θα όφειλε το κράτος να ελέγχει, να διαπιστώνει τις παρανομίες και τις αυθαιρεσίες και είτε να προχωρεί σε κατεδαφίσεις μέσα σε σύντομο χρόνο από την κατασκευή του ακινήτου, είτε στον καταλογισμό υψηλών προστίμων σε βάρος των πραγματικών υπαιτίων, δηλαδή των κατασκευαστών. Όμως η στοιχειώδης αυτή σοβαρότητα λείπει από το διεφθαρμένο, και κατ’ ουσίαν πολιτικά χρεοκοπημένο, κομματικό μας σύστημα και κατ’ επέκταση από το κομματοκρατούμενο ελληνικό κράτος. Επειδή όμως δύσκολα θα βρει αφελείς να σπεύσουν να δηλώσουν οι ίδιοι την αλλαγή χρήσης και να πληρώσουν κυριολεκτικά για το τίποτε (δηλαδή για τη μη νομιμοποίηση), οι ελπίδες του κράτους αυτού να διαφύγει από τη δημοσιονομική κατάρρευση μέσω... ημιυπαίθριου μάλλον θα αποδειχθούν φρούδες.

1/7/09

ΤΟ "ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ" ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 1.7.2009

Το ζήτημα της αλλαγής του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απασχόλησε τόσο τη Βουλή του 1996, η οποία διαπίστωσε με πλειοψηφία 161 ψήφων την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 32 Συντ., όσο και την Αναθεωρητική Βουλή του 2000, στην οποία δεν επιτεύχθηκε τελικά η απαιτούμενη πλειοψηφία των 180 ψήφων για την αναθεώρησή του. Έτσι, το άρθρο 32 Συντ., το οποίο φαίνεται ότι θα αναδειχθεί σε κλειδί των πολιτικών εξελίξεων, παρέμεινε ως είχε στο συνταγματικό κείμενο.
Το παράδοξο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι θα αξιοποιήσει τη δυνατότητα που του παρέχει το άρθρο 32 Συντ. για να προκαλέσει πρόωρες εκλογές, στη Βουλή του 2000 είχε προτείνει την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου, για να μη χρησιμοποιείται η καταψήφιση του υποψηφίου Προέδρου ως τρόπος διάλυσης της Βουλής, ενώ αντίθετα η Νέα Δημοκρατία, η οποία σήμερα εγκαλεί το ΠΑΣΟΚ για καταχρηστική χρήση του άρθρου 32 Συντ., είναι η ίδια που εμπόδισε την αναθεώρησή του. Η αλήθεια είναι ότι τόσο η πρόταση του ΠΑΣΟΚ όσο και εκείνη της Νέας Δημοκρατίας είχαν περισσότερα μειονεκτήματα από αυτά που παρουσιάζει η ρύθμιση του άρθρου 32 Συντ.
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ ήταν να μη διαλύεται η Βουλή μετά την τρίτη άκαρπη ψηφοφορία στην οποία απαιτούνται 180 ψήφοι, αλλά να επαναλαμβάνονται οι ψηφοφορίες έως ότου επιτευχθεί η αυξημένη αυτή πλειοψηφία. Επειδή μια τέτοια πλειοψηφία δύσκολα θα μπορούσε να είναι μονοκομματική, η πρόταση αυτή διασφάλιζε την εκλογή ενός προσώπου που θα συγκέντρωνε τη συναίνεση μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος. Πλην όμως, υπήρχε ο κίνδυνος να αποβαίνουν συνεχώς άκαρπες οι ψηφοφορίες και η πολιτική ζωή να περιστρέφεται επί μακρόν γύρω από το παιχνίδι της προεδρικής εκλογής. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας ήταν η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία όμως θα αποδυνάμωνε ουσιωδώς τον υπερκομματικό του ρόλο και θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες στον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.
Εν συγκρίσει προς τις προτάσεις αυτές, νομίζουμε ότι είναι καλύτερη η ισχύουσα ρύθμιση. Χωρίς αμφιβολία, η ρύθμιση αυτή αφήνει στις πολιτικές δυνάμεις ένα περιθώριο ελεύθερης πολιτικής αξιολόγησης σχετικά με τη σκοπιμότητα ολοκλήρωσης ή πρόωρης λήξης της κοινοβουλευτικής περιόδου.
Αυτό το αναπόφευκτο «πολιτικό στοιχείο» της προεδρικής εκλογής -με βάση το ισχύον άρθρο 32 Συντ.- το επεσήμανε με τη χαρακτηριστική του ευθύτητα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης:
«Από την ώρα που το Σύνταγμα... προβλέπει τη δυνατότητα, επ ευκαιρία της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, να οδηγηθεί η χώρα στις εκλογές, είναι βέβαιον... ότι όλα τα κόμματα θα κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας, αν πολιτικά πιστεύουν ότι μπορούν να οδηγήσουν τον τόπο σε εκλογές. Όλα τα υπόλοιπα που λέγονται είναι ανάξια σοβαρής συζήτησης. Ότι δήθεν παραβιάζουμε το Σύνταγμα, ότι δήθεν υποβιβάζουμε τον θεσμό». (Πρακτικά της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα, 2000, σ. 280).

30/6/09

ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30.6.2009

Το κλείσιμο μιας ιστορικής εφημερίδας της χώρας μας θα μπορούσε να θεωρηθεί επιστέγασμα της αργόσυρτης πορείας μετασχηματισμού των ΜΜΕ και ειδικότερα της παραδοσιακής τους μορφής, που είναι οι καθημερινές πολιτικές εφημερίδες. Πώς από τη μάχη του βασικού μετόχου πριν από λίγα χρόνια φτάσαμε σήμερα στην αναγκαστική ή αυτόβουλη εγκατάλειψη ενός ισχυρού επικοινωνιακού μηχανισμού; Τι σηματοδοτεί η μετάβαση από τη σύγκρουση μεταξύ πολιτικής εξουσίας, επικοινωνιακής ισχύος και επιχειρηματικών συμφερόντων για τον έλεγχο των μέσων επικοινωνίας στην οικειοθελή αποχώρηση μεγάλων επιχειρηματιών από τον χώρο του Τύπου;
Μια πρώτη, εύκολη απάντηση θα ήταν ότι πράγματι ο Τύπος χάνει σταδιακά τη λάμψη και την επιρροή του. Τόσο στην Ελλάδα όσο και, ιδίως, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Γερμανία αλλά και στις ΗΠΑ διεξάγεται μια εντεινόμενη συζήτηση για τη μείωση της κυκλοφορίας των σημαντικότερων εφημερίδων, για τα φαινόμενα κατασκευασμένων ρεπορτάζ, για τις απειλές κατά του πλουραλισμού των ΜΜΕ, για την ολοένα στενότερη σχέση του επικοινωνιακού συστήματος με την πολιτική και την οικονομική εξουσία και για τη συρρίκνωση της δημοσιογραφίας ως αυτόνομου επαγγέλματος. Υπό αυτήν την εκδοχή η υποχώρηση του Τύπου τον καθιστά μια δαπανηρή επένδυση, χωρίς να εξασφαλίζονται κατ’ ανάγκην τα αντίστοιχα «ανταποδοτικά οφέλη» για τις επιχειρήσεις.
Μήπως αυτό σημαίνει ότι το κράτος και η πολιτική εξουσία πέτυχαν να χειραγωγήσουν τον Τύπο; Υφίσταται, δηλαδή, πράγματι μια κρατική παρέμβαση στο πεδίο των ΜΜΕ και ειδικότερα του Τύπου, που υπερβαίνει τη θεμιτή, αναγκαία και συνταγματικά επιβεβλημένη παρέμβαση της πολιτείας; Μορφές χειραγώγησης του Τύπου ασφαλώς υπάρχουν και δεν είναι καινούργιες. Έχουν να κάνουν με τη διανομή της διαφημιστικής πίτας από την πλευρά του κράτους, με την παράλληλη απασχόληση ή και την άδηλη χρηματοδότηση δημοσιογράφων, αλλά και με τον ανοιχτό πόλεμο μεταξύ πολιτικής τάξης και τμήματος των ΜΜΕ που είχε ως επίκεντρο την περιβόητη συνταγματική ρύθμιση περί βασικού μετόχου, που κατέρρευσε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Ενδεχομένως θα ήταν πιο εύστοχο να επιχειρηθεί η εξήγηση της υποχώρησης του Τύπου κάτω από ένα συνδυαστικό πρίσμα. Χωρίς αμφιβολία οι εφημερίδες στη μεταβιομηχανική δημοκρατία όπου κυριαρχούν τα ηλεκτρονικά μέσα πωλούν λιγότερο, άρα γίνονται και λιγότερο ελκυστικές για τους διαφημιστές. Ταυτόχρονα, όμως, η εφημερίδα ως επικοινωνιακό μέσο κατ’ εξοχήν έκφρασης γνώμης αποδυναμώνεται στην εποχή του life style, της πολιτικής απάθειας και της ιδιωτικοποίησης της πολιτικής. Ο μετασχηματισμός του Τύπου αντανακλά τον μετασχηματισμό της πολιτείας, τη συγκρότηση ενός νέου τύπου πολίτη, τη μετάβαση σε νέες μορφές πολιτικής έκφρασης και επικοινωνίας. Το πρόβλημα δεν είναι, λοιπόν, εάν το κράτος χειραγωγεί τα ΜΜΕ ή τα media χειραγωγούν την πολιτική εξουσία, αλλά ποια αυτοτελή αξία διαθέτει πλέον η ελευθερία της πληροφόρησης και του Τύπου, όταν η ίδια η λειτουργία των εφημερίδων συντελείται υπό εντελώς νέους όρους. Η σχετική συζήτηση πρέπει να γίνει πρωτίστως με πρωτοβουλία όσων έχουν ενεργό ρόλο στο πεδίο των ΜΜΕ, με γνώμονα τις αρχές της ανεξαρτησίας του Τύπου.

16/6/09

ΑΠΟΧΗ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 16.6.2009

Το ποσοστό της αποχής στις ευρωεκλογές είναι το σημαντικότερο «εύρημα» για την κατανόηση μιας σειράς κρίσιμων μεταλλάξεων στις οποίες υπόκειται η ελληνική κοινωνία. Οι πιο αισιόδοξοι επιχειρούν βέβαια να εξηγήσουν την αδιαφορία του μισού εκλογικού σώματος είτε ως συγκυριακό φαινόμενο είτε ως απομάκρυνση των πολιτών από το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ερμηνεία όλων των δεδομένων και τάσεων που καταγράφονται στις έρευνες κοινής γνώμης των τελευταίων χρόνων αποκαλύπτει ότι πίσω από την έκρηξη αδιαφορίας και απόρριψης υποβόσκει μια παγιωμένη πλέον κρίση αντιπροσώπευσης.
Τον σκληρό πυρήνα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αποτελεί η διεξαγωγή περιοδικών εκλογών, με την απρόσκοπτη συμμετοχή πολιτικών κομμάτων και την εγγύηση ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων συλλογικής δράσης. Στο πλαίσιο αυτό δεν αρκεί, ωστόσο, η διασφάλιση της δυνατότητας συμμετοχής του πολίτη στις δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά η επιβεβαίωση του νοήματος της πολιτικής συμμετοχής. Μια πολιτεία όπου οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν υπάρχει δυνατότητα για ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, μετατρέπεται σε ελλειμματική δημοκρατία. Οπως έχει επισημάνει ο νομπελίστας Πoλ Κρούγκμαν, εάν οι πολίτες ψήφιζαν με μόνο κριτήριο το συμφέρον τους, πιθανόν δεν θα έμπαιναν καν στον κόπο να ψηφίσουν, αφού το κόστος της προσέλευσης στην κάλπη ξεπερνάει το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της οποιασδήποτε ψήφου στη δική τους ευημερία. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι συνέβη την Κυριακή των ευρωεκλογών. Όμως, εν προκειμένω οι πολίτες δεν επέλεξαν την αποχή μόνο επειδή θεώρησαν ότι ελάχιστα μπορούν να αλλάξουν στο σημερινό καταθλιπτικό πολιτικό τοπίο, αλλά και ως έκφραση απαξίωσης της πολιτικής τάξης και δυσθυμίας απέναντι στον τρόπο που λειτουργεί η πολιτεία.
Η κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας επιτείνεται εξαιτίας της κρίσης του πολιτικού λόγου. Η διαρκής αποδυνάμωση της ικανότητας των πολιτικών κομμάτων να αντιπροσωπεύσουν τις κοινωνικές δυνάμεις προς τις οποίες απευθύνονται, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του σταδιακού μετασχηματισμού τους σε κόμματα με άμεση, εξωθεσμική ή και παρασιτική παρέμβαση στον κρατικό μηχανισμό, αλλά και συνέπεια της ανεπάρκειάς τους να αρθρώσουν πολιτικό λόγο που να υπερβαίνει μια διαμεσολαβητική-διαχειριστική λογική.
Η απόσταση ανάμεσα στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των κομμάτων και στα μέλη ή τους ψηφοφόρους τους φαίνεται να διευρύνεται σταθερά. Από την άλλη πλευρά, η άμβλυνση των διακριτικών ιδεολογικών γνωρισμάτων των κομμάτων δεν σημαίνει ότι έχουν παύσει να λειτουργούν, έστω κατά τρόπο ελλειμματικό, ως θεσμοί διαμεσολάβησης της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Όπως έχει όμως επισημάνει ο Γερμανός κοινωνιολόγος Κλάους Οφε, οι ηθοποιοί της πολιτικής σκηνής δεν δικαιολογούν τον εαυτό τους με το επιχείρημα ότι αυτοί θέλουν αυτό που κάνουν, αλλά με το επιχείρημα ότι αυτοί δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν οτιδήποτε άλλο από αυτό που κάνουν. Όσο και αν η λεγόμενη δημοκρατία των μέσων μαζικής επικοινωνίας προσφέρει νέες δυνατότητες πρόσβασης και συμμετοχής των πολιτών στη δημόσια σφαίρα, ωστόσο τείνει να εκτραπεί σε επικοινωνιακή ψευδοπολιτική.
Το ερώτημα είναι εάν την εκλογική αποχή θα ακολουθήσει η κοινωνική έκρηξη ή η επιβίωση ενός κομματικού συστήματος χωρίς πραγματική κοινωνική νομιμοποίηση.

2/6/09

Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 2.6.2009

Παρά την προεκλογική πόλωση που επιδιώκεται, ιδίως από τα δύο κόμματα εξουσίας, προκειμένου να αυξήσουν τα ποσοστά συσπείρωσης των ψηφοφόρων τους, οι δημοσκοπήσεις προβλέπουν υψηλό ποσοστό αποχής την ερχόμενη Κυριακή. Αυτό δεν οφείλεται κυρίως στην αποτελμάτωση της πορείας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά κατά βάση στη γενικευμένη δυσθυμία των πολιτών απέναντι στο ελληνικό κομματικό σύστημα και στην πολιτική τάξη. Τούτο αποτυπώνεται, άλλωστε, και στα απρόσμενα υψηλά ποσοστά που καταγράφουν οι Οικολόγοι Πράσινοι, των οποίων οι πολιτικές θέσεις δεν έχουν γίνει ακόμη ευρέως γνωστές στο εκλογικό σώμα, όμως εκπροσωπούνται από στελέχη άφθαρτα, χωρίς προηγούμενη εμπλοκή σε «βρώμικα» παιχνίδια εξουσίας.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά στο ενδεχόμενο ενός ρεκόρ αποχής, που μάλιστα δεν θα εκφράζει μόνο την αδιαφορία, αλλά σε έντονο βαθμό τη δυσανεξία και την αποδοκιμασία των πολιτών απέναντι σε πρόσωπα και θεσμούς. Αυτή η εκλογική στάση πιθανόν αποτελεί προπομπό μιας ευρύτερης αντι-συστημικής τοποθέτησης διευρυνόμενων τμημάτων της κοινωνίας και ασφαλώς συναρτάται με την παρατεταμένη σκανδαλολογία και τη συρρίκνωση της αξιοπιστίας της πολιτικής τάξης.
Μια τέτοια εξέλιξη δεν αποκλείεται βέβαια να θεωρηθεί θετική από όσους πρεσβεύουν τη ριζική ανατροπή του σημερινού πολιτικού-κομματικού σκηνικού και την ολική ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, ωστόσο εγκυμονεί ταυτόχρονα σοβαρούς κινδύνους για την ομαλή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Είναι όλοι οι πολιτικοί σήμερα διεφθαρμένοι και επίορκοι; Εχουν διαβρωθεί οι θεσμοί και η πολιτική τάξη σε τέτοιο βαθμό, ώστε οποιαδήποτε συμμετοχή στα κοινά να θεωρείται εξ ορισμού ύποπτη ή μάταιη; Οσα πολιτικά πρόσωπα κατηγορήθηκαν για εμπλοκή σε σκάνδαλα κρύβουν πράγματι σκοτεινές διαδρομές και συναλλαγές;
Ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε η Βουλή, η κυβέρνηση αλλά και τμήμα της Δικαιοσύνης στο ζήτημα των σκανδάλων πολιτικής διαφθοράς ενίσχυσε τις υποψίες και παρείχε σοβαρά ερείσματα στους υποστηρικτές της άποψης ότι «όλα είναι σάπια». Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών αποδείχτηκε διάτρητος. Οι παρεμβάσεις του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου χαρακτηρίστηκαν ως συνταγματικά απαράδεκτες. Η πρόωρη λήξη της δεύτερης Συνόδου της Βουλής εξέθρεψε ποικίλα σενάρια περί συγκάλυψης σκανδάλων. Η πολιτική τάξη λειτούργησε, εν τέλει, κατά τρόπο ώστε να υποσκαφθεί η αξιοπιστία της εν συνόλω. Ολοι πλέον εμφανίζονται δυνάμει ένοχοι, συνένοχοι ή συγκαλύπτοντες. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να αποκατασταθεί η χαμένη τιμή της πολιτικής τάξης, όταν δίωξη για ποινικά αδικήματα κατά όσων διετέλεσαν μέλη της κυβέρνησης την περίοδο 2004-2007 δεν είναι πλέον επιτρεπτό να ασκηθεί λόγω παραγραφής; Θα μείνει για πάντα αναπόδεικτη και ανεξιχνίαστη η τυχόν εμπλοκή τους, όταν η τιμή τους έχει ίσως θιγεί ανεπανόρθωτα;
Την έσχατη διέξοδο (αυτο)προστασίας τόσο των «ύποπτων» πολιτικών προσώπων όσο και του συνόλου της πολιτικής τάξης προσφέρει το άρθρο 86 παρ. 5 του Συντάγματος, που προβλέπει τη σύσταση από τη Βουλή ειδικής επιτροπής για τον έλεγχο των κατηγοριών, ύστερα από αίτηση των διωχθέντων ή των κληρονόμων τους. Αυτή τη διαδικασία οφείλουν να ακολουθήσουν όσοι έχουν το θάρρος, για να αποκαταστήσουν έστω την έσχατη ώρα τη χαμένη τιμή των πολιτικών.

23/5/09

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", 23.5.2009

Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις του Ευρωβαρομαρόμετρου (Ελευθεροτυπία 15.4.2009) μόνο το 34% των ευρωπαίων πολιτών είναι διατεθειμένοι να ψηφίσουν στις επικείμενες ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου 2009. Η αδιαφορία αυτή των ευρωπαίων για αυτή την εξέχουσα δημοκρατική διαδικασία οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι δεν έχουν πεισθεί ότι μπορούν με την ψήφο τους να διαμορφώσουν τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Φαίνεται ότι οι ευρωπαίοι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για το γεγονός ότι οι εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχουν αυξηθεί, (δεν είναι βέβαιο ότι αυτό το γνωρίζουν όλοι), και ότι στους τομείς που έχει αρμοδιότητα η ΕΕ δεν μπορούν πλέον να ληφθούν αποφάσεις χωρίς τη συμφωνία της πλειοψηφίας των ευρωβουλευτών. Μεγαλύτερη σημασία έχει ο τρόπος που σχηματίζεται η πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Είναι γνωστό ότι πλειοψηφία σχηματίζεται συνήθως χωρίς ευρωπαϊκά πολιτικό-ιδεολογικά κριτήρια και χωρίς σαφείς πολιτικές αντιπαραθέσεις, επειδή τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα (πολιτικές ομάδες) είναι τόσο ανομοιογενή στο εσωτερικό τους, που δεν μπορούν η/και δεν έχουν ισχυρή βούληση να καταρτίσουν συγκεκριμένα κοινά πολιτικά προγράμματα και συνεπώς σαφείς προτάσεις για την πορεία της Ευρώπης.
Έτσι, οι ευρωπαίοι πολίτες κρίνουν ότι είναι πολιτικά ανώφελο στις Ευρωεκλογές να ψηφίζουν τα πολιτικά κόμματα των χωρών τους, τα οποία συνήθως έχουν συγκεκριμένα πολιτικά προγράμματα για την Ευρώπη, αλλά είναι ανίσχυρα από μόνα τους, εφόσον δεν υπάρχει πολιτική προγραμματική συμφωνία με τα αντίστοιχα κόμματα και των άλλων χωρών-μελών, να σχηματίσουν πολιτική πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να καθορίσουν έτσι την πορεία της Ε.Ε
Η σημερινή οικονομική κρίση, η οποία αποτελεί για όλους τους ευρωπαίους πολίτες ένα πολύ μεγάλο και κατεξοχήν κοινό πρόβλημα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή της σημερινής κατάστασης. Τα ευρωπαϊκά κόμματα θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στα σημερινά κοινά προβλήματα των ευρωπαίων πολιτών καταρτίζοντας προγράμματα χωρίς μεγάλες εθνικές κομματικές διαφοροποιήσεις αλλά με συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις για την έξοδο της Ε.Ε από την σημερινή κρίση.
Βεβαίως, είναι προφανές ότι στην Ε.Ε των 27, η ανομοιογένεια στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κομμάτων είναι αναπόφευκτη. Όμως, αν υπάρξει ισχυρή πολιτική βούληση, δεν μπορεί να αποκλεισθεί μια εξέλιξη, στην οποία η σημερινή οικονομική κρίση θα είναι καταλύτης, όπου οι ευρωπαίοι πολίτες θα ψηφίζουν πραγματικά ευρωπαϊκά κόμματα.
Τα κόμματα αυτά θα προτείνουν τους υποψηφίους τους σε κάθε χώρα –μέλος, οι οποίοι θα αναπτύσσουν το ενιαίο πρόγραμμά τους για την Ευρώπη. Μια ενδιαφέρουσα ιδέα θα ήταν κάθε ευρωπαϊκό κόμμα να επιλέγει ως Πρόεδρο του αυτόν που θα ήθελε να προτείνει για Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ώστε να είναι σαφέστερη η πολιτική επιλογή. Μόνον τότε οι ευρωπαίοι πολίτες θα έχουν ενδιαφέρον για την Ευρωπαϊκή Ένωση ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης.
Όλα τα παραπάνω μοιάζουν σήμερα ουτοπικά. Δεν φαίνεται να υπάρχουν σαφείς ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές και συνεπώς πολιτικές αντιπαραθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής απάντησης στην σημερινή οικονομική κρίση. Έτσι οι αποφάσεις που αφορούν άμεσα την Ε.Ε και τους ευρωπαίους πολίτες λαμβάνονται σχεδόν αποκλειστικά από τα μεγάλα Κράτη-μέλη στις διεθνείς συναντήσεις, συντηρώντας την πεποίθηση των ευρωπαίων πολιτών ότι η συμμετοχή τους στις ευρωεκλογές είναι πολιτικά ατελέσφορη.
Όμως αυτή η κατάσταση δεν πρέπει να αποθαρρύνει τους ευρωπαίους πολίτες, οδηγώντας τους στην αποχή από τις ευρωεκλογές, αλλά αντίθετα να τους ωθεί να ψηφίσουν εκείνα τα πολιτικά κόμματα που επιδιώκουν την πολιτικοποίηση και συνεπώς τον εκδημοκρατισμό της λήψης των αποφάσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προσπαθούν να διαμορφώσουν μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση στη σημερινή οικονομική κρίση.

20/5/09

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟ ΑΙΣΘΗΜΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 20.5.2009

Σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης -και όχι μόνο στην Ελλάδα- οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχουν αποκτήσει ακόμη μια αυθεντικά «ευρωπαϊκή» διάσταση. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει ένα σύστημα «κομματικής κυβέρνησης» αντίστοιχο με εκείνο των κρατών-μελών και δεν είναι βέβαιον ότι ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να δημιουργηθεί ακόμη και μετά τη συγκρότηση ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων.
Γι’ αυτό οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο λειτουργούν ουσιαστικά ως «ενδιάμεσες» εκλογές (mid-term elections), ενταγμένες στον εσωτερικό εκλογικό κύκλο των εθνικών πολιτικών συστημάτων. Ωστόσο, σε σύγκριση με άλλες μορφές «ενδιάμεσων» εκλογών, όπως αυτών που διεξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, για την ανανέωση μέρους της σύνθεσης των νομοθετικών σωμάτων, οι ευρωεκλογές έχουν κατά κανόνα χαρακτηριστικά εκλογών «δεύτερης τάξης», δηλαδή δεν θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις.
Το μοντέλο των εκλογών «δεύτερης τάξης» (second-order elections) χαρακτηρίζεται από τα εξής κυρίως στοιχεία. Πρώτον, μεγάλη αποχή σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές, η οποία δεν επιτρέπει ασφαλή διάγνωση ή πρόγνωση του πραγματικού συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων. Δεύτερον, πτώση της εκλογικής δύναμης του κόμματος που νίκησε στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές, το οποίο υφίσταται το αναπόφευκτο «κόστος διακυβέρνησης». Αν εξαιρέσει κανείς την περίπτωση διεξαγωγής των ευρωεκλογών αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές, όπου ο «μήνας του μέλιτος» των εκλογέων με τον νικητή παρατείνεται (Ελλάδα, 2004), είναι συνηθισμένο φαινόμενο στα δικομματικά συστήματα το δεύτερο κόμμα στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές να έρχεται πρώτο στις ευρωεκλογές. Χρήσιμα πολιτικά συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν μόνο αν η ήττα του κυβερνώντος κόμματος είναι μεγάλη. Και τρίτον, προτίμηση των εκλογέων στα μικρά ή σε νέα κόμματα, η οποία πάντως μπορεί να αποδειχθεί εφήμερη.
Ωστόσο, το μοντέλο των εκλογών «δεύτερης τάξης» μπορεί να μην επαληθευθεί στην ελληνική περίπτωση. Αυτό που καθιστά πολιτικά σημαντικές τις ευρωεκλογές του 2009 στην Ελλάδα είναι το ενδεχόμενο μιας μεγάλης ήττας της Νέας Δημοκρατίας, τέτοιας που να θέτει ζήτημα ύπαρξης προφανούς δυσαρμονίας της υπάρχουσας Βουλής προς τη λαϊκή βούληση, διαπιστωμένης πλέον με βάση αντικειμενικά δεδομένα και όχι δημοσκοπικές εκτιμήσεις.
Συνυπολογιζομένου του «κόστους διακυβέρνησης», ως τέτοια ήττα, που μαρτυρεί τη δυσμενή μεταβολή του λαϊκού αισθήματος απέναντι στην κυβέρνηση, μπορεί να θεωρηθεί εκείνη που υπερβαίνει τις πέντε ή έξι ποσοστιαίες μονάδες διαφοράς από το ΠΑΣΟΚ, υπό την προϋπόθεση ότι η αποχή δεν θα είναι ασυνήθιστα μεγάλη.
Αναφερόμαστε στο ενδεχόμενο αυτό, το οποίο σύμφωνα με ορισμένες δημοσκοπήσεις φαίνεται αυτή τη στιγμή αρκετά πιθανό (βλ. τις τελευταίες δημοσκοπήσεις της Public Issue και της Metron Analysis), διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα έχει επιβεβαιωθεί επίσημα η διάσταση ανάμεσα στη Βουλή και το εκλογικό σώμα, και ο πρωθυπουργός, έστω και αν έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, θα είναι πολύ δύσκολο να δικαιολογήσει στην κοινή γνώμη την ανάγκη για συνέχιση και κανονική λήξη της παρούσας βουλευτικής περιόδου.

19/5/09

ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 19.5.2009

Τους τελευταίους μήνες τα σκάνδαλα πολιτικής διαφθοράς δεσπόζουν στον δημόσιο διάλογο. Παράλληλα η εντεινόμενη εκλογολογία ματαιώνει κάθε πρωτοβουλία συγκροτημένης αντιμετώπισης των σύνθετων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που επέφερε η διεθνής κρίση. Η σκανδαλολογία λειτουργεί ως ένα εντυπωσιακό θέαμα, με ηθικές, θεσμικές και πολιτικές προεκτάσεις, που απομακρύνει το βλέμμα από την κοινωνική δυστυχία και την παντελή απουσία αποτελεσματικών κρατικών πολιτικών για την αποτροπή ή τον μετριασμό της. Στην «κοινωνία του θεάματος», όπως έχει γράψει ο Γάλλος διανοητής Γκι Ντεμπόρ, το αληθινό μετατρέπεται σε μια στιγμή του ψεύτικου. Οι 150 χιλιάδες επιπλέον άνεργοι που σώρευσε κατά το τελευταίο εξάμηνο η οικονομική κρίση στη χώρα μας, όπως καταδεικνύουν πρόσφατα στοιχεία του ΟΑΕΔ και της ΕΣΥΕ, αποτελούν μια αμείλικτη πραγματικότητα, που σκιάζεται από την υπερχειλίζουσα δημοσιότητα των σκανδάλων.
Ομως, το οδυνηρότερο σκάνδαλο δεν είναι άλλο από τη διογκούμενη περιθωριοποίηση τμημάτων του εργατικού δυναμικού, χωρίς ορατή επιστροφή στην αγορά εργασίας ή, έστω, ικανοποιητική εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης των ανέργων, των υποαπασχολουμένων και των οικογενειών τους. Η έξαρση της μικρομεσαίας εγκληματικότητας με εμπλοκή προσώπων «υπεράνω υποψίας» είναι απόρροια της διάτρησης της κοινωνικής συνοχής. Οι συνταγματικές και θεσμικές εγγυήσεις της απασχόλησης, των συνθηκών εργασίας, της προστασίας των εργαζομένων απέναντι σε καταχρηστικούς όρους και αθέμιτες πρακτικές των εργοδοτών αποδεικνύονται ανεπαρκείς για τη διατήρηση έστω και ενός πυρήνα σεβασμού της αξιοπρέπειας στην εργασία. Η απελπισία των ανέργων τούς οδηγεί σε πελατειακές συναλλαγές, μετατρέποντάς τους σε θύματα των ψηφοθηρικών πρακτικών του κομματικού συστήματος. Η ανασφάλεια των εποχικών, προσωρινής ή μερικής απασχόλησης εργαζομένων και των απασχολουμένων σε προγράμματα stage τους καθιστά εύκολο στόχο μικροκομματικών συναλλαγών. Παράλληλα, οι εταιρείες που «νοικιάζουν» εργαζομένους, μεθοδεύοντας την αποσάθρωση θεμελιωδών κοινωνικών τους δικαιωμάτων, λίγο απέχει από το να χαρακτηριστούν ως μεσάζοντες της ανθρώπινης εκμετάλλευσης.
Η επικύρωση του τετραημέρου ως ευέλικτης μορφής απασχόλησης στη Σύνοδο της Πράγας πριν από μερικές εβδομάδες δεν έτυχε της οφειλόμενης προσοχής. Πρόκειται για κρίσιμη υποχώρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, που σε συνάρτηση με την προ πολλού εγκατάλειψη του στόχου της πλήρους απασχόλησης αναδεικνύει την απόλυτη αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ενωσης να ισορροπήσει την επιδίωξη συγκεκριμένων οικονομικών δεικτών με τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Η Ευρώπη, αντί να κατευθύνει και να συνδράμει τα κράτη-μέλη στην άμβλυνση των κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης, εμμένει στη λογιστική προσέγγιση του Συμφώνου Σταθερότητας και νομιμοποιεί την αποχαλίνωση των εργοδοτών.
Λιγότερο από τρεις εβδομάδες πριν από τις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν φαίνεται να προβάλλεται επαρκώς μέσα από τον προεκλογικό πολιτικό λόγο το αίτημα για μια Ευρώπη που θα στηρίξει τα κοινωνικά δικαιώματα. Για εκείνους που βιώνουν τις συνέπειες ή τον κίνδυνο της ανεργίας, ισχυρό κίνητρο συμμετοχής στις εκλογές και αποτροπής της προσχώρησής τους σε αντισυστημικές τάσεις ή σε ακραίες κομματικές εκφράσεις δεν αποτελεί η σκανδαλολογία, αλλά η διατύπωση εφαρμόσιμων προτάσεων για ενίσχυση της απασχόλησης και των εγγυήσεων της εργασίας.

18/5/09

ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΜΟΝΟ ΜΕ ΑΝΑΤΡΟΠΗ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 18.5.2009

Οι επερχόμενες ευρωεκλογές έχουν οξύνει τις τελευταίες εβδομάδες τη συνηθισμένη -όσο και ανούσια- κομματική αντιπαράθεση, καθώς τα κόμματα επιχειρούν να συσπειρώσουν τους πελάτες-οπαδούς τους, για να επιτύχουν το καλύτερο δυνατό εκλογικό αποτέλεσμα. Αν επιχειρήσει ωστόσο κανείς μια κάπως βαθύτερη εξέταση του πράγματος, μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι δεν πρόκειται για δημοκρατική εκλογική διαδικασία, όπως ίσως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αλλά για αναπαράσταση τέτοιας διαδικασίας, δηλαδή για (κακοπαιγμένη) θεατρική παράσταση.
Κατ’ αρχάς δεν πρόκειται για δημοκρατική διαδικασία, αφού, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, οι «λίστες» των υποψήφιων ευρωβουλευτών και η σειρά εκλογιμότητας καθορίσθηκαν κατά την ανέλεγκτη βούληση των ηγεσιών των κομμάτων. Ιδίως σε ό,τι αφορά τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, που θα εκλέξουν ασφαλώς και τους περισσότερους ευρωβουλευτές, πρόκειται ουσιαστικά για απευθείας ανάθεση αξιώματος από τον κληρονομικό ηγεμόνα του κόμματος στους εκλεκτούς του, κατ’ αναλογία π.χ. της απονομής τίτλων ευγενείας από τη βασίλισσα της Αγγλίας. Το αναμενόμενο αντάλλαγμα βέβαια είναι η αφοσίωση και η υποταγή τους σ' αυτόν που τους έχρισε. Εξυπακούεται ότι όχι μόνο για τα πρόσωπα, αλλά ούτε και για κανένα ζήτημα πολιτικής, ευρωπαϊκής ή άλλης, υπήρξε οποιοσδήποτε σοβαρός διάλογος σε κάποιο συλλογικό όργανο των κομμάτων αυτών. Στην πραγματικότητα άλλωστε τα κομματικά όργανα είναι διακοσμητικού χαρακτήρα και ο βασικός τους ρόλος συνίσταται στο να χειροκροτούν τους ανωτέρω κληρονομικούς ηγεμόνες στις θεατρικές εμφανίσεις τους. Ούτε και σοβαρή εκλογική διαδικασία είναι όμως οι «ευρωεκλογές», επειδή οι αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο όλο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι άκρως περιορισμένες. Γι’ αυτό άλλωστε τα ευρωπαϊκά θέματα θίγονται ελάχιστα ή καθόλου στην προεκλογική εκστρατεία των κομμάτων, αφού (εύλογα) δεν συγκινούν τους ψηφοφόρους. Οι «ευρωεκλογές» είναι στην πραγματικότητα μια πανάκριβη δημοσκόπηση για τα εθνικά πολιτικά δρώμενα, όπου το «δείγμα», αντί για 1.000 ή 2.000 άτομα, όπως στις λοιπές δημοσκοπήσεις, είναι μερικά εκατομμύρια εκλογέων.
Τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, τόσο τα βραχυπρόθεσμα (οικονομική κρίση, κίνδυνος δημοσιονομικής κατάρρευσης, υγεία, παιδεία, εθνικά θέματα), όσο και τα μακροπρόθεσμα (δημογραφικό, περιβαλλοντικό, πολιτισμικό), θα υπάρχουν αναλλοίωτα την επαύριον όχι μόνο των ευρωεκλογών, αλλά και των μελλοντικών εθνικών εκλογών. Το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα όχι μόνο αδυνατεί, αλλά και δεν ενδιαφέρεται να τα αντιμετωπίσει. Το ζητούμενο για τα κόμματα εξουσίας είναι η εξουσία ως αυτοσκοπός (ή έστω ως μέσο για την επίτευξη προσωπικών ή οικογενειακών-δυναστικών σκοπών) και για τα κόμματα διαμαρτυρίας η διαμαρτυρία ως αυτοσκοπός (γι’ αυτό και αρνούνται εκ των προτέρων κάθε σκέψη για συνεργασία, που θα νόθευε την ιδεολογική τους «καθαρότητα»). Μια καλύτερη προοπτική για τη χώρα θα μπορούσε να προέλθει μόνο μέσα από μια συνολική ανατροπή, όπως εκείνη η οποία συνέβη πριν από ακριβώς εκατό χρόνια με την επανάσταση στου Γουδή και την έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

11/5/09

ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΘΕΣΜΩΝ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.5.2009

Σύμφωνα με το άρθρο 64 του Συντάγματος, η ετήσια τακτική σύνοδος της Βουλής αρχίζει την πρώτη Δευτέρα κάθε Οκτωβρίου και διαρκεί τουλάχιστον πέντε μήνες. Κατά συνέπεια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δηλαδή ουσιαστικά η κυβέρνηση που του προτείνει την έκδοση του σχετικού διατάγματος, μπορεί να κηρύξει τη λήξη της συνόδου οποτεδήποτε από τις αρχές Μαρτίου και μετά.
Έτσι, η προχθεσινή έκδοση του διατάγματος λήξης της συνόδου 2008 - 2009 ήταν συνταγματικά επιτρεπτή, αν και συνιστά απόκλιση από την ακολουθούμενη συνήθως πρακτική να διαρκεί η σύνοδος ως τα τέλη Ιουνίου. Οι ευρωεκλογές δεν αποτελούσαν εμπόδιο προς τούτο, αφού το άρθρο 40 του Συντάγματος δίνει την ευχέρεια να ανασταλούν οι εργασίες της Βουλής για το διάστημα της προεκλογικής περιόδου (ώστε να συμμετάσχουν οι βουλευτές ανεμπόδιστα στην προεκλογική εκστρατεία).
Είναι άρα προφανές ότι, πίσω από την πρόωρη λήξη της παρούσας δεύτερης συνόδου της Βουλής, η οποία προήλθε από τις εκλογές του 2007, υποκρύπτονταν κυβερνητική σκοπιμότητα. Η σκοπιμότητα συνίσταται στην, επερχόμενη αυτοδίκαια με τη λήξη της συνόδου αυτής, απόσβεση του δικαιώματος της Βουλής να ασκήσει δίωξη κατά υπουργών για αδικήματα της βουλευτικής περιόδου 2004-2007. Πρόκειται λοιπόν για ένα ακόμη βήμα προς τον ευτελισμό των δημοκρατικών θεσμών, στον οποίο επιδίδεται ακάθεκτος ο κληρονομικός ηγεμόνας της «Νέας Δημοκρατίας».

6/5/09

ΠΑΘΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 6.5.2009

Όποιος γνωρίζει το συνταγματικό δίκαιο και αγνοεί τη λειτουργία των κομμάτων έχει μια λανθασμένη ιδέα για τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα. Αντίθετα, όποιος γνωρίζει τη λειτουργία των κομμάτων και αγνοεί το συνταγματικό δίκαιο, έχει μια ακριβή, αν και όχι πλήρη, ιδέα των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων. Τροποποιώντας κάπως το γνωστό αυτό απόφθεγμα του Maurice Duverger, μπορούμε να πούμε ότι κατά τη σημερινή φάση εξέλιξης των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων, όποιος γνωρίζει τη λειτουργία των κομμάτων μπορεί συγχρόνως να εντοπίσει και κάποιες αιτίες της αποδυνάμωσης της «κανονιστικότητας» του Συντάγματος, που οφείλονται στις πολιτικές συμπεριφορές των κομμάτων.
Πράγματι, σε ορισμένα πολιτικά συστήματα η σύγκρουση ανάμεσα στις πολιτικές συμπεριφορές των κομμάτων και το γραπτό Σύνταγμα τείνει να αποκτήσει ενδημικό χαρακτήρα. Μια τέτοια περίπτωση πολιτικού συστήματος αποτελεί το ελληνικό, μεταπολιτευτικό, πολιτικό σύστημα, το οποίο πλέον λειτουργεί όχι μόνο παράλληλα, αλλά συχνά και αντίθετα προς το ισχύον Σύνταγμα.
Για παράδειγμα, το πελατειακό σύστημα των προσλήψεων στη δημόσια διοίκηση, το οποίο αναπτύχθηκε κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ και έφτασε στο αποκορύφωμά του τα τελευταία πέντε χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία, αποτελεί κατάφωρη άρνηση του ισχύοντος Συντάγματος. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για την αρχή της ελεύθερης εντολής και της κατά συνείδηση ψήφου των βουλευτών. Ελεύθερη εντολή σημαίνει πως ο βουλευτής είναι ελεύθερος να ψηφίσει ή να μην ψηφίσει σύμφωνα με τις υποδείξεις του κόμματός του. Τυχόν διαφοροποίησή του από την κομματική γραμμή μπορεί να έχει πολιτικές συνέπειες, αλλά όχι την απώλεια του αξιώματός του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα πρέπει να μπορεί να εκφράσει τη βούλησή του, όποια κι αν είναι αυτή. Κάτι το οποίο αρνήθηκε η Νέα Δημοκρατία στους βουλευτές της, επιλέγοντας την αποχώρηση από τη διαδικασία για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου. Με τη συμπεριφορά του αυτή το κυβερνών κόμμα αφήρεσε από τους βουλευτές του κάθε αντιπροσωπευτική λειτουργία και κατήργησε στην πράξη την αυτονομία του αντιπροσωπευτικού οργάνου. Αλλά, κατά το Σύνταγμά μας, κόμμα, κυβέρνηση και Κοινοβουλευτική Ομάδα δεν είναι ένα και το αυτό.
Με αυτά και άλλα συναφή θέματα, στρεφόμενα όλα γύρω από τις παθολογίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ασχολείται ο Ξενοφών Κοντιάδης στο πρόσφατο βιβλίο του «Ελλειμματική Δημοκρατία. Κράτος και κόμματα στη σύγχρονη Ελλάδα» (εκδ. Ι. Σιδέρη, 2009). Στο βιβλίο του αυτό ο Κοντιάδης αναδεικνύει την ουσία του «ελληνικού προβλήματος», που βρίσκεται στον μετασχηματισμό της «δημοκρατίας των κομμάτων» σε κομματοκρατία, δηλαδή στην κατάληψη του Κράτους και όλων των θεσμών του από το εκάστοτε κυβερνών κόμμα. Δίνει έτσι αφορμή όχι μόνο στη συνειδητοποίηση του προβλήματος αυτού αλλά και σε μια γόνιμη δημόσια συζήτηση για τη θεραπεία του, η οποία πλέον δεν μπορεί να καθυστερήσει, αν δεν θέλουμε να βυθιστεί οριστικά η Ελλάδα σε μια γενική παρακμή.

5/5/09

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ ΧΩΡΙΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΟΡΑΜΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 5.5.2009

Έναν μήνα πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι πλέον προφανές ότι ουδείς αναγνωρίζει τη σημασία τους για το μέλλον της Ευρώπης. Απροκάλυπτα το διακύβευμα των εκλογών έχει συνδεθεί αποκλειστικά με τις επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης ήττας της ΝΔ. Αλλωστε, όπως φαίνεται ήδη από τον προεκλογικό λόγο που αρθρώνουν τα κόμματα, η επιχειρηματολογία δεν στηρίζεται στις θέσεις τους σε θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά στην τρέχουσα, παρακμιακή ελληνική επικαιρότητα. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που οι ευρωεκλογές διεξάγονται δίχως να προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος και ενημέρωση των πολιτών για την πορεία του ενωσιακού εγχειρήματος. Όμως στις ευρωεκλογές του Ιουνίου το φαινόμενο λαμβάνει ακραίες διαστάσεις.
Οι λόγοι είναι προφανείς: Κατ’ αρχάς η κυβέρνηση Καραμανλή ακροβατεί και οι δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν την εκλογική επιρροή της ΝΔ στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δέκα χρόνων, εν μέσω εντεινόμενων συμπτωμάτων κρατικής αναποτελεσματικότητας και διαφθοράς.
Από την άλλη πλευρά, υποτονικό εμφανίζεται σήμερα το όραμα μιας ισχυρής Ευρώπης, ικανής να διαμορφώσει συνεκτικές πολιτικές για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και να παρέμβει σε κρίσιμα ζητήματα όπως η διεθνής ασφάλεια, η ενέργεια και οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι, η ανεργία, η φτώχεια και οι μεταναστευτικές και δημογραφικές προκλήσεις. Σε όλα τα προηγούμενα πεδία αποδεικνύεται ότι τα κράτη-έθνη μεμονωμένα δεν μπορούν πλέον να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικές πολιτικές. Παρ’ όλα αυτά, ο εσωτερικός διχασμός και η ακυβερνησία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επέτρεψαν τη συγκρότησή της ως αυτοδύναμου πόλου ισχύος και διαπραγμάτευσης απέναντι στις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Ρωσία και τις ανερχόμενες περιφερειακές δυνάμεις. Η Ευρώπη εμφανίζεται εσωτερικά διασπασμένη σε ετερογενείς και διαρκώς μεταβαλλόμενες συμμαχίες, χωρίς να διαθέτει πολιτικό όραμα. Η βιαστική διεύρυνση, που υπέσκαψε την προοπτική διαμόρφωσης ενός ευρωπαϊκού δήμου με κοινές αξίες και αρχές, σε συνάρτηση με τις ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες της αδυναμίας να προχωρήσει το εγχείρημα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, οδήγησαν στην αποτελμάτωση της ευρωπαϊκής ιδέας.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αποδείχθηκαν την τελευταία δεκαετία καταστροφικά ανεπαρκείς. Οι λαοί εμπιστεύονται λιγότερο παρά ποτέ την Ένωση. Το δημοκρατικό και το κοινωνικό έλλειμμα διογκώνονται, η κρίση αντιπροσώπευσης και νομιμοποίησης είναι εκρηκτική. Οι πολίτες αδιαφορούν για την εκπροσώπησή τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η στρατηγική των κομμάτων αποδίδει εξαιρετικά χαμηλή προτεραιότητα στην άρθρωση ενός συγκροτημένου προγραμματικού λόγου. Η ηθική και πολιτική κατάρρευση της Ευρώπης δεν μοιάζει, τελικά, να απέχει πολύ. Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει βαριές συνέπειες για το μέλλον των ευρωπαϊκών κρατών και λαών. Για να καταστεί ωστόσο μια άλλη ΕΕ εφικτή προϋποτίθεται πρωτίστως η ενεργοποίηση των ίδιων των λαών, ώστε να μη λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις ερήμην τους και να αντιστραφεί η τάση περιθωριοποίησης της Ευρώπης στη διεθνή σκακιέρα. Η Κυβέρνηση Καραμανλή αργά ή γρήγορα θα παρέλθει, όμως το ερώτημα «ποια Ευρώπη θέλουμε» είναι πλέον επιτακτικό και μακράν σημαντικότερο.

4/5/09

Η ΕΚΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 4.5.2009

Οι τελευταίες εξελίξεις στο σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου αποδεικνύουν ότι ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών έχει εκπέσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να πρόκειται μόνο κατ επίφαση για ευθύνη και κατά βάθος για διασφαλισμένη ατιμωρησία. Στην έκπτωση αυτή καίριο ρόλο διαδραματίζει, ως μη όφειλε, ο επιλεγμένος από τη σημερινή κυβέρνηση εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Το άρθρο 86 παρ. 2 Συντ. σαφώς ορίζει ότι αν στο πλαίσιο ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία τα οποία σχετίζονται με υπουργούς για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους «αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση». Η διάταξη αυτή του θεμελιώδους νόμου της χώρας έχει υπέρτερη ισχύ από κάθε άλλη διάταξη νόμου, Κανονισμού της Βουλής, εγκυκλίου κ.λπ.
Ειδικότερα μάλιστα η εγκύκλιος του προηγούμενου εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δ. Λινού (4/24-12-2003), την οποία επικαλείται ο νυν εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, δεν αποτελεί καν πηγή δικαίου και πάντως παρερμηνεύει το άρθρο 83 του Κανονισμού της Βουλής. Το τελευταίο αφορά τη διαδικασία δίωξης βουλευτών για αδικήματα άσχετα προς τα βουλευτικά τους καθήκοντα, ενώ δεν αφορά καθόλου την ποινική ευθύνη των υπουργών.
Συνεπώς ο έλεγχος του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που προβλέπεται στο άρθρο 83 του Κανονισμού της Βουλής δεν μπορεί να επεκταθεί σε ζητήματα σχετικά με την ποινική ευθύνη των υπουργών.
Εφόσον λοιπόν οι δύο εισαγγελείς εφετών που διερεύνησαν την υπόθεση Βατοπεδίου καταλήγουν σε ενδείξεις για ποινική ευθύνη υπουργών, οφείλουν να διαβιβάσουν οι ίδιοι τη σχετική αναφορά τους στη Βουλή χωρίς καθυστέρηση μαζί με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.
Το ίδιο οφείλει να κάνει και ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, εφόσον οι δύο χειριστές της υπόθεσης εισαγγελείς διαβίβασαν σε αυτόν την αναφορά τους, αντί να τη στείλουν απευθείας στη Βουλή. Οποιαδήποτε παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στο όλο θέμα και πολύ περισσότερο η εκ μέρους του απαγόρευση στους αρμόδιους εισαγγελείς που ενήργησαν την έρευνα να εκπληρώσουν το συνταγματικό καθήκον τους, δηλαδή να αποστείλουν τον φάκελο αμελλητί στη Βουλή, αποτελεί νόσφιση αρμοδιότητας και απροσχημάτιστη παραβίαση του Συντάγματος.
Η αντισυνταγματική αυτή παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποσκοπεί προφανώς στη συγκάλυψη όχι μόνο των ποινικών ευθυνών συγκεκριμένων προσώπων, αλλά και της γενικότερης πολιτικής ευθύνης της κυβέρνησης, η οποία τον επέλεξε στη θέση που κατέχει για το σκάνδαλο Βατοπεδίου. Ο ίδιος άλλωστε είχε φροντίσει εξαρχής να προκαταλάβει την εισαγγελική έρευνα της υπόθεσης, αθωώνοντας προκαταβολικά τους εμπλεκόμενους υπουργούς και υφυπουργούς, με τη μνημειώδη δήλωσή του ότι «παραπλανήθηκαν», ως να ήσαν μωρές παρθένες. Με όλα αυτά εμφανίζεται να ενεργεί όχι ως ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας, αλλά ως συνήγορος της κυβέρνησης, εξευτελίζοντας έτσι τον θεσμικό του ρόλο.

21/4/09

ΚΡΑΤΙΚΗ ΣΗΨΗ ΚΑΙ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 21.4.2009

Το θρίλερ Παυλίδη κρατάει την κυβέρνηση σε ομηρεία. Ταυτόχρονα αναμοχλεύεται πάλι η υπόθεση Siemens, ενώ ανοιχτά παραμένουν τα σκάνδαλα του Βατοπεδίου, των ομολόγων και της εξαγοράς της «Γερμανός» από την Cosmote.
Όμως, τόσο η δικαστική διερεύνηση όσο και ο κοινοβουλευτικός έλεγχος αυτών των τεράστιας πολιτικής, αξιακής και οικονομικής σημασίας υποθέσεων φαίνεται να εξελίσσονται σε ατελέσφορα εγχειρήματα, καθώς, ύστερα από έρευνες δυόμισι χρόνων, τον Ιούνιο φτάνει η ώρα της παραγραφής.
Πίσω από την αργόσυρτη εξέλιξη της διερεύνησης των σκανδάλων δεν υποκρύπτεται μόνο η ενδεχόμενη επιχείρηση συγκάλυψης ευθυνών, αλλά ιδίως η ελλειμματική λειτουργία της δημοκρατίας (βλ. Ξ. Κοντιάδης, Ελλειμματική Δημοκρατία, εκδ. Σιδέρης, 2009). Το φαινόμενο της πολιτικής διαφθοράς δεν είναι ασφαλώς ελληνικό. Όμως, η ελληνική πολιτική τάξη, παρά την αποκάλυψη σημαντικού αριθμού σκανδάλων διαφθοράς, κατόρθωσε να μείνει κατ’ ουσίαν αλώβητη και να μη διαταραχθεί η «εσωτερική» διαδικασία αναπαραγωγής της.
Η μία όψη της ελληνικής ιδιαιτερότητας συνίσταται ασφαλώς στη «διακριτική επιρροή» που ασκεί η πολιτική τάξη στην ποινική δικαιοσύνη, περιορίζοντας, ιδίως σε υποθέσεις «πολιτικού ενδιαφέροντος», τη δικαστική ανεξαρτησία. Η συνταγματική διαρρύθμιση της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστών και εισαγγελέων, κατά την οποία κρίνονται από τα μέλη του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου, σε συνάρτηση με τον διορισμό της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από το Υπουργικό Συμβούλιο, συνεπάγεται τη δυνατότητα έμμεσων πολιτικών παρεμβάσεων στο δικαιοδοτικό έργο.
Η δεύτερη όψη της συγκάλυψης σκανδάλων και της «ατιμωρησίας» της πολιτικής τάξης εντοπίζεται στην απίσχνανση, πέρα από την ποινική ευθύνη, και της πολιτικής ευθύνης. Ο θεσμός της κοινοβουλευτικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης υπολειτουργεί εκ των πραγμάτων σε πλειοψηφικά, δικομματικά συστήματα, όπως το ελληνικό, ιδίως ως προς τον καταλογισμό της ευθύνης μέσω πρότασης δυσπιστίας.
Συμπληρωματικά προς τα προηγούμενα, η κοινοβουλευτική διαδικασία για την άσκηση δίωξης εις βάρος μελών της κυβέρνησης εμφανίζεται, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, εξαιρετικά δύσκολο να ευοδωθεί, τουλάχιστον εάν δεν έχει μεσολαβήσει αντιστροφή της κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων εξουσίας κατόπιν εκλογών.
Και σε αυτή την περίπτωση φαίνεται να υπερισχύει η λογική της αυτοσυντήρησης ή της «αλληλεγγύης» εντός της εκάστοτε κυβερνώσας πλειοψηφίας, που μέσα στις ασφυκτικές προθεσμίες που προβλέπει το άρθρο 86 του Συντ. κατά κανόνα επιλέγει να απορρίψει προτάσεις ποινικής δίωξης εναντίον υπουργών ή πρώην υπουργών. Τέλος, δεν είναι αμελητέες οι επιπτώσεις της εξάρτησης της σύστασης εξεταστικών επιτροπών από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Όλα τα προηγούμενα συναρτώνται, ασφαλώς, με την υπερσυγκέντρωση εξουσίας στις κομματικές ηγεσίες, στο πλαίσιο του παγιωμένου ελλείμματος εσωκομματικής δημοκρατίας. Η ατιμωρησία της κρατικής σήψης δεν μπορεί, ωστόσο, να αντιμετωπιστεί με την εναλλαγή των μεγάλων κομμάτων στην εξουσία, αλλά μέσα από τον μετασχηματισμό του κράτους και μια θεσμική επανάσταση που θα ανανεώσει τις δημοκρατικές και δικαιοκρατικές εγγυήσεις της πολιτείας.

8/4/09

ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΗΜΟΙ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 8.4.2009

Στο Σύνταγμα του 1975 περιελήφθη για πρώτη φορά διάταξη (άρθρο 51, παρ. 4) που προέβλεψε τη δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να ρυθμίσει τα σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου των Ελλήνων εκλογέων εκτός Ελλάδας. Ο κοινός νομοθέτης δεν πήρε καμία τέτοια πρωτοβουλία. Στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, παράλληλα με τη συνταγματική κατοχύρωση του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (άρθρο 108, παρ. 2), ανακινήθηκε και το θέμα αυτό, με δύο ουσιώδεις αλλαγές στο άρθρο 51, παρ. 4. Πρώτον, την πρόβλεψη αυξημένης πλειοψηφίας των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών για την ψήφιση του σχετικού νόμου -μια ευτυχής έμπνευση του Ευ. Βενιζέλου- και δεύτερον, την κατ’ αρχήν προτίμηση της επιστολικής ψήφου ως μέσου διευκόλυνσης της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος από τους ευρισκόμενους εκτός Ελλάδας εκλογείς.
Τόσο το παλαιό όσο και το νέο άρθρο 51, παρ. 4 Συντ. δεν προσέφεραν στους εκτός Ελλάδας εκλογείς κάτι που δεν είχαν. Οι απόδημοι Έλληνες και οι άλλοι ευρισκόμενοι εκτός Ελλάδας συμπατριώτες μας, εφόσον έχουν και διατηρούν την ελληνική ιθαγένεια, μπορούν να ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές όπως και οι άλλοι Έλληνες πολίτες. Αρκεί να έλθουν στην Ελλάδα και να ψηφίσουν.
Με τον τρόπο αυτόν αποδεικνύουν τη σταθερότητα του δεσμού με τη μητέρα πατρίδα και εκδηλώνουν εμπράκτως τη βούλησή τους να συνεχίσουν να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Το άρθρο 51, παρ. 4 Συντ. αφορά εκείνους που δεν μπορούν να υποστούν αυτήν την ωραία ταλαιπωρία. Ποιος είναι όμως ο σκοπός του άρθρου αυτού; Ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης ήθελε άραγε οι απόδημοι και οι άλλοι διεσπαρμένοι στις πέντε ηπείρους Έλληνες πολίτες να καθορίζουν με την ψήφο τους «εξ αποστάσεως» τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα; Ο Ιταλός συνταγματικός νομοθέτης το 2001 είχε επίγνωση των απρόβλεπτων συνεπειών της «προσμέτρησης» των ψήφων των Ιταλών μεταναστών στις ψήφους των ευρισκομένων εντός της Επικρατείας εκλογέων και γι’ αυτό προέβλεψε ότι οι περίπου 2.500.000 δυνητικοί εκλογείς εκτός Ιταλίας θα εκλέγουν σε «περιφέρειες εξωτερικού», ανά ήπειρο, 12 βουλευτές και 6 γερουσιαστές, αφαιρούμενους από τον συνολικό αριθμό των μελών κάθε Βουλής (630 και 315, αντίστοιχα).
Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση, με το νομοσχέδιο που κατέθεσε πρόσφατα στη Βουλή, δεν θέλει να έχουν οι απόδημοι τη δική τους -συμβολική κατά βάση- αντιπροσώπευση, αλλά να επηρεάζουν άμεσα και καθοριστικά με την ψήφο τους τον κομματικό ανταγωνισμό στην Ελλάδα. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης -πλην του ΛΑΟΣ- καθώς και το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού επιμένουν στο ιταλικό πρότυπο, το μόνο που ταιριάζει σε μια χώρα με μεγάλο αριθμό μεταναστών, όπως η Ελλάδα. Έτσι θα μπορούσαν να δημιουργηθούν τρεις εκλογικές «περιφέρειες εξωτερικού» (Ευρώπη, Αμερική και Αφρική, Ασία και Ωκεανία), στις οποίες θα αντιστοιχούσαν 5 το πολύ βουλευτικές έδρες, αφαιρούμενες από τις 12 έδρες των βουλευτών Επικρατείας. Είναι ένα άλλο ζήτημα αν αυτό μπορεί να γίνει μόνο με συνταγματική αναθεώρηση ή με κοινό νόμο.

7/4/09

ΤΟ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 7.7.2009

Σχεδόν άπαντες προεξοφλούν τους τελευταίους μήνες ότι οι βουλευτικές εκλογές δεν αργούν. Ακόμη και υψηλόβαθμα στελέχη της κυβερνώσας παράταξης έχουν προσανατολίσει τον πολιτικό τους σχεδιασμό με απώτατο ορίζοντα 6-10 μηνών. Η λογική των σχετικών αναλύσεων βασίζεται σε τρία αλληλένδετα δεδομένα: Πρώτον στη ραγδαία φθορά της κυβέρνησης, σε συνάρτηση με την οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεύτερον, στις εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες για την οικονομία και την κοινωνία, που οφείλονται πρωτίστως στη διεθνή κρίση και συνεπάγονται μέτρα αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, ακολουθώντας τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τρίτον, στη θεσμική εκκρεμότητα που συνιστά η λήξη της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας τον ερχόμενο Μάρτιο.
Η εντεινόμενη εκλογολογία έχει επηρεάσει όλους τους τομείς της οικονομίας και των κρατικών λειτουργιών, καθώς προκαλεί ισχυρή θεσμική ανασφάλεια, συνθήκες πολιτικής αναμονής, έλλειψη μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού στο κυβερνητικό έργο και διέγερση προεκλογικών αντανακλαστικών, με αποτέλεσμα το βάρος της πολιτικής δράσης να εντοπίζεται σε κινήσεις «αναπαραγωγής» της πολιτικής τάξης αντί σε πιο επωφελείς για τη χώρα πρωτοβουλίες. Ολα τα προηγούμενα έχουν αφετηρία ήδη τον περασμένο Οκτώβριο και κορυφώνονται σήμερα, όταν η κυβερνητική θητεία συμπληρώνει μόλις ενάμιση χρόνο.
Ας αποτιμήσουμε όμως την κατάσταση ψυχραιμότερα. Εκλογές μπορεί ασφαλώς να προκηρυχθούν ακόμη και αύριο, εάν εκραγεί οποιαδήποτε πολιτική βόμβα απ όσες αντιμετωπίζει σήμερα η κυβέρνηση, όπως η υπόθεση Παυλίδη. Μια άλλη πιθανότητα είναι τυχόν ευρεία ήττα της ΝΔ στις ευρωεκλογές. Τέλος, η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας πράγματι αποτελεί ένα ενδεχόμενο εκλογικό ορόσημο. Παρ όλα αυτά, κανένα κόμμα δεν είναι τόσο αυτοκαταστροφικό ώστε να παραδώσει την εξουσία αμαχητί, τη στιγμή που όλες οι δημοσκοπήσεις εμφανίζονται αρνητικές, ειδικά μάλιστα όταν έχει το μείζον όπλο να διαχειρίζεται τεράστιους κοινοτικούς πόρους από το ΕΣΠΑ 2007-2013, των οποίων η εκταμίευση λόγω καθυστερήσεων πρακτικά τώρα ξεκινά.
Με στοιχειωδώς ευφυείς κινήσεις θα μπορούσε λοιπόν η κυβέρνηση να διατηρηθεί στην εξουσία με 151 βουλευτές για ακόμη δυόμισι χρόνια (Σεπτέμβριος 2011), αξιοποιώντας την κρίση για να επιδείξει ικανότητα διακυβέρνησης και αναμένοντας τη βελτίωση των διεθνών συνθηκών εντός του 2010. Οσο για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ξεχνούν πολλοί ότι ακόμη και αν δεν συναινέσει το ΠΑΣΟΚ, αρκεί η σύμπραξη του ΚΚΕ και του ΛΑΟΣ ή του ΣΥΡΙΖΑ.
Μια κυβέρνηση που διανύει τη δεύτερη, δύσκολη θητεία της, εύλογο είναι να επιχειρήσει να αξιοποιήσει όλα τα χρονικά περιθώρια που προβλέπει το Σύνταγμα, ειδικά όταν έχει υποστεί σημαντική φθορά. Ετσι έγινε άλλωστε και στην περίπτωση της δεύτερης θητείας της κυβέρνησης Σημίτη. Σε τελική ανάλυση, όμως, το χειρότερο σενάριο δεν είναι ούτε να εξαντλήσει η παρούσα κυβέρνηση την τετραετία ούτε καν το να πραγματοποιηθούν πρόωρες εκλογές χωρίς αυτοδυναμία, με κίνδυνο ακυβερνησίας, αλλά αυτό που βιώνει η χώρα σήμερα: Μια παρατεταμένη, ακατάσχετη εκλογολογία, που παραλύει το κράτος και την οικονομία.

6/4/09

ΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 6.4.2009

Η ελληνική οικονομία εισήλθε πάλι σε καθεστώς επιτήρησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τα μέτρα που ανακοίνωσε το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης για τον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Συμφώνου Σταθερότητας, θίγουν κατά κύριο λόγο τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικές τάξεις. Την ίδια στιγμή η οικονομική κρίση πλήττει τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, χωρίς η ελληνική πολιτεία να αναλαμβάνει πρόσθετες πρωτοβουλίες για την αναδιανομή του εισοδήματος, την κοινωνική αλληλεγγύη και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των κοινωνικών μεταβιβάσεων.
Στη βάση της οικονομικής παθογένειας και της κοινωνικής αναλγησίας βρίσκονται τα φαινόμενα της κρατικής διαφθοράς και της παραοικονομίας, τα οποία είναι κατ ουσίαν αλληλένδετα και αλληλοτροφοδοτούμενα. Η παραοικονομία, δηλαδή η αφανής και μη φορολογούμενη οικονομική δραστηριότητα, ανέρχεται περίπου στο 30% του ΑΕΠ.
Ομως, είναι πρόδηλο ότι οι εμπλεκόμενοι στην παραοικονομία αποτελούν δυνητική πηγή πλουτισμού για τους εκάστοτε κυβερνώντες, αφού έχουν κίνητρο να τους δωροδοκούν για να εξασφαλίζουν την κρατική ανοχή. Και αντίστροφα, όμως, η παραοικονομία είναι προνομιακός προορισμός για έσοδα των φορέων της πολιτικής εξουσίας, προερχόμενα από αθέμιτες συναλλαγές των τελευταίων με τους φορείς της ιδιωτικής οικονομικής εξουσίας (βλ. Ξ. Κοντιάδη, Ελλειμματική Δημοκρατία, εκδ. Σιδέρη 2009).
Δεν είναι, λοιπόν, παράλογο να υποθέσει κανείς ότι μεγάλο τμήμα των αφανών χρηματοδοτήσεων τις οποίες, όπως διαφαίνεται και από το σκάνδαλο Siemens, λαμβάνουν οι ηγεσίες των πολιτικών κομμάτων ή και συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα από επιχειρήσεις εργολήπτριες δημοσίων έργων και προμηθειών κατευθύνεται σε εξίσου αφανείς κομματικές πληρωμές. Ετσι δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα το υψηλότερο ποσοστό παραοικονομίας μεταξύ των 15 κρατών-μελών της λεγόμενης παλιάς Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα σημειώνεται το χειρότερο πρόβλημα διαφθοράς.
Μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής κρίσης η παραοικονομία και η κρατική διαφθορά λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της ανομίας και της αποχαλίνωσης των πάντων. Η αδυναμία ή η απροθυμία της πολιτείας να επιβάλει τον σεβασμό στους κανόνες της αποτελεί συστατικό στοιχείο ενός πολιτικού πολιτισμού γενικευμένης αδιαφορίας, αν όχι αναισθησίας απέναντι στην παρανομία, η οποία ενίοτε φτάνει σε ακραία σημεία. Ο πολίτης δεν σέβεται την κρατική εξουσία, την οποία χλευάζει και περιφρονεί. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η επικοινωνιακή εκστρατεία του υπουργείου Οικονομίας κατά της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής αντιμετωπίζεται από την κοινωνία ως ανέκδοτο.
Η ελληνική πολιτεία διακατέχεται από σοβιετικού τύπου σύνδρομα, όπου το κράτος παριστάνει ότι μεριμνά για τον πολίτη και ο πολίτης «κρύβεται» από τις υποχρεώσεις του έναντι του κράτους, σε μια καταστροφική τροχιά αλληλοϋπονόμευσης. Αναπότρεπτα αυτός ο νοσηρός εναγκαλισμός μεταξύ κρατικής διαφθοράς, παραοικονομίας και ιδιωτικής παρανομίας οδηγεί στην κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής και του κράτους δικαίου, προοιωνίζοντας έναν εντός των τειχών πόλεμο όλων εναντίον όλων.

5/4/09

ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΒΓΑΖΕΙ ΜΙΑ "ΚΟΠΩΣΗ"
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 5.4.2009

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο κουρασμένος αισθάνεται ο πρωθυπουργός. Ομως παρότι ένας πρωθυπουργός θρέφεται με το ελιξίριο της εξουσίας, η κόπωσή του θεωρείται εύλογη. Αυτός αποτελεί το «κέντρο διακυβέρνησης», που συγκεντρώνει το συνολικό βάρος και την ευθύνη για την πορεία της χώρας. Αυτός επιλέγει τους υπουργούς και συντονίζει τη λειτουργία της κυβέρνησης, αυτός κατευθύνει τις ενέργειες των δημόσιων υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής. Αυτός καλείται προεκλογικά να πείσει τους πολίτες για την ικανότητα του κόμματός του να κυβερνήσει. Και σε αυτόν στρέφονται τα βέλη της κριτικής όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά για τη χώρα ή το κόμμα. Αποτελούν όμως όλα αυτά ένα έργο που μπορεί να επιτελέσει ένα φυσικό πρόσωπο, χωρίς οργανωμένη, υποστήριξη από τους κατάλληλους διοικητικούς μηχανισμούς;
Είναι γνωστό ότι το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως πρωθυπουργοκεντρικό. Ενώ, όμως, η συνταγματική κατοχύρωση της θεσμικής υπεροχής του πρωθυπουργού είναι σαφής, στην πράξη δεν διαθέτει τον αναγκαίο μηχανισμό υποστήριξης των αυξημένων αρμοδιοτήτων του. Διαπιστώνεται, δηλαδή, μια θεσμική αντίφαση μεταξύ των συνταγματικών ρυθμίσεων και της διοικητικής οργάνωσης του πρωθυπουργικού αξιώματος. Και εδώ εντοπίζεται ο λόγος που ο πρωθυπουργός θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί αδύναμος, υπερφορτωμένος ή και κουρασμένος.
Σήμερα η πολιτική και συνταγματική ανάλυση οδηγείται σε δύο κρίσιμα συμπεράσματα: Απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα απέναντι στις πρωθυπουργικές υπερεξουσίες (συλλογικότερη λειτουργία της κυβέρνησης, «απελευθέρωση» του λόγου των βουλευτών κ.ά.). Κι από την άλλη, κρίνεται επιβεβλημένη η διοικητική αναδιάρθρωση των δημόσιων υπηρεσιών που υποστηρίζουν το έργο του. Απαιτείται να θεσπιστούν διαδικασίες οργάνωσης και υποστήριξης της κυβέρνησης. Η συλλογική λειτουργία και ο επιτελικός ρόλος της κυβέρνησης πρέπει να υποστηρίζονται από μια Γενική Γραμματεία με στελέχωση και αρμοδιότητες τέτοιες, ώστε να επιτυγχάνεται η τεχνική υποστήριξη τόσο του πρωθυπουργού όσο και της κυβέρνησης, που θα συμβάλλει στον οριζόντιο συντονισμό των πολιτικών, στην παρακολούθηση της εφαρμογής τους, στον έλεγχο της ποιότητας των προτεινόμενων νομοθετικών ρυθμίσεων. Κατ αυτό τον τρόπο μπορεί να υποστηριχθεί διοικητικά και συντονιστικά η άσκηση των πρωθυπουργικών αρμοδιοτήτων, οι οποίες αν και εμφανίζονται εξαιρετικά ενισχυμένες, σε επίπεδο εποπτείας της κυβέρνησης και συντονισμού των δράσεών της παρουσιάζουν διαχρονικά σημαντικά κενά και ελλείψεις.