23/5/09

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", 23.5.2009

Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις του Ευρωβαρομαρόμετρου (Ελευθεροτυπία 15.4.2009) μόνο το 34% των ευρωπαίων πολιτών είναι διατεθειμένοι να ψηφίσουν στις επικείμενες ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου 2009. Η αδιαφορία αυτή των ευρωπαίων για αυτή την εξέχουσα δημοκρατική διαδικασία οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι δεν έχουν πεισθεί ότι μπορούν με την ψήφο τους να διαμορφώσουν τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Φαίνεται ότι οι ευρωπαίοι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για το γεγονός ότι οι εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχουν αυξηθεί, (δεν είναι βέβαιο ότι αυτό το γνωρίζουν όλοι), και ότι στους τομείς που έχει αρμοδιότητα η ΕΕ δεν μπορούν πλέον να ληφθούν αποφάσεις χωρίς τη συμφωνία της πλειοψηφίας των ευρωβουλευτών. Μεγαλύτερη σημασία έχει ο τρόπος που σχηματίζεται η πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Είναι γνωστό ότι πλειοψηφία σχηματίζεται συνήθως χωρίς ευρωπαϊκά πολιτικό-ιδεολογικά κριτήρια και χωρίς σαφείς πολιτικές αντιπαραθέσεις, επειδή τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα (πολιτικές ομάδες) είναι τόσο ανομοιογενή στο εσωτερικό τους, που δεν μπορούν η/και δεν έχουν ισχυρή βούληση να καταρτίσουν συγκεκριμένα κοινά πολιτικά προγράμματα και συνεπώς σαφείς προτάσεις για την πορεία της Ευρώπης.
Έτσι, οι ευρωπαίοι πολίτες κρίνουν ότι είναι πολιτικά ανώφελο στις Ευρωεκλογές να ψηφίζουν τα πολιτικά κόμματα των χωρών τους, τα οποία συνήθως έχουν συγκεκριμένα πολιτικά προγράμματα για την Ευρώπη, αλλά είναι ανίσχυρα από μόνα τους, εφόσον δεν υπάρχει πολιτική προγραμματική συμφωνία με τα αντίστοιχα κόμματα και των άλλων χωρών-μελών, να σχηματίσουν πολιτική πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να καθορίσουν έτσι την πορεία της Ε.Ε
Η σημερινή οικονομική κρίση, η οποία αποτελεί για όλους τους ευρωπαίους πολίτες ένα πολύ μεγάλο και κατεξοχήν κοινό πρόβλημα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή της σημερινής κατάστασης. Τα ευρωπαϊκά κόμματα θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στα σημερινά κοινά προβλήματα των ευρωπαίων πολιτών καταρτίζοντας προγράμματα χωρίς μεγάλες εθνικές κομματικές διαφοροποιήσεις αλλά με συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις για την έξοδο της Ε.Ε από την σημερινή κρίση.
Βεβαίως, είναι προφανές ότι στην Ε.Ε των 27, η ανομοιογένεια στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κομμάτων είναι αναπόφευκτη. Όμως, αν υπάρξει ισχυρή πολιτική βούληση, δεν μπορεί να αποκλεισθεί μια εξέλιξη, στην οποία η σημερινή οικονομική κρίση θα είναι καταλύτης, όπου οι ευρωπαίοι πολίτες θα ψηφίζουν πραγματικά ευρωπαϊκά κόμματα.
Τα κόμματα αυτά θα προτείνουν τους υποψηφίους τους σε κάθε χώρα –μέλος, οι οποίοι θα αναπτύσσουν το ενιαίο πρόγραμμά τους για την Ευρώπη. Μια ενδιαφέρουσα ιδέα θα ήταν κάθε ευρωπαϊκό κόμμα να επιλέγει ως Πρόεδρο του αυτόν που θα ήθελε να προτείνει για Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ώστε να είναι σαφέστερη η πολιτική επιλογή. Μόνον τότε οι ευρωπαίοι πολίτες θα έχουν ενδιαφέρον για την Ευρωπαϊκή Ένωση ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης.
Όλα τα παραπάνω μοιάζουν σήμερα ουτοπικά. Δεν φαίνεται να υπάρχουν σαφείς ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές και συνεπώς πολιτικές αντιπαραθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής απάντησης στην σημερινή οικονομική κρίση. Έτσι οι αποφάσεις που αφορούν άμεσα την Ε.Ε και τους ευρωπαίους πολίτες λαμβάνονται σχεδόν αποκλειστικά από τα μεγάλα Κράτη-μέλη στις διεθνείς συναντήσεις, συντηρώντας την πεποίθηση των ευρωπαίων πολιτών ότι η συμμετοχή τους στις ευρωεκλογές είναι πολιτικά ατελέσφορη.
Όμως αυτή η κατάσταση δεν πρέπει να αποθαρρύνει τους ευρωπαίους πολίτες, οδηγώντας τους στην αποχή από τις ευρωεκλογές, αλλά αντίθετα να τους ωθεί να ψηφίσουν εκείνα τα πολιτικά κόμματα που επιδιώκουν την πολιτικοποίηση και συνεπώς τον εκδημοκρατισμό της λήψης των αποφάσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προσπαθούν να διαμορφώσουν μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση στη σημερινή οικονομική κρίση.

20/5/09

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟ ΑΙΣΘΗΜΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 20.5.2009

Σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης -και όχι μόνο στην Ελλάδα- οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχουν αποκτήσει ακόμη μια αυθεντικά «ευρωπαϊκή» διάσταση. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει ένα σύστημα «κομματικής κυβέρνησης» αντίστοιχο με εκείνο των κρατών-μελών και δεν είναι βέβαιον ότι ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να δημιουργηθεί ακόμη και μετά τη συγκρότηση ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων.
Γι’ αυτό οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο λειτουργούν ουσιαστικά ως «ενδιάμεσες» εκλογές (mid-term elections), ενταγμένες στον εσωτερικό εκλογικό κύκλο των εθνικών πολιτικών συστημάτων. Ωστόσο, σε σύγκριση με άλλες μορφές «ενδιάμεσων» εκλογών, όπως αυτών που διεξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, για την ανανέωση μέρους της σύνθεσης των νομοθετικών σωμάτων, οι ευρωεκλογές έχουν κατά κανόνα χαρακτηριστικά εκλογών «δεύτερης τάξης», δηλαδή δεν θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις.
Το μοντέλο των εκλογών «δεύτερης τάξης» (second-order elections) χαρακτηρίζεται από τα εξής κυρίως στοιχεία. Πρώτον, μεγάλη αποχή σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές, η οποία δεν επιτρέπει ασφαλή διάγνωση ή πρόγνωση του πραγματικού συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων. Δεύτερον, πτώση της εκλογικής δύναμης του κόμματος που νίκησε στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές, το οποίο υφίσταται το αναπόφευκτο «κόστος διακυβέρνησης». Αν εξαιρέσει κανείς την περίπτωση διεξαγωγής των ευρωεκλογών αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές, όπου ο «μήνας του μέλιτος» των εκλογέων με τον νικητή παρατείνεται (Ελλάδα, 2004), είναι συνηθισμένο φαινόμενο στα δικομματικά συστήματα το δεύτερο κόμμα στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές να έρχεται πρώτο στις ευρωεκλογές. Χρήσιμα πολιτικά συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν μόνο αν η ήττα του κυβερνώντος κόμματος είναι μεγάλη. Και τρίτον, προτίμηση των εκλογέων στα μικρά ή σε νέα κόμματα, η οποία πάντως μπορεί να αποδειχθεί εφήμερη.
Ωστόσο, το μοντέλο των εκλογών «δεύτερης τάξης» μπορεί να μην επαληθευθεί στην ελληνική περίπτωση. Αυτό που καθιστά πολιτικά σημαντικές τις ευρωεκλογές του 2009 στην Ελλάδα είναι το ενδεχόμενο μιας μεγάλης ήττας της Νέας Δημοκρατίας, τέτοιας που να θέτει ζήτημα ύπαρξης προφανούς δυσαρμονίας της υπάρχουσας Βουλής προς τη λαϊκή βούληση, διαπιστωμένης πλέον με βάση αντικειμενικά δεδομένα και όχι δημοσκοπικές εκτιμήσεις.
Συνυπολογιζομένου του «κόστους διακυβέρνησης», ως τέτοια ήττα, που μαρτυρεί τη δυσμενή μεταβολή του λαϊκού αισθήματος απέναντι στην κυβέρνηση, μπορεί να θεωρηθεί εκείνη που υπερβαίνει τις πέντε ή έξι ποσοστιαίες μονάδες διαφοράς από το ΠΑΣΟΚ, υπό την προϋπόθεση ότι η αποχή δεν θα είναι ασυνήθιστα μεγάλη.
Αναφερόμαστε στο ενδεχόμενο αυτό, το οποίο σύμφωνα με ορισμένες δημοσκοπήσεις φαίνεται αυτή τη στιγμή αρκετά πιθανό (βλ. τις τελευταίες δημοσκοπήσεις της Public Issue και της Metron Analysis), διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα έχει επιβεβαιωθεί επίσημα η διάσταση ανάμεσα στη Βουλή και το εκλογικό σώμα, και ο πρωθυπουργός, έστω και αν έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, θα είναι πολύ δύσκολο να δικαιολογήσει στην κοινή γνώμη την ανάγκη για συνέχιση και κανονική λήξη της παρούσας βουλευτικής περιόδου.

19/5/09

ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 19.5.2009

Τους τελευταίους μήνες τα σκάνδαλα πολιτικής διαφθοράς δεσπόζουν στον δημόσιο διάλογο. Παράλληλα η εντεινόμενη εκλογολογία ματαιώνει κάθε πρωτοβουλία συγκροτημένης αντιμετώπισης των σύνθετων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που επέφερε η διεθνής κρίση. Η σκανδαλολογία λειτουργεί ως ένα εντυπωσιακό θέαμα, με ηθικές, θεσμικές και πολιτικές προεκτάσεις, που απομακρύνει το βλέμμα από την κοινωνική δυστυχία και την παντελή απουσία αποτελεσματικών κρατικών πολιτικών για την αποτροπή ή τον μετριασμό της. Στην «κοινωνία του θεάματος», όπως έχει γράψει ο Γάλλος διανοητής Γκι Ντεμπόρ, το αληθινό μετατρέπεται σε μια στιγμή του ψεύτικου. Οι 150 χιλιάδες επιπλέον άνεργοι που σώρευσε κατά το τελευταίο εξάμηνο η οικονομική κρίση στη χώρα μας, όπως καταδεικνύουν πρόσφατα στοιχεία του ΟΑΕΔ και της ΕΣΥΕ, αποτελούν μια αμείλικτη πραγματικότητα, που σκιάζεται από την υπερχειλίζουσα δημοσιότητα των σκανδάλων.
Ομως, το οδυνηρότερο σκάνδαλο δεν είναι άλλο από τη διογκούμενη περιθωριοποίηση τμημάτων του εργατικού δυναμικού, χωρίς ορατή επιστροφή στην αγορά εργασίας ή, έστω, ικανοποιητική εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης των ανέργων, των υποαπασχολουμένων και των οικογενειών τους. Η έξαρση της μικρομεσαίας εγκληματικότητας με εμπλοκή προσώπων «υπεράνω υποψίας» είναι απόρροια της διάτρησης της κοινωνικής συνοχής. Οι συνταγματικές και θεσμικές εγγυήσεις της απασχόλησης, των συνθηκών εργασίας, της προστασίας των εργαζομένων απέναντι σε καταχρηστικούς όρους και αθέμιτες πρακτικές των εργοδοτών αποδεικνύονται ανεπαρκείς για τη διατήρηση έστω και ενός πυρήνα σεβασμού της αξιοπρέπειας στην εργασία. Η απελπισία των ανέργων τούς οδηγεί σε πελατειακές συναλλαγές, μετατρέποντάς τους σε θύματα των ψηφοθηρικών πρακτικών του κομματικού συστήματος. Η ανασφάλεια των εποχικών, προσωρινής ή μερικής απασχόλησης εργαζομένων και των απασχολουμένων σε προγράμματα stage τους καθιστά εύκολο στόχο μικροκομματικών συναλλαγών. Παράλληλα, οι εταιρείες που «νοικιάζουν» εργαζομένους, μεθοδεύοντας την αποσάθρωση θεμελιωδών κοινωνικών τους δικαιωμάτων, λίγο απέχει από το να χαρακτηριστούν ως μεσάζοντες της ανθρώπινης εκμετάλλευσης.
Η επικύρωση του τετραημέρου ως ευέλικτης μορφής απασχόλησης στη Σύνοδο της Πράγας πριν από μερικές εβδομάδες δεν έτυχε της οφειλόμενης προσοχής. Πρόκειται για κρίσιμη υποχώρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, που σε συνάρτηση με την προ πολλού εγκατάλειψη του στόχου της πλήρους απασχόλησης αναδεικνύει την απόλυτη αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ενωσης να ισορροπήσει την επιδίωξη συγκεκριμένων οικονομικών δεικτών με τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Η Ευρώπη, αντί να κατευθύνει και να συνδράμει τα κράτη-μέλη στην άμβλυνση των κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης, εμμένει στη λογιστική προσέγγιση του Συμφώνου Σταθερότητας και νομιμοποιεί την αποχαλίνωση των εργοδοτών.
Λιγότερο από τρεις εβδομάδες πριν από τις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν φαίνεται να προβάλλεται επαρκώς μέσα από τον προεκλογικό πολιτικό λόγο το αίτημα για μια Ευρώπη που θα στηρίξει τα κοινωνικά δικαιώματα. Για εκείνους που βιώνουν τις συνέπειες ή τον κίνδυνο της ανεργίας, ισχυρό κίνητρο συμμετοχής στις εκλογές και αποτροπής της προσχώρησής τους σε αντισυστημικές τάσεις ή σε ακραίες κομματικές εκφράσεις δεν αποτελεί η σκανδαλολογία, αλλά η διατύπωση εφαρμόσιμων προτάσεων για ενίσχυση της απασχόλησης και των εγγυήσεων της εργασίας.

18/5/09

ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΜΟΝΟ ΜΕ ΑΝΑΤΡΟΠΗ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 18.5.2009

Οι επερχόμενες ευρωεκλογές έχουν οξύνει τις τελευταίες εβδομάδες τη συνηθισμένη -όσο και ανούσια- κομματική αντιπαράθεση, καθώς τα κόμματα επιχειρούν να συσπειρώσουν τους πελάτες-οπαδούς τους, για να επιτύχουν το καλύτερο δυνατό εκλογικό αποτέλεσμα. Αν επιχειρήσει ωστόσο κανείς μια κάπως βαθύτερη εξέταση του πράγματος, μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι δεν πρόκειται για δημοκρατική εκλογική διαδικασία, όπως ίσως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αλλά για αναπαράσταση τέτοιας διαδικασίας, δηλαδή για (κακοπαιγμένη) θεατρική παράσταση.
Κατ’ αρχάς δεν πρόκειται για δημοκρατική διαδικασία, αφού, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, οι «λίστες» των υποψήφιων ευρωβουλευτών και η σειρά εκλογιμότητας καθορίσθηκαν κατά την ανέλεγκτη βούληση των ηγεσιών των κομμάτων. Ιδίως σε ό,τι αφορά τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, που θα εκλέξουν ασφαλώς και τους περισσότερους ευρωβουλευτές, πρόκειται ουσιαστικά για απευθείας ανάθεση αξιώματος από τον κληρονομικό ηγεμόνα του κόμματος στους εκλεκτούς του, κατ’ αναλογία π.χ. της απονομής τίτλων ευγενείας από τη βασίλισσα της Αγγλίας. Το αναμενόμενο αντάλλαγμα βέβαια είναι η αφοσίωση και η υποταγή τους σ' αυτόν που τους έχρισε. Εξυπακούεται ότι όχι μόνο για τα πρόσωπα, αλλά ούτε και για κανένα ζήτημα πολιτικής, ευρωπαϊκής ή άλλης, υπήρξε οποιοσδήποτε σοβαρός διάλογος σε κάποιο συλλογικό όργανο των κομμάτων αυτών. Στην πραγματικότητα άλλωστε τα κομματικά όργανα είναι διακοσμητικού χαρακτήρα και ο βασικός τους ρόλος συνίσταται στο να χειροκροτούν τους ανωτέρω κληρονομικούς ηγεμόνες στις θεατρικές εμφανίσεις τους. Ούτε και σοβαρή εκλογική διαδικασία είναι όμως οι «ευρωεκλογές», επειδή οι αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο όλο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι άκρως περιορισμένες. Γι’ αυτό άλλωστε τα ευρωπαϊκά θέματα θίγονται ελάχιστα ή καθόλου στην προεκλογική εκστρατεία των κομμάτων, αφού (εύλογα) δεν συγκινούν τους ψηφοφόρους. Οι «ευρωεκλογές» είναι στην πραγματικότητα μια πανάκριβη δημοσκόπηση για τα εθνικά πολιτικά δρώμενα, όπου το «δείγμα», αντί για 1.000 ή 2.000 άτομα, όπως στις λοιπές δημοσκοπήσεις, είναι μερικά εκατομμύρια εκλογέων.
Τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, τόσο τα βραχυπρόθεσμα (οικονομική κρίση, κίνδυνος δημοσιονομικής κατάρρευσης, υγεία, παιδεία, εθνικά θέματα), όσο και τα μακροπρόθεσμα (δημογραφικό, περιβαλλοντικό, πολιτισμικό), θα υπάρχουν αναλλοίωτα την επαύριον όχι μόνο των ευρωεκλογών, αλλά και των μελλοντικών εθνικών εκλογών. Το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα όχι μόνο αδυνατεί, αλλά και δεν ενδιαφέρεται να τα αντιμετωπίσει. Το ζητούμενο για τα κόμματα εξουσίας είναι η εξουσία ως αυτοσκοπός (ή έστω ως μέσο για την επίτευξη προσωπικών ή οικογενειακών-δυναστικών σκοπών) και για τα κόμματα διαμαρτυρίας η διαμαρτυρία ως αυτοσκοπός (γι’ αυτό και αρνούνται εκ των προτέρων κάθε σκέψη για συνεργασία, που θα νόθευε την ιδεολογική τους «καθαρότητα»). Μια καλύτερη προοπτική για τη χώρα θα μπορούσε να προέλθει μόνο μέσα από μια συνολική ανατροπή, όπως εκείνη η οποία συνέβη πριν από ακριβώς εκατό χρόνια με την επανάσταση στου Γουδή και την έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

11/5/09

ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΘΕΣΜΩΝ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.5.2009

Σύμφωνα με το άρθρο 64 του Συντάγματος, η ετήσια τακτική σύνοδος της Βουλής αρχίζει την πρώτη Δευτέρα κάθε Οκτωβρίου και διαρκεί τουλάχιστον πέντε μήνες. Κατά συνέπεια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δηλαδή ουσιαστικά η κυβέρνηση που του προτείνει την έκδοση του σχετικού διατάγματος, μπορεί να κηρύξει τη λήξη της συνόδου οποτεδήποτε από τις αρχές Μαρτίου και μετά.
Έτσι, η προχθεσινή έκδοση του διατάγματος λήξης της συνόδου 2008 - 2009 ήταν συνταγματικά επιτρεπτή, αν και συνιστά απόκλιση από την ακολουθούμενη συνήθως πρακτική να διαρκεί η σύνοδος ως τα τέλη Ιουνίου. Οι ευρωεκλογές δεν αποτελούσαν εμπόδιο προς τούτο, αφού το άρθρο 40 του Συντάγματος δίνει την ευχέρεια να ανασταλούν οι εργασίες της Βουλής για το διάστημα της προεκλογικής περιόδου (ώστε να συμμετάσχουν οι βουλευτές ανεμπόδιστα στην προεκλογική εκστρατεία).
Είναι άρα προφανές ότι, πίσω από την πρόωρη λήξη της παρούσας δεύτερης συνόδου της Βουλής, η οποία προήλθε από τις εκλογές του 2007, υποκρύπτονταν κυβερνητική σκοπιμότητα. Η σκοπιμότητα συνίσταται στην, επερχόμενη αυτοδίκαια με τη λήξη της συνόδου αυτής, απόσβεση του δικαιώματος της Βουλής να ασκήσει δίωξη κατά υπουργών για αδικήματα της βουλευτικής περιόδου 2004-2007. Πρόκειται λοιπόν για ένα ακόμη βήμα προς τον ευτελισμό των δημοκρατικών θεσμών, στον οποίο επιδίδεται ακάθεκτος ο κληρονομικός ηγεμόνας της «Νέας Δημοκρατίας».

6/5/09

ΠΑΘΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 6.5.2009

Όποιος γνωρίζει το συνταγματικό δίκαιο και αγνοεί τη λειτουργία των κομμάτων έχει μια λανθασμένη ιδέα για τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα. Αντίθετα, όποιος γνωρίζει τη λειτουργία των κομμάτων και αγνοεί το συνταγματικό δίκαιο, έχει μια ακριβή, αν και όχι πλήρη, ιδέα των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων. Τροποποιώντας κάπως το γνωστό αυτό απόφθεγμα του Maurice Duverger, μπορούμε να πούμε ότι κατά τη σημερινή φάση εξέλιξης των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων, όποιος γνωρίζει τη λειτουργία των κομμάτων μπορεί συγχρόνως να εντοπίσει και κάποιες αιτίες της αποδυνάμωσης της «κανονιστικότητας» του Συντάγματος, που οφείλονται στις πολιτικές συμπεριφορές των κομμάτων.
Πράγματι, σε ορισμένα πολιτικά συστήματα η σύγκρουση ανάμεσα στις πολιτικές συμπεριφορές των κομμάτων και το γραπτό Σύνταγμα τείνει να αποκτήσει ενδημικό χαρακτήρα. Μια τέτοια περίπτωση πολιτικού συστήματος αποτελεί το ελληνικό, μεταπολιτευτικό, πολιτικό σύστημα, το οποίο πλέον λειτουργεί όχι μόνο παράλληλα, αλλά συχνά και αντίθετα προς το ισχύον Σύνταγμα.
Για παράδειγμα, το πελατειακό σύστημα των προσλήψεων στη δημόσια διοίκηση, το οποίο αναπτύχθηκε κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ και έφτασε στο αποκορύφωμά του τα τελευταία πέντε χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία, αποτελεί κατάφωρη άρνηση του ισχύοντος Συντάγματος. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για την αρχή της ελεύθερης εντολής και της κατά συνείδηση ψήφου των βουλευτών. Ελεύθερη εντολή σημαίνει πως ο βουλευτής είναι ελεύθερος να ψηφίσει ή να μην ψηφίσει σύμφωνα με τις υποδείξεις του κόμματός του. Τυχόν διαφοροποίησή του από την κομματική γραμμή μπορεί να έχει πολιτικές συνέπειες, αλλά όχι την απώλεια του αξιώματός του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα πρέπει να μπορεί να εκφράσει τη βούλησή του, όποια κι αν είναι αυτή. Κάτι το οποίο αρνήθηκε η Νέα Δημοκρατία στους βουλευτές της, επιλέγοντας την αποχώρηση από τη διαδικασία για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου. Με τη συμπεριφορά του αυτή το κυβερνών κόμμα αφήρεσε από τους βουλευτές του κάθε αντιπροσωπευτική λειτουργία και κατήργησε στην πράξη την αυτονομία του αντιπροσωπευτικού οργάνου. Αλλά, κατά το Σύνταγμά μας, κόμμα, κυβέρνηση και Κοινοβουλευτική Ομάδα δεν είναι ένα και το αυτό.
Με αυτά και άλλα συναφή θέματα, στρεφόμενα όλα γύρω από τις παθολογίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ασχολείται ο Ξενοφών Κοντιάδης στο πρόσφατο βιβλίο του «Ελλειμματική Δημοκρατία. Κράτος και κόμματα στη σύγχρονη Ελλάδα» (εκδ. Ι. Σιδέρη, 2009). Στο βιβλίο του αυτό ο Κοντιάδης αναδεικνύει την ουσία του «ελληνικού προβλήματος», που βρίσκεται στον μετασχηματισμό της «δημοκρατίας των κομμάτων» σε κομματοκρατία, δηλαδή στην κατάληψη του Κράτους και όλων των θεσμών του από το εκάστοτε κυβερνών κόμμα. Δίνει έτσι αφορμή όχι μόνο στη συνειδητοποίηση του προβλήματος αυτού αλλά και σε μια γόνιμη δημόσια συζήτηση για τη θεραπεία του, η οποία πλέον δεν μπορεί να καθυστερήσει, αν δεν θέλουμε να βυθιστεί οριστικά η Ελλάδα σε μια γενική παρακμή.

5/5/09

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ ΧΩΡΙΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΟΡΑΜΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 5.5.2009

Έναν μήνα πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι πλέον προφανές ότι ουδείς αναγνωρίζει τη σημασία τους για το μέλλον της Ευρώπης. Απροκάλυπτα το διακύβευμα των εκλογών έχει συνδεθεί αποκλειστικά με τις επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης ήττας της ΝΔ. Αλλωστε, όπως φαίνεται ήδη από τον προεκλογικό λόγο που αρθρώνουν τα κόμματα, η επιχειρηματολογία δεν στηρίζεται στις θέσεις τους σε θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά στην τρέχουσα, παρακμιακή ελληνική επικαιρότητα. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που οι ευρωεκλογές διεξάγονται δίχως να προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος και ενημέρωση των πολιτών για την πορεία του ενωσιακού εγχειρήματος. Όμως στις ευρωεκλογές του Ιουνίου το φαινόμενο λαμβάνει ακραίες διαστάσεις.
Οι λόγοι είναι προφανείς: Κατ’ αρχάς η κυβέρνηση Καραμανλή ακροβατεί και οι δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν την εκλογική επιρροή της ΝΔ στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δέκα χρόνων, εν μέσω εντεινόμενων συμπτωμάτων κρατικής αναποτελεσματικότητας και διαφθοράς.
Από την άλλη πλευρά, υποτονικό εμφανίζεται σήμερα το όραμα μιας ισχυρής Ευρώπης, ικανής να διαμορφώσει συνεκτικές πολιτικές για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και να παρέμβει σε κρίσιμα ζητήματα όπως η διεθνής ασφάλεια, η ενέργεια και οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι, η ανεργία, η φτώχεια και οι μεταναστευτικές και δημογραφικές προκλήσεις. Σε όλα τα προηγούμενα πεδία αποδεικνύεται ότι τα κράτη-έθνη μεμονωμένα δεν μπορούν πλέον να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικές πολιτικές. Παρ’ όλα αυτά, ο εσωτερικός διχασμός και η ακυβερνησία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επέτρεψαν τη συγκρότησή της ως αυτοδύναμου πόλου ισχύος και διαπραγμάτευσης απέναντι στις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Ρωσία και τις ανερχόμενες περιφερειακές δυνάμεις. Η Ευρώπη εμφανίζεται εσωτερικά διασπασμένη σε ετερογενείς και διαρκώς μεταβαλλόμενες συμμαχίες, χωρίς να διαθέτει πολιτικό όραμα. Η βιαστική διεύρυνση, που υπέσκαψε την προοπτική διαμόρφωσης ενός ευρωπαϊκού δήμου με κοινές αξίες και αρχές, σε συνάρτηση με τις ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες της αδυναμίας να προχωρήσει το εγχείρημα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, οδήγησαν στην αποτελμάτωση της ευρωπαϊκής ιδέας.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αποδείχθηκαν την τελευταία δεκαετία καταστροφικά ανεπαρκείς. Οι λαοί εμπιστεύονται λιγότερο παρά ποτέ την Ένωση. Το δημοκρατικό και το κοινωνικό έλλειμμα διογκώνονται, η κρίση αντιπροσώπευσης και νομιμοποίησης είναι εκρηκτική. Οι πολίτες αδιαφορούν για την εκπροσώπησή τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η στρατηγική των κομμάτων αποδίδει εξαιρετικά χαμηλή προτεραιότητα στην άρθρωση ενός συγκροτημένου προγραμματικού λόγου. Η ηθική και πολιτική κατάρρευση της Ευρώπης δεν μοιάζει, τελικά, να απέχει πολύ. Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει βαριές συνέπειες για το μέλλον των ευρωπαϊκών κρατών και λαών. Για να καταστεί ωστόσο μια άλλη ΕΕ εφικτή προϋποτίθεται πρωτίστως η ενεργοποίηση των ίδιων των λαών, ώστε να μη λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις ερήμην τους και να αντιστραφεί η τάση περιθωριοποίησης της Ευρώπης στη διεθνή σκακιέρα. Η Κυβέρνηση Καραμανλή αργά ή γρήγορα θα παρέλθει, όμως το ερώτημα «ποια Ευρώπη θέλουμε» είναι πλέον επιτακτικό και μακράν σημαντικότερο.

4/5/09

Η ΕΚΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 4.5.2009

Οι τελευταίες εξελίξεις στο σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου αποδεικνύουν ότι ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών έχει εκπέσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να πρόκειται μόνο κατ επίφαση για ευθύνη και κατά βάθος για διασφαλισμένη ατιμωρησία. Στην έκπτωση αυτή καίριο ρόλο διαδραματίζει, ως μη όφειλε, ο επιλεγμένος από τη σημερινή κυβέρνηση εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Το άρθρο 86 παρ. 2 Συντ. σαφώς ορίζει ότι αν στο πλαίσιο ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία τα οποία σχετίζονται με υπουργούς για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους «αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση». Η διάταξη αυτή του θεμελιώδους νόμου της χώρας έχει υπέρτερη ισχύ από κάθε άλλη διάταξη νόμου, Κανονισμού της Βουλής, εγκυκλίου κ.λπ.
Ειδικότερα μάλιστα η εγκύκλιος του προηγούμενου εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δ. Λινού (4/24-12-2003), την οποία επικαλείται ο νυν εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, δεν αποτελεί καν πηγή δικαίου και πάντως παρερμηνεύει το άρθρο 83 του Κανονισμού της Βουλής. Το τελευταίο αφορά τη διαδικασία δίωξης βουλευτών για αδικήματα άσχετα προς τα βουλευτικά τους καθήκοντα, ενώ δεν αφορά καθόλου την ποινική ευθύνη των υπουργών.
Συνεπώς ο έλεγχος του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που προβλέπεται στο άρθρο 83 του Κανονισμού της Βουλής δεν μπορεί να επεκταθεί σε ζητήματα σχετικά με την ποινική ευθύνη των υπουργών.
Εφόσον λοιπόν οι δύο εισαγγελείς εφετών που διερεύνησαν την υπόθεση Βατοπεδίου καταλήγουν σε ενδείξεις για ποινική ευθύνη υπουργών, οφείλουν να διαβιβάσουν οι ίδιοι τη σχετική αναφορά τους στη Βουλή χωρίς καθυστέρηση μαζί με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.
Το ίδιο οφείλει να κάνει και ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, εφόσον οι δύο χειριστές της υπόθεσης εισαγγελείς διαβίβασαν σε αυτόν την αναφορά τους, αντί να τη στείλουν απευθείας στη Βουλή. Οποιαδήποτε παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στο όλο θέμα και πολύ περισσότερο η εκ μέρους του απαγόρευση στους αρμόδιους εισαγγελείς που ενήργησαν την έρευνα να εκπληρώσουν το συνταγματικό καθήκον τους, δηλαδή να αποστείλουν τον φάκελο αμελλητί στη Βουλή, αποτελεί νόσφιση αρμοδιότητας και απροσχημάτιστη παραβίαση του Συντάγματος.
Η αντισυνταγματική αυτή παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποσκοπεί προφανώς στη συγκάλυψη όχι μόνο των ποινικών ευθυνών συγκεκριμένων προσώπων, αλλά και της γενικότερης πολιτικής ευθύνης της κυβέρνησης, η οποία τον επέλεξε στη θέση που κατέχει για το σκάνδαλο Βατοπεδίου. Ο ίδιος άλλωστε είχε φροντίσει εξαρχής να προκαταλάβει την εισαγγελική έρευνα της υπόθεσης, αθωώνοντας προκαταβολικά τους εμπλεκόμενους υπουργούς και υφυπουργούς, με τη μνημειώδη δήλωσή του ότι «παραπλανήθηκαν», ως να ήσαν μωρές παρθένες. Με όλα αυτά εμφανίζεται να ενεργεί όχι ως ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας, αλλά ως συνήγορος της κυβέρνησης, εξευτελίζοντας έτσι τον θεσμικό του ρόλο.

21/4/09

ΚΡΑΤΙΚΗ ΣΗΨΗ ΚΑΙ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 21.4.2009

Το θρίλερ Παυλίδη κρατάει την κυβέρνηση σε ομηρεία. Ταυτόχρονα αναμοχλεύεται πάλι η υπόθεση Siemens, ενώ ανοιχτά παραμένουν τα σκάνδαλα του Βατοπεδίου, των ομολόγων και της εξαγοράς της «Γερμανός» από την Cosmote.
Όμως, τόσο η δικαστική διερεύνηση όσο και ο κοινοβουλευτικός έλεγχος αυτών των τεράστιας πολιτικής, αξιακής και οικονομικής σημασίας υποθέσεων φαίνεται να εξελίσσονται σε ατελέσφορα εγχειρήματα, καθώς, ύστερα από έρευνες δυόμισι χρόνων, τον Ιούνιο φτάνει η ώρα της παραγραφής.
Πίσω από την αργόσυρτη εξέλιξη της διερεύνησης των σκανδάλων δεν υποκρύπτεται μόνο η ενδεχόμενη επιχείρηση συγκάλυψης ευθυνών, αλλά ιδίως η ελλειμματική λειτουργία της δημοκρατίας (βλ. Ξ. Κοντιάδης, Ελλειμματική Δημοκρατία, εκδ. Σιδέρης, 2009). Το φαινόμενο της πολιτικής διαφθοράς δεν είναι ασφαλώς ελληνικό. Όμως, η ελληνική πολιτική τάξη, παρά την αποκάλυψη σημαντικού αριθμού σκανδάλων διαφθοράς, κατόρθωσε να μείνει κατ’ ουσίαν αλώβητη και να μη διαταραχθεί η «εσωτερική» διαδικασία αναπαραγωγής της.
Η μία όψη της ελληνικής ιδιαιτερότητας συνίσταται ασφαλώς στη «διακριτική επιρροή» που ασκεί η πολιτική τάξη στην ποινική δικαιοσύνη, περιορίζοντας, ιδίως σε υποθέσεις «πολιτικού ενδιαφέροντος», τη δικαστική ανεξαρτησία. Η συνταγματική διαρρύθμιση της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστών και εισαγγελέων, κατά την οποία κρίνονται από τα μέλη του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου, σε συνάρτηση με τον διορισμό της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από το Υπουργικό Συμβούλιο, συνεπάγεται τη δυνατότητα έμμεσων πολιτικών παρεμβάσεων στο δικαιοδοτικό έργο.
Η δεύτερη όψη της συγκάλυψης σκανδάλων και της «ατιμωρησίας» της πολιτικής τάξης εντοπίζεται στην απίσχνανση, πέρα από την ποινική ευθύνη, και της πολιτικής ευθύνης. Ο θεσμός της κοινοβουλευτικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης υπολειτουργεί εκ των πραγμάτων σε πλειοψηφικά, δικομματικά συστήματα, όπως το ελληνικό, ιδίως ως προς τον καταλογισμό της ευθύνης μέσω πρότασης δυσπιστίας.
Συμπληρωματικά προς τα προηγούμενα, η κοινοβουλευτική διαδικασία για την άσκηση δίωξης εις βάρος μελών της κυβέρνησης εμφανίζεται, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, εξαιρετικά δύσκολο να ευοδωθεί, τουλάχιστον εάν δεν έχει μεσολαβήσει αντιστροφή της κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων εξουσίας κατόπιν εκλογών.
Και σε αυτή την περίπτωση φαίνεται να υπερισχύει η λογική της αυτοσυντήρησης ή της «αλληλεγγύης» εντός της εκάστοτε κυβερνώσας πλειοψηφίας, που μέσα στις ασφυκτικές προθεσμίες που προβλέπει το άρθρο 86 του Συντ. κατά κανόνα επιλέγει να απορρίψει προτάσεις ποινικής δίωξης εναντίον υπουργών ή πρώην υπουργών. Τέλος, δεν είναι αμελητέες οι επιπτώσεις της εξάρτησης της σύστασης εξεταστικών επιτροπών από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Όλα τα προηγούμενα συναρτώνται, ασφαλώς, με την υπερσυγκέντρωση εξουσίας στις κομματικές ηγεσίες, στο πλαίσιο του παγιωμένου ελλείμματος εσωκομματικής δημοκρατίας. Η ατιμωρησία της κρατικής σήψης δεν μπορεί, ωστόσο, να αντιμετωπιστεί με την εναλλαγή των μεγάλων κομμάτων στην εξουσία, αλλά μέσα από τον μετασχηματισμό του κράτους και μια θεσμική επανάσταση που θα ανανεώσει τις δημοκρατικές και δικαιοκρατικές εγγυήσεις της πολιτείας.

8/4/09

ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΗΜΟΙ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 8.4.2009

Στο Σύνταγμα του 1975 περιελήφθη για πρώτη φορά διάταξη (άρθρο 51, παρ. 4) που προέβλεψε τη δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να ρυθμίσει τα σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου των Ελλήνων εκλογέων εκτός Ελλάδας. Ο κοινός νομοθέτης δεν πήρε καμία τέτοια πρωτοβουλία. Στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, παράλληλα με τη συνταγματική κατοχύρωση του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (άρθρο 108, παρ. 2), ανακινήθηκε και το θέμα αυτό, με δύο ουσιώδεις αλλαγές στο άρθρο 51, παρ. 4. Πρώτον, την πρόβλεψη αυξημένης πλειοψηφίας των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών για την ψήφιση του σχετικού νόμου -μια ευτυχής έμπνευση του Ευ. Βενιζέλου- και δεύτερον, την κατ’ αρχήν προτίμηση της επιστολικής ψήφου ως μέσου διευκόλυνσης της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος από τους ευρισκόμενους εκτός Ελλάδας εκλογείς.
Τόσο το παλαιό όσο και το νέο άρθρο 51, παρ. 4 Συντ. δεν προσέφεραν στους εκτός Ελλάδας εκλογείς κάτι που δεν είχαν. Οι απόδημοι Έλληνες και οι άλλοι ευρισκόμενοι εκτός Ελλάδας συμπατριώτες μας, εφόσον έχουν και διατηρούν την ελληνική ιθαγένεια, μπορούν να ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές όπως και οι άλλοι Έλληνες πολίτες. Αρκεί να έλθουν στην Ελλάδα και να ψηφίσουν.
Με τον τρόπο αυτόν αποδεικνύουν τη σταθερότητα του δεσμού με τη μητέρα πατρίδα και εκδηλώνουν εμπράκτως τη βούλησή τους να συνεχίσουν να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Το άρθρο 51, παρ. 4 Συντ. αφορά εκείνους που δεν μπορούν να υποστούν αυτήν την ωραία ταλαιπωρία. Ποιος είναι όμως ο σκοπός του άρθρου αυτού; Ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης ήθελε άραγε οι απόδημοι και οι άλλοι διεσπαρμένοι στις πέντε ηπείρους Έλληνες πολίτες να καθορίζουν με την ψήφο τους «εξ αποστάσεως» τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα; Ο Ιταλός συνταγματικός νομοθέτης το 2001 είχε επίγνωση των απρόβλεπτων συνεπειών της «προσμέτρησης» των ψήφων των Ιταλών μεταναστών στις ψήφους των ευρισκομένων εντός της Επικρατείας εκλογέων και γι’ αυτό προέβλεψε ότι οι περίπου 2.500.000 δυνητικοί εκλογείς εκτός Ιταλίας θα εκλέγουν σε «περιφέρειες εξωτερικού», ανά ήπειρο, 12 βουλευτές και 6 γερουσιαστές, αφαιρούμενους από τον συνολικό αριθμό των μελών κάθε Βουλής (630 και 315, αντίστοιχα).
Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση, με το νομοσχέδιο που κατέθεσε πρόσφατα στη Βουλή, δεν θέλει να έχουν οι απόδημοι τη δική τους -συμβολική κατά βάση- αντιπροσώπευση, αλλά να επηρεάζουν άμεσα και καθοριστικά με την ψήφο τους τον κομματικό ανταγωνισμό στην Ελλάδα. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης -πλην του ΛΑΟΣ- καθώς και το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού επιμένουν στο ιταλικό πρότυπο, το μόνο που ταιριάζει σε μια χώρα με μεγάλο αριθμό μεταναστών, όπως η Ελλάδα. Έτσι θα μπορούσαν να δημιουργηθούν τρεις εκλογικές «περιφέρειες εξωτερικού» (Ευρώπη, Αμερική και Αφρική, Ασία και Ωκεανία), στις οποίες θα αντιστοιχούσαν 5 το πολύ βουλευτικές έδρες, αφαιρούμενες από τις 12 έδρες των βουλευτών Επικρατείας. Είναι ένα άλλο ζήτημα αν αυτό μπορεί να γίνει μόνο με συνταγματική αναθεώρηση ή με κοινό νόμο.

7/4/09

ΤΟ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 7.7.2009

Σχεδόν άπαντες προεξοφλούν τους τελευταίους μήνες ότι οι βουλευτικές εκλογές δεν αργούν. Ακόμη και υψηλόβαθμα στελέχη της κυβερνώσας παράταξης έχουν προσανατολίσει τον πολιτικό τους σχεδιασμό με απώτατο ορίζοντα 6-10 μηνών. Η λογική των σχετικών αναλύσεων βασίζεται σε τρία αλληλένδετα δεδομένα: Πρώτον στη ραγδαία φθορά της κυβέρνησης, σε συνάρτηση με την οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεύτερον, στις εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες για την οικονομία και την κοινωνία, που οφείλονται πρωτίστως στη διεθνή κρίση και συνεπάγονται μέτρα αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, ακολουθώντας τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τρίτον, στη θεσμική εκκρεμότητα που συνιστά η λήξη της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας τον ερχόμενο Μάρτιο.
Η εντεινόμενη εκλογολογία έχει επηρεάσει όλους τους τομείς της οικονομίας και των κρατικών λειτουργιών, καθώς προκαλεί ισχυρή θεσμική ανασφάλεια, συνθήκες πολιτικής αναμονής, έλλειψη μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού στο κυβερνητικό έργο και διέγερση προεκλογικών αντανακλαστικών, με αποτέλεσμα το βάρος της πολιτικής δράσης να εντοπίζεται σε κινήσεις «αναπαραγωγής» της πολιτικής τάξης αντί σε πιο επωφελείς για τη χώρα πρωτοβουλίες. Ολα τα προηγούμενα έχουν αφετηρία ήδη τον περασμένο Οκτώβριο και κορυφώνονται σήμερα, όταν η κυβερνητική θητεία συμπληρώνει μόλις ενάμιση χρόνο.
Ας αποτιμήσουμε όμως την κατάσταση ψυχραιμότερα. Εκλογές μπορεί ασφαλώς να προκηρυχθούν ακόμη και αύριο, εάν εκραγεί οποιαδήποτε πολιτική βόμβα απ όσες αντιμετωπίζει σήμερα η κυβέρνηση, όπως η υπόθεση Παυλίδη. Μια άλλη πιθανότητα είναι τυχόν ευρεία ήττα της ΝΔ στις ευρωεκλογές. Τέλος, η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας πράγματι αποτελεί ένα ενδεχόμενο εκλογικό ορόσημο. Παρ όλα αυτά, κανένα κόμμα δεν είναι τόσο αυτοκαταστροφικό ώστε να παραδώσει την εξουσία αμαχητί, τη στιγμή που όλες οι δημοσκοπήσεις εμφανίζονται αρνητικές, ειδικά μάλιστα όταν έχει το μείζον όπλο να διαχειρίζεται τεράστιους κοινοτικούς πόρους από το ΕΣΠΑ 2007-2013, των οποίων η εκταμίευση λόγω καθυστερήσεων πρακτικά τώρα ξεκινά.
Με στοιχειωδώς ευφυείς κινήσεις θα μπορούσε λοιπόν η κυβέρνηση να διατηρηθεί στην εξουσία με 151 βουλευτές για ακόμη δυόμισι χρόνια (Σεπτέμβριος 2011), αξιοποιώντας την κρίση για να επιδείξει ικανότητα διακυβέρνησης και αναμένοντας τη βελτίωση των διεθνών συνθηκών εντός του 2010. Οσο για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ξεχνούν πολλοί ότι ακόμη και αν δεν συναινέσει το ΠΑΣΟΚ, αρκεί η σύμπραξη του ΚΚΕ και του ΛΑΟΣ ή του ΣΥΡΙΖΑ.
Μια κυβέρνηση που διανύει τη δεύτερη, δύσκολη θητεία της, εύλογο είναι να επιχειρήσει να αξιοποιήσει όλα τα χρονικά περιθώρια που προβλέπει το Σύνταγμα, ειδικά όταν έχει υποστεί σημαντική φθορά. Ετσι έγινε άλλωστε και στην περίπτωση της δεύτερης θητείας της κυβέρνησης Σημίτη. Σε τελική ανάλυση, όμως, το χειρότερο σενάριο δεν είναι ούτε να εξαντλήσει η παρούσα κυβέρνηση την τετραετία ούτε καν το να πραγματοποιηθούν πρόωρες εκλογές χωρίς αυτοδυναμία, με κίνδυνο ακυβερνησίας, αλλά αυτό που βιώνει η χώρα σήμερα: Μια παρατεταμένη, ακατάσχετη εκλογολογία, που παραλύει το κράτος και την οικονομία.

6/4/09

ΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 6.4.2009

Η ελληνική οικονομία εισήλθε πάλι σε καθεστώς επιτήρησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τα μέτρα που ανακοίνωσε το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης για τον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Συμφώνου Σταθερότητας, θίγουν κατά κύριο λόγο τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικές τάξεις. Την ίδια στιγμή η οικονομική κρίση πλήττει τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, χωρίς η ελληνική πολιτεία να αναλαμβάνει πρόσθετες πρωτοβουλίες για την αναδιανομή του εισοδήματος, την κοινωνική αλληλεγγύη και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των κοινωνικών μεταβιβάσεων.
Στη βάση της οικονομικής παθογένειας και της κοινωνικής αναλγησίας βρίσκονται τα φαινόμενα της κρατικής διαφθοράς και της παραοικονομίας, τα οποία είναι κατ ουσίαν αλληλένδετα και αλληλοτροφοδοτούμενα. Η παραοικονομία, δηλαδή η αφανής και μη φορολογούμενη οικονομική δραστηριότητα, ανέρχεται περίπου στο 30% του ΑΕΠ.
Ομως, είναι πρόδηλο ότι οι εμπλεκόμενοι στην παραοικονομία αποτελούν δυνητική πηγή πλουτισμού για τους εκάστοτε κυβερνώντες, αφού έχουν κίνητρο να τους δωροδοκούν για να εξασφαλίζουν την κρατική ανοχή. Και αντίστροφα, όμως, η παραοικονομία είναι προνομιακός προορισμός για έσοδα των φορέων της πολιτικής εξουσίας, προερχόμενα από αθέμιτες συναλλαγές των τελευταίων με τους φορείς της ιδιωτικής οικονομικής εξουσίας (βλ. Ξ. Κοντιάδη, Ελλειμματική Δημοκρατία, εκδ. Σιδέρη 2009).
Δεν είναι, λοιπόν, παράλογο να υποθέσει κανείς ότι μεγάλο τμήμα των αφανών χρηματοδοτήσεων τις οποίες, όπως διαφαίνεται και από το σκάνδαλο Siemens, λαμβάνουν οι ηγεσίες των πολιτικών κομμάτων ή και συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα από επιχειρήσεις εργολήπτριες δημοσίων έργων και προμηθειών κατευθύνεται σε εξίσου αφανείς κομματικές πληρωμές. Ετσι δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα το υψηλότερο ποσοστό παραοικονομίας μεταξύ των 15 κρατών-μελών της λεγόμενης παλιάς Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα σημειώνεται το χειρότερο πρόβλημα διαφθοράς.
Μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής κρίσης η παραοικονομία και η κρατική διαφθορά λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της ανομίας και της αποχαλίνωσης των πάντων. Η αδυναμία ή η απροθυμία της πολιτείας να επιβάλει τον σεβασμό στους κανόνες της αποτελεί συστατικό στοιχείο ενός πολιτικού πολιτισμού γενικευμένης αδιαφορίας, αν όχι αναισθησίας απέναντι στην παρανομία, η οποία ενίοτε φτάνει σε ακραία σημεία. Ο πολίτης δεν σέβεται την κρατική εξουσία, την οποία χλευάζει και περιφρονεί. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η επικοινωνιακή εκστρατεία του υπουργείου Οικονομίας κατά της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής αντιμετωπίζεται από την κοινωνία ως ανέκδοτο.
Η ελληνική πολιτεία διακατέχεται από σοβιετικού τύπου σύνδρομα, όπου το κράτος παριστάνει ότι μεριμνά για τον πολίτη και ο πολίτης «κρύβεται» από τις υποχρεώσεις του έναντι του κράτους, σε μια καταστροφική τροχιά αλληλοϋπονόμευσης. Αναπότρεπτα αυτός ο νοσηρός εναγκαλισμός μεταξύ κρατικής διαφθοράς, παραοικονομίας και ιδιωτικής παρανομίας οδηγεί στην κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής και του κράτους δικαίου, προοιωνίζοντας έναν εντός των τειχών πόλεμο όλων εναντίον όλων.

5/4/09

ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΒΓΑΖΕΙ ΜΙΑ "ΚΟΠΩΣΗ"
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 5.4.2009

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο κουρασμένος αισθάνεται ο πρωθυπουργός. Ομως παρότι ένας πρωθυπουργός θρέφεται με το ελιξίριο της εξουσίας, η κόπωσή του θεωρείται εύλογη. Αυτός αποτελεί το «κέντρο διακυβέρνησης», που συγκεντρώνει το συνολικό βάρος και την ευθύνη για την πορεία της χώρας. Αυτός επιλέγει τους υπουργούς και συντονίζει τη λειτουργία της κυβέρνησης, αυτός κατευθύνει τις ενέργειες των δημόσιων υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής. Αυτός καλείται προεκλογικά να πείσει τους πολίτες για την ικανότητα του κόμματός του να κυβερνήσει. Και σε αυτόν στρέφονται τα βέλη της κριτικής όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά για τη χώρα ή το κόμμα. Αποτελούν όμως όλα αυτά ένα έργο που μπορεί να επιτελέσει ένα φυσικό πρόσωπο, χωρίς οργανωμένη, υποστήριξη από τους κατάλληλους διοικητικούς μηχανισμούς;
Είναι γνωστό ότι το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως πρωθυπουργοκεντρικό. Ενώ, όμως, η συνταγματική κατοχύρωση της θεσμικής υπεροχής του πρωθυπουργού είναι σαφής, στην πράξη δεν διαθέτει τον αναγκαίο μηχανισμό υποστήριξης των αυξημένων αρμοδιοτήτων του. Διαπιστώνεται, δηλαδή, μια θεσμική αντίφαση μεταξύ των συνταγματικών ρυθμίσεων και της διοικητικής οργάνωσης του πρωθυπουργικού αξιώματος. Και εδώ εντοπίζεται ο λόγος που ο πρωθυπουργός θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί αδύναμος, υπερφορτωμένος ή και κουρασμένος.
Σήμερα η πολιτική και συνταγματική ανάλυση οδηγείται σε δύο κρίσιμα συμπεράσματα: Απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα απέναντι στις πρωθυπουργικές υπερεξουσίες (συλλογικότερη λειτουργία της κυβέρνησης, «απελευθέρωση» του λόγου των βουλευτών κ.ά.). Κι από την άλλη, κρίνεται επιβεβλημένη η διοικητική αναδιάρθρωση των δημόσιων υπηρεσιών που υποστηρίζουν το έργο του. Απαιτείται να θεσπιστούν διαδικασίες οργάνωσης και υποστήριξης της κυβέρνησης. Η συλλογική λειτουργία και ο επιτελικός ρόλος της κυβέρνησης πρέπει να υποστηρίζονται από μια Γενική Γραμματεία με στελέχωση και αρμοδιότητες τέτοιες, ώστε να επιτυγχάνεται η τεχνική υποστήριξη τόσο του πρωθυπουργού όσο και της κυβέρνησης, που θα συμβάλλει στον οριζόντιο συντονισμό των πολιτικών, στην παρακολούθηση της εφαρμογής τους, στον έλεγχο της ποιότητας των προτεινόμενων νομοθετικών ρυθμίσεων. Κατ αυτό τον τρόπο μπορεί να υποστηριχθεί διοικητικά και συντονιστικά η άσκηση των πρωθυπουργικών αρμοδιοτήτων, οι οποίες αν και εμφανίζονται εξαιρετικά ενισχυμένες, σε επίπεδο εποπτείας της κυβέρνησης και συντονισμού των δράσεών της παρουσιάζουν διαχρονικά σημαντικά κενά και ελλείψεις.

28/3/09

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Ελευθεροτυπία, 28.3.2009

Η οικονομική κρίση, η οποία ξεκίνησε από τις ΗΠΑ ως χρηματοπιστωτική κρίση και εξελίχθηκε γρήγορα ως κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας, φαίνεται να παίρνει διαστάσεις πραγματικής οικονομικής ύφεσης σε παγκόσμια κλίμακα.
Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, οι κυρίαρχες φιλελεύθερες αρχές παραμερίζονται. Τα Κράτη επανέρχονται όχι μόνο ως βασικοί παίκτες στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, αλλά ως καταφύγια για τη σωτηρία του συστήματος, μέσω της πραγματοποίησης δαπανών, καταναλωτικών και επενδυτικών, για τον περιορισμό της ύφεσης, προφανώς δανειζόμενα από όσους διαθέτουν ρευστότητα, δηλαδή κυρίως από τις αναδυόμενες οικονομίες.(Κίνα). Οι Κεντρικές Τράπεζες μειώνουν δραστικά τα επιτόκια και παροτρύνουν το τραπεζικό σύστημα για να συνεχίσει να τροφοδοτεί την οικονομία με δάνεια προκειμένου να ενισχυθεί η οικονομική δραστηριότητα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως μετά την εκλογή των Δημοκρατικών, διοχετεύουν τεράστια ποσά στην οικονομία για την στήριξη οικονομικών κλάδων και μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ αναμένεται αύξηση των δαπανών για την υγεία και την εκπαίδευση. Ο Πρόεδρος Ομπάμα μιλάει για μια ευκαιρία που αναδύεται μέσα στην κρίση για μια περισσότερο δίκαιη κατανομή του εισοδήματος στις ΗΠΑ για ένα καινούργιο New Deal μετά από μια μεγάλη περίοδο διεύρυνσης των ανισοτήτων ενώ το έλλειμμα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού αναμένεται να ξεπεράσει το 10% του ΑΕΠ των ΗΠΑ για το 2009.

Τι κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση μπροστά σε όλα αυτά ;
Κάθε χώρα – μέλος προσπαθεί με τα δικά της μέσα να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση μέσα σ’ ένα πλαίσιο κοινών κανόνων δημοσιονομικής διαχείρισης. Το ζήτημα είναι ότι οι χώρες που έχουν ήδη υψηλό χρέος και μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και ανήκουν στη ζώνη του Ευρώ, ενώ χρειάζονται δημοσιονομική χαλάρωση για να αντιμετωπίσουν την κρίση, είναι υποχρεωμένες να περιορίσουν τις δαπάνες τους επειδή διεθνείς χρηματαγορές δεν έχουν εμπιστοσύνη στην δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων που συνάπτουν και συνεπώς επιβάλλουν υψηλότερα επιτόκια σε σύγκριση με χώρες με μικρότερο χρέος. Είναι προφανές ότι, το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα ενώ προφυλάσσει τις χώρες αυτές από συναλλαγματικές περιπέτειες, δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει τη σημερινή οικονομική κρίση.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε είναι αναγκαίος ένας πραγματικός κοινός προϋπολογισμός. Ένας κοινός προϋπολογισμός στο πλαίσιο μιας οικονομικής ένωσης, όπου όλοι οι πολίτες της Ευρώπης θα συνεισφέρουν και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα μπορεί να ασκεί τον κυρίαρχο ρόλο του στην κατανομή των δαπανών αυτού του κοινού Ευρωπαϊκού προϋπολογισμού με κοινούς κανόνες διαχείρισης. Δεν πρέπει εξάλλου να λησμονείται το γεγονός ότι στις ΗΠΑ δημιουργήθηκε ομοσπονδιακός προϋπολογισμός μετά την κρίση του 1929 προκειμένου να απαντήσει στα προβλήματα που δημιουργήθηκαν.
Η χαλάρωση του ορίου του 3% του ΑΕΠ του δημοσιονομικού ελλείμματος με αύξηση κυρίως των επενδυτικών δαπανών από τα κράτη – μέλη είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη για την έξοδο από την κρίση, τουλάχιστον των λιγότερο ισχυρών οικονομιών, διότι κάθε δημοσιονομική χαλάρωση «τιμωρείται» από τις διεθνείς χρηματαγορές με αύξηση των επιτοκίων δανεισμού. Το γεγονός, ότι οι χώρες αυτές ευθύνονται για τη μη συνετή οικονομική διαχείριση και την διστακτική πολιτική διαρθρωτικών αλλαγών που ακολούθησαν τα προηγούμενα χρόνια επωφελούμενα από τη «θαλπωρή» του κοινού νομίσματος, δεν αλλάζει τη σημερινή πραγματικότητα.
Είναι γεγονός ότι η σημερινή πολιτική συγκυρία δεν ευνοεί μια συζήτηση για οικονομική ένωση που θα συμπλήρωνε την νομισματική ενοποίηση, δηλ. για τη δημιουργία Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης. Όμως έστω και ένα πρόπλασμα κοινής δράσης με τη δημιουργία ενός κοινού ταμείου αλληλεγγύης και την έκδοση ευρωπαϊκών ομολόγων θα ήταν μια σημαντική εξέλιξη. Θα αποτελούσε μια Ευρωπαϊκή απάντηση στην σημερινή κρίση και θα ενίσχυε την εσωτερική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που σήμερα δοκιμάζεται επικίνδυνα.

24/3/09

ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΟΜΙΑΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 24.3.2009

Πίσω από την έξαρση των φαινομένων βίας και ανομίας, την εμφάνιση της νέας τρομοκρατίας και την αλληλοτροφοδοτούμενη διόγκωση της εγκληματικότητας και της αστυνομικής αυθαιρεσίας, δεν υποκρύπτεται μόνο η οικονομική κρίση και οι κοινωνικές της προεκτάσεις, αλλά ιδίως η κατάρρευση ενός ολόκληρου συστήματος αξιών. Η ίδια η οικονομική κρίση δεν αποτελεί άλλωστε παρά επιστέγασμα της ανεπαρκούς θεσμικής εποπτείας επί των μηχανισμών της αγοράς, υποσκάπτοντας την εμπιστοσύνη της κοινωνίας ως προς την ικανότητα του κράτους να θεσπίσει και να εφαρμόσει πολιτικές ελέγχου, αλλά και να παρέμβει εγκαίρως για την αντιμετώπισή της.
Σήμερα εκδηλώνεται με ακραίο τρόπο η χρόνια υποβάθμιση των δημοκρατικών θεσμών (βλ. Ξ. Κοντιάδη, Ελλειμματική Δημοκρατία, εκδόσεις Σιδέρη, 2009). Οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν υπάρχει δυνατότητα για ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων. Η διαρκής αποδυνάμωση της ικανότητας των πολιτικών κομμάτων να αντιπροσωπεύσουν τις κοινωνικές δυνάμεις προς τις οποίες απευθύνονται, δεν υπήρξε μόνον αποτέλεσμα του σταδιακού μετασχηματισμού τους σε κόμματα με άμεση, εξωθεσμική παρέμβαση στον κρατικό μηχανισμό, αλλά και συνέπεια της ανεπάρκειάς τους να αρθρώσουν πολιτικό λόγο που να υπερβαίνει μια διαμεσολαβητική-διαχειριστική λογική ως προς τη σχέση κράτους, οικονομίας και κοινωνίας. Η απόσταση ανάμεσα στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των κομμάτων και στα μέλη ή τους ψηφοφόρους τους φαίνεται να διευρύνεται σταθερά.
Η αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής και η αναξιοπιστία των θεσμών ενισχύουν την αποπολιτικοποίηση και ιδιωτικοποίηση των πολιτών. Παράλληλα με τη μετατόπιση των πολιτικών κομμάτων από την ιδεολογική και κοινωνική «καθαρότητα» στον επαμφοτερίζοντα, πολυσυλλεκτικό λόγο, συντελείται η μετακίνηση του πολίτη από το δημόσιο στο ιδιωτικό συμφέρον. Η αποξένωση ανάμεσα στα κόμματα και την κοινωνία δεν συναρτάται μόνο με την εξατομίκευση και την αποπολιτικοποίηση, αλλά και με τη δυσπιστία απέναντι σε κάθε μορφή θεσμοποιημένης εξουσίας. Η κατάργηση του ανοικτού και ανταγωνιστικού χαρακτήρα της δημοκρατίας οδηγεί στην ενίσχυση των αντισυστημικών μορφών πολιτικής δράσης, είτε αυτές εκφράζονται ως ενδυνάμωση των κομμάτων διαμαρτυρίας, είτε εκδηλώνονται ως βίαιες κοινωνικές εξεγέρσεις, είτε καταλήγουν σε τυφλές καταστροφές.
Όταν ο πολιτικός λόγος πλαισιώνεται με μια ηθικολογική ρητορεία, παρουσιάζοντας την πολιτική ως εάν να εκτυλίσσεται στον άξονα της ηθικής, ενώ παράλληλα τα φαινόμενα πολιτικής διαφθοράς μονοπωλούν την καθημερινή πολιτική ζωή, αυτή η αντινομία υποσκάπτει την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και νομιμοποιεί τη «βεβήλωση του αβεβήλωτου». Ωστόσο για την άμβλυνση των φαινομένων τυφλής βίας δεν αρκεί μία κοινωνικά δίκαιη αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, ούτε ασφαλώς ενδείκνυται η διεύρυνση της διακριτικής ευχέρειας των μηχανισμών καταστολής. Απαιτείται, πρωτίστως, η ανανέωση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς τους δημοκρατικούς θεσμούς και ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους, με κεντρικούς άξονες τον εκδημοκρατισμό των κομμάτων, την καταπολέμηση της διαφθοράς και τον σεβασμό προς τον πολίτη.

23/3/09

ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ ΕΥΘΥΝΩΝ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 23.3.2009

Οι πρόσφατες κυβερνητικές εξαγγελίες για αλλαγές στην ποινική μας νομοθεσία μπορούν να εκτιμηθούν, από πολιτική άποψη, ως προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών της κυβέρνησης για την αδυναμία, έως ανυπαρξία, της αστυνομίας και για τις εκρήξεις βίας τους τελευταίους μήνες. Από νομική άποψη οι αλλαγές αυτές θέτουν σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και συμφωνίας προς τη διεθνή προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Κατ’ αρχάς η «νεκρανάσταση» του καταργημένου από το 1993 αδικήματος της «περιύβρισης αρχής» θα σηματοδοτήσει σοβαρή οπισθοδρόμηση στην προστασία της ελευθερίας της έκφρασης. Η θωράκιση της δημόσιας εξουσίας έναντι αδικημάτων γνώμης, και μάλιστα με την αυτεπάγγελτη δίωξή τους, απάδει στο δημοκρατικό πολίτευμα. Δεδομένου ότι το στοιχείο της αντιπαράθεσης και της αντιδικίας αποτελεί έμφυτο χαρακτηριστικό της πολιτικής, είναι εύκολη η διολίσθηση, κατά την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων, σε αυταρχικές πρακτικές φίμωσης της πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησης. Τα ελληνικά ποινικά δικαστήρια είχαν συχνά εφαρμόσει στο παρελθόν τη σχετική διάταξη του άρθρου 181 του Ποινικού Κώδικα κατά τρόπο ώστε να δικαιώνονται οι φόβοι αυτοί και όλα δείχνουν ότι παρόμοια φαινόμενα μπορούν να επαναληφθούν.
Η απώτερη συνέπεια μπορεί να είναι νέες καταδίκες της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ελευθερία της έκφρασης). Περαιτέρω, η απόκρυψη των χαρακτηριστικών του προσώπου των διαδηλωτών θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση για αδικήματα βίας, π.χ. ληστεία, σωματική βλάβη, φθορά ξένης ιδιοκτησίας κ.λπ., οδηγώντας σε κάποια προσαύξηση της ποινής όσων καταδικάζονται για αυτή. Ωστόσο, η προσαύξηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα όρια που θέτει ιδίως η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και συνεπώς δεν επιτρέπεται να φθάνει π.χ. στον διπλασιασμό της αρχικής ποινής και μάλιστα κατά τρόπο οιονεί «αυτόματο» (δηλ. χωρίς να αφήνεται περιθώριο επιμέτρησης στον ποινικό δικαστή).
Γενικότερα πάντως, η αύξηση των κρουσμάτων βίας, οι λεηλασίες και / ή καταστροφές περιουσιών στους δρόμους των μεγάλων πόλεων κ.λπ., δεν οφείλονται στην ανεπάρκεια ή την «επιείκεια» των ποινικών νόμων.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι κουκουλοφόροι δεν τιμωρούνται επαρκώς από τα δικαστήρια, όταν συλληφθούν, αλλά ότι η αστυνομία συχνά δεν μπορεί ή και δεν θέλει να τους συλλάβει, ούτε να σταματήσει τουλάχιστον την καταστροφική δράση τους. Τούτο οφείλεται στα δικά της οργανωτικά προβλήματα και τις ελλείψεις σε εκπαίδευση, εξοπλισμό κ.λπ., που αντανακλούν άλλωστε τις γενικότερες δυσλειτουργίες ενός κομματικοποιημένου και διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού.
Με άλλες λέξεις, το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι το κράτος αδυνατεί να λειτουργήσει σωστά, κυρίως επειδή από αρκετές δεκαετίες αντιμετωπίζεται από τα κόμματα εξουσίας ως λάφυρο των ίδιων και των πολιτικών «πελατών» τους και όχι ως μηχανισμός στην υπηρεσία του συνόλου των πολιτών. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η ποινικοποίηση αποτελεί περισσότερο εξορκισμό και λιγότερο, ή καθόλου, σοβαρή πολιτική.

22/3/09

Η ΛΥΣΗ, ΤΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΚΟΜΜΑ
Ευάγγελος Βενιζέλος
Εφημερίδα "Ελευθεροτυπια", 22/3/2009

Η διεθνής οικονομική κρίση ήταν ως προς τα αίτιά της και είναι ως προς την αντιμετώπισή της, κρίση κατ' εξοχήν πολιτική.

Τα νομοθετικά και διοικητικά κενά ως προς την κρατική εποπτεία επί των χρηματοοικονομικών αγορών επέτρεψαν να διαμορφωθεί η μήτρα της κρίσης. Το έλλειμμα εποπτείας, που είναι έλλειμμα λειτουργίας του κράτους και άρα έλλειμμα πολιτικής, δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ, απ' όπου ξεκίνησαν οι κακές πρακτικές. Αφορά όλες τις χώρες -πρωτίστως, μάλιστα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη ζώνη του ευρώ.

1. Η απουσία σοβαρών θεσμών παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης οφείλεται στην άρνηση των ισχυρών εθνικών και περιφερειακών οικονομιών να τους δεχθούν. Η δε Ευρωπαϊκή Ένωση φάνηκε απόλυτα επαναπαυμένη στην αντίληψη ότι θα υπάρχουν πάντα ομαλές συνθήκες λειτουργίας της διεθνούς και της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μηχανισμοί πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων δεν είχαν, ούτε έχουν ακόμη συγκροτηθεί.

2. Στην Ελλάδα, όμως, ο πολιτικός χαρακτήρας της κρίσης δεν συνδέεται μόνον με τα εμφανή κενά του συστήματος εποπτείας στο χρηματοοικονομικό σύστημα, αλλά με ολόκληρο το περιβάλλον του δημόσιου βίου που έχει καταστεί εδώ και καιρό.
Ανεξάρτητα από τη διεθνή κρίση και τις επιπτώσεις της και κατά μείζονα λόγο εξαιτίας αυτών στην Ελλάδα έχει πλέον εγκατασταθεί μια καθολική κρίση εμπιστοσύνης. Πρόκειται για κρίση πολιτικής νομιμοποίησης και αντιπροσώπευσης, για κρίση της δημόσιας ηθικής, για κρίση των αξιακών παραδοχών. Η κρίση της οικονομίας μετασχηματίζεται κατά τον τρόπο αυτό σε κρίση αποτελεσματικότητας του κράτους, σε κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, σε κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού λόγου.

3. Όλοι πλέον αποδέχονται ότι τόσο η υπέρβαση της οικονομικής κρίσης, που είναι κρίση χρηματοοικονομική, κρίση δημοσιονομική και κρίση του παραγωγικού σχήματος της χώρας, όσο και η λήψη των αναγκαίων διαρθρωτικών μέτρων έχουν ως κοινή προϋπόθεση την επέμβαση στο κράτος: στη λειτουργία της κυβέρνησης, στη λειτουργία της Βουλής και ιδίως στην ποιότητα του νομοθετικού έργου, στη δημόσια διοίκηση, στους αρμούς που συνδέουν το κράτος με την οικονομία, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στα μεγάλα συστήματα του κοινωνικού κράτους, στους θεσμούς του κράτους δικαίου και κυρίως στη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Η ενιαία βάση όλων αυτών των προβλημάτων είναι το πολιτικό σύστημα και ιδίως η συνάρθρωση του κομματικού συστήματος με τους θεσμούς του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης, όπως αυτό διαμορφώθηκε τα τελευταία τριάντα πέντε (1974-2009) χρόνια.

4. Είναι, συνεπώς, λογικό να τροφοδοτείται διαρκώς μια δημόσια συζήτηση που έχει ως επωδό την ανάγκη αλλαγής του πολιτικού συστήματος.
Η συζήτηση, όμως, αυτή διεξάγεται κατά τρόπο αποσπασματικό. Εστιάζει το ενδιαφέρον της σε ορισμένα «αγαπημένα» θέματα όπως η ριζική αλλαγή του εκλογικού συστήματος, η ανάγκη για ένα «Καποδίστρια ΙΙ» ή η συγκρότηση μικρότερων, ευέλικτων κυβερνητικών σχημάτων με στόχο το λεγόμενο επιτελικό κράτος σε επίπεδο κεντρικής διοίκησης κ.ο.κ.
Παράλληλα, διεξάγεται και η διαρκής συζήτηση για τις αναγκαίες αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα, την αναγέννηση του ΕΣΥ, τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος κ.ο.κ.

5 Πεποίθησή μου, επιστημονική και πολιτική, είναι ότι καμία από τις αναγκαίες αυτές τομές δεν είναι εφικτή, αν η αλλαγή δεν αρχίσει από το ίδιο το κομματικό φαινόμενο, από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κομμάτων και του κομματικού συστήματος συνολικά. Αν δεν επιβληθεί στην πράξη το μοντέλο ενός συλλογικού, εσωτερικά δημοκρατικού, αποκεντρωμένου, «ανοικτού» κόμματος που επιτρέπει στους πολίτες να νιώθουν ότι πράγματι συμμετέχουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι και αντιπροσωπεύονται από τους πολιτικούς θεσμούς αρχής γενομένης από τα ίδια τα κόμματα.

Το μοντέλο ενός κόμματος που δεν έχει ολιστική αντίληψη για το κράτος, την κοινωνία, την οικονομία. Που δεν θέλει να παρεμβαίνει οργανωτικά παντού, αλλά αφήνει χώρο στους πολίτες, τις τοπικές κοινωνίες, την εκπαιδευτική κοινότητα, την επιστημονική και επαγγελματική αξιοκρατία.

* Πώς μπορεί να μεταβληθεί το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο οργάνωσης της κυβέρνησης που οδηγεί αναγκαστικά στο μοντέλο ενός υπερσυγκεντρωτικού, μοναχικού και, αργά ή γρήγορα, αναποτελεσματικού μεγάρου Μαξίμου, αν δεν αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας του κόμματος της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας;

Το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα οργάνωσης της κυβέρνησης είναι το ομόλογο του αρχηγικού συστήματος οργάνωσης των κομμάτων.

* Κατά την ίδια λογική, τι νόημα έχει η υιοθέτηση ενός εκλογικού συστήματος κοντινού προς το γερμανικό, εάν η διάκριση των βουλευτών σε αυτούς της ενιαίας εθνικής ή περιφερειακής λίστας και αυτούς των μονοεδρικών περιφερειών και η επιλογή των υποψηφίων θα γίνεται χωρίς ουσιαστικές δημοκρατικές διαδικασίες;

* Πώς μπορεί να αναβαθμιστεί η λειτουργία της Βουλής και ο ρόλος των βουλευτών, όταν η Βουλή λειτουργεί απολύτως ως «Βουλή των κομμάτων» και δεν αφήνει κανένα περιθώριο κίνησης στους βουλευτές καθώς οτιδήποτε αποκλίνει -ακόμη και λεκτικά- από την κομματική γραμμή εκλαμβάνεται ως σκάνδαλο;

* Πώς μπορεί να προωθηθεί η αποκεντρωτική λειτουργία του κράτους, όταν τα ίδια τα κόμματα έχουν έντονα συγκεντρωτική λειτουργία με περιφερειακά όργανα που στερούνται ουσιαστικών πολιτικών αρμοδιοτήτων;

* Πώς μπορούν να θεσπιστούν νέες εγγυήσεις υπέρ της διαφάνειας, όταν υπάρχουν ισχυρές επιφυλάξεις για τη χρηματοδότηση και την οικονομική διαχείριση των κομμάτων;

Όλες δε οι παθογένειες της λεγόμενης κεντρικής πολιτικής σκηνής, που ανάγονται τελικά στον τρόπο οργάνωσης των κομμάτων, μεταφέρονται, συχνά με οξύτερο τρόπο, στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης και των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

6. Το κυριότερο, όμως, πρόβλημα αφορά την ποιότητα του πολιτικού λόγου, ιδίως όταν αυτός καλείται να αντιμετωπίσει έκτακτα ζητήματα όπως η παρούσα διεθνής οικονομική κρίση.

Ένα πολιτικό σύστημα εγκλωβισμένο στις νοοτροπίες των τελευταίων 35 ετών δύσκολα μπορεί να υπερβεί κάποια στερεότυπα που ανάγουν τα πάντα στη διαχρονική σύγκρουση αφ' ενός μεν μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, αφ' ετέρου δε των μικρότερων κομμάτων με τα δύο μεγάλα.

Η κατάσταση αυτή έχει ως κύριο θετικό σημείο τη δυνατότητα να συγκροτούνται αυτοδύναμες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Είναι, όμως, άνευ σημασίας μια αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία παλαιού τύπου, δηλαδή αλαζονική και αυτάρεσκη.

Απαιτείται μια νέου τύπου αντίληψη περί αυτοδυναμίας που να λειτουργεί ως εγγύηση σταθερότητας, αποτελεσματικότητας και αξιοπιστίας. Ταυτοχρόνως, όμως, και ως βάση για τις αναγκαίες, προγραμματικά έγκυρες, συνεργασίες και τις ακόμη ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις χωρίς τις οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν τα σημερινά προβλήματα.

Όλα αυτά προϋποθέτουν, ωστόσο, βαθιές και γενναίες αλλαγές στην ίδια τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τη νοοτροπία των κομμάτων, ιδίως δε των πολυσυλλεκτικών κομμάτων εξουσίας.

7. Υποστηρίζω τις θέσεις αυτές εδώ και χρόνια τόσο θεωρητικά με τα βιβλία μου για το «ανοικτό» κόμμα και την μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όσο και με συνεχείς παρεμβάσεις στα συνέδρια και τις άλλες εσωκομματικές διαδικασίες του ΠΑΣΟΚ.

Θέλω να πιστεύω ότι όλα αυτά έχουν καταστεί κοινή συνείδηση στο ΠΑΣΟΚ, που καλείται τώρα να διαχειριστεί μια ιστορική πρόκληση με τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα. Δεν αρκεί, όμως, να συμβεί αυτό μόνον στο ΠΑΣΟΚ. Πρέπει να συμβεί σε όλο το κομματικό φάσμα, εάν θέλουμε να σταθούμε, συνολικά ως κοινωνία, στο ύψος των περιστάσεων.

12/3/09

Η ΨΗΦΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΔΗΜΩΝ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.3.2009

Στο Σύνταγμα του 1975 περιελήφθη για πρώτη φορά διάταξη (άρθρο 51, παρ. 4) που προέβλεψε τη δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να ρυθμίσει τα σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου των Ελλήνων εκλογέων εκτός Ελλάδας. Ο κοινός νομοθέτης δεν πήρε καμία τέτοια πρωτοβουλία. Στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, παράλληλα με τη συνταγματική κατοχύρωση του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (άρθρο 108, παρ. 2), ανακινήθηκε και το θέμα αυτό, με δύο ουσιώδεις αλλαγές στο άρθρο 51, παρ. 4. Πρώτον, την πρόβλεψη αυξημένης πλειοψηφίας των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών για την ψήφιση του σχετικού νόμου -μια ευτυχής έμπνευση του Ευ. Βενιζέλου- και δεύτερον, την κατ’ αρχήν προτίμηση της επιστολικής ψήφου ως μέσου διευκόλυνσης της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος από τους ευρισκόμενους εκτός Ελλάδας εκλογείς.
Τόσο το παλαιό όσο και το νέο άρθρο 51, παρ. 4 Συντ. δεν προσέφεραν στους εκτός Ελλάδας εκλογείς κάτι που δεν είχαν. Οι απόδημοι Έλληνες και οι άλλοι ευρισκόμενοι εκτός Ελλάδας συμπατριώτες μας, εφόσον έχουν και διατηρούν την ελληνική ιθαγένεια, μπορούν να ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές όπως και οι άλλοι Έλληνες πολίτες. Αρκεί να έλθουν στην Ελλάδα και να ψηφίσουν.
Με τον τρόπο αυτόν αποδεικνύουν τη σταθερότητα του δεσμού με τη μητέρα πατρίδα και εκδηλώνουν εμπράκτως τη βούλησή τους να συνεχίσουν να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Το άρθρο 51, παρ. 4 Συντ. αφορά εκείνους που δεν μπορούν να υποστούν αυτήν την ωραία ταλαιπωρία. Ποιος είναι όμως ο σκοπός του άρθρου αυτού; Ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης ήθελε άραγε οι απόδημοι και οι άλλοι διεσπαρμένοι στις πέντε ηπείρους Έλληνες πολίτες να καθορίζουν με την ψήφο τους «εξ αποστάσεως» τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα; Ο Ιταλός συνταγματικός νομοθέτης το 2001 είχε επίγνωση των απρόβλεπτων συνεπειών της «προσμέτρησης» των ψήφων των Ιταλών μεταναστών στις ψήφους των ευρισκομένων εντός της Επικρατείας εκλογέων και γι’ αυτό προέβλεψε ότι οι περίπου 2.500.000 δυνητικοί εκλογείς εκτός Ιταλίας θα εκλέγουν σε «περιφέρειες εξωτερικού», ανά ήπειρο, 12 βουλευτές και 6 γερουσιαστές, αφαιρούμενους από τον συνολικό αριθμό των μελών κάθε Βουλής (630 και 315, αντίστοιχα).
Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση, με το νομοσχέδιο που κατέθεσε πρόσφατα στη Βουλή, δεν θέλει να έχουν οι απόδημοι τη δική τους -συμβολική κατά βάση- αντιπροσώπευση, αλλά να επηρεάζουν άμεσα και καθοριστικά με την ψήφο τους τον κομματικό ανταγωνισμό στην Ελλάδα. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης -πλην του ΛΑΟΣ- καθώς και το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού επιμένουν στο ιταλικό πρότυπο, το μόνο που ταιριάζει σε μια χώρα με μεγάλο αριθμό μεταναστών, όπως η Ελλάδα. Έτσι θα μπορούσαν να δημιουργηθούν τρεις εκλογικές «περιφέρειες εξωτερικού» (Ευρώπη, Αμερική και Αφρική, Ασία και Ωκεανία), στις οποίες θα αντιστοιχούσαν 5 το πολύ βουλευτικές έδρες, αφαιρούμενες από τις 12 έδρες των βουλευτών Επικρατείας. Είναι ένα άλλο ζήτημα αν αυτό μπορεί να γίνει μόνο με συνταγματική αναθεώρηση ή με κοινό νόμο.

10/3/09

Η ΔΥΣΠΡΑΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 10.3.2009

Κάθε πολίτης που χρειάστηκε να προσφύγει στη Δικαιοσύνη έχει διαπιστώσει, χωρίς να απαιτούνται ειδικές γνώσεις, την αδυναμία των ελληνικών δικαστηρίων να ανταποκριθούν στον θεσμικό τους ρόλο. Παρά το υψηλό επίπεδο του μέσου Έλληνα δικαστή, ο χρόνος απονομής της δικαιοσύνης ισοδυναμεί συχνά με αρνησιδικία, όπως έχει άλλωστε αποφανθεί κατ’ επανάληψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Κατά μέσο όρο ο χρόνος αναμονής για την έκδοση πρωτόδικης απόφασης στα διοικητικά δικαστήρια υπολογίζεται σε πέντε χρόνια, ενώ για να τελεσιδικήσει απαιτείται τουλάχιστον άλλη μία τριετία. Παρόμοια είναι η κατάσταση και στα πολιτικά δικαστήρια. Η εξήγηση για τη δυσπραγία της Δικαιοσύνης δεν είναι μονοσήμαντη. Οφείλεται κατ’ αρχάς στην ελλειμματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, της οποίας οι αποφάσεις σε υψηλό ποσοστό είναι παράνομες και αναιτιολόγητες ή εκδίδονται χωρίς να τηρούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Από την άλλη πλευρά, ο δικηγορικός πληθωρισμός και η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών επιβαρύνουν περαιτέρω τη Δικαιοσύνη. Πέρα από αυτά, η ίδια η διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης διαπιστώνεται ότι δεν διευκολύνει την αποφόρτωση, αλλά επιτείνει το πρόβλημα, επηρεάζοντας εντέλει και την ποιότητα του δικαιοδοτικού έργου.
Η αναποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος, κατ’ εξοχήν σε περιόδους οικονομικής κρίσης, καθίσταται άμεσα ορατή στην οικονομία, αφ ενός στερώντας το ελληνικό Δημόσιο από σημαντικά ποσά φόρων και ασφαλιστικών εισφορών και, αφ ετέρου, εγκλωβίζοντας σειρά επιχειρηματικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων. Ωστόσο, τα μέχρι σήμερα μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα αποδείχθηκαν ατελέσφορα, ιδίως εξαιτίας της αποσπασματικότητας των ρυθμίσεων, αλλά και της έλλειψης ενός ριζοσπαστικού σχεδιασμού για την αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος. Τα μέτρα που εξήγγειλε ο νέος υπουργός Δικαιοσύνης κινούνται μεν στη σωστή κατεύθυνση, όμως δεν φαίνεται να εντάσσονται σε μια λογική ευρύτερης αναδιάρθρωσης του κράτους.
Είναι κρίσιμο να καταρριφθεί ο μύθος ότι η αύξηση του αριθμού των δικαστών θα αποτελούσε λύση για να μειωθεί ουσιωδώς ο χρόνος έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων. Απαιτείται, επίσης, να καταστεί σαφές ότι οι αναγκαίες τομές δεν αρκεί να αφορούν τη δικαιοσύνη καθεαυτή, αλλά συνολικότερα την οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας. Όταν σήμερα ο αριθμός των εκκρεμών δικογραφιών ανέρχεται σε περισσότερες από 415.000, είναι προφανές ότι ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να αποδοθεί πρώτον σε μέτρα μείωσης των υποβαλλόμενων αιτήσεων και προσφυγών και, δεύτερον, στους μηχανισμούς «φιλτραρίσματος» εκείνων των προσφυγών με τις οποίες πράγματι θα ασχοληθεί σε βάθος ο δικαστής. Επιπλέον, σκόπιμο κρίνεται να προτάσσονται χρονικά οι μείζονος οικονομικού-επενδυτικού ενδιαφέροντος υποθέσεις, που έχουν ευρείες επιπτώσεις για την οικονομία και την πολιτεία.
Η Δικαιοσύνη παραμένει, παρά τη χαμηλή της αποδοτικότητα, ο έσχατος και πλέον αμερόληπτος κρατικός μηχανισμός για την προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η αναβάθμιση της λειτουργίας της θα συμβάλει ευρύτερα στον εκσυγχρονισμό της πολιτείας.

9/3/09

ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 9.3.2009

Η έκδοση από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) εντάλματος σύλληψης κατά του προέδρου του Σουδάν, προκειμένου να δικαστεί ως ηθικός αυτουργός για τα εγκλήματα των σουδανικών παραστρατιωτικών δυνάμεων στο Νταρφούρ, ήταν το σημαντικότερο διεθνές γεγονός της προηγούμενης εβδομάδας. Παρά την αδυναμία άμεσης εκτέλεσής του, το ένταλμα αυτό σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας περιόδου στις διεθνείς σχέσεις, κατά την οποία ακόμα και αρχηγοί κρατών μπορούν να βρεθούν υπόλογοι για μαζικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου από τους υποτακτικούς τους, ενώπιον ενός διαρκούς δικαιοδοτικού οργάνου, όπως είναι το ΔΠΔ. Ακριβώς ο διαρκής χαρακτήρας του τελευταίου, με βάση τη σχετική διεθνή σύμβαση που έχει κυρωθεί από τα περισσότερα κράτη του κόσμου, συνεπάγεται την ύπαρξη των εγγυήσεων δίκαιης δίκης που έλλειπαν έως τώρα από τα περιστασιακά συγκροτούμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις διεθνή ποινικά δικαστήρια, όπως π.χ. εκείνο για την πρώην Γιουγκοσλαβία.
Γενικότερα είναι θετικό ότι η διεθνής κοινότητα αρχίζει σε κάποιον βαθμό να αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα ως μια οιονεί έμφυτη ιδιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι γεγονός ότι τόσο μέσα από τα διεθνή κείμενα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα αντίστοιχα δικαιοδοτικά όργανα όσο και, κυρίως, από τη διαμόρφωση ενός είδους παγκόσμιας κοινής γνώμης, ως συνέπεια της τεχνολογικής και κοινωνικής εξέλιξης, προκύπτουν δεσμεύσεις για τα εθνικά κράτη. Τα τελευταία είναι μακροπρόθεσμα υποχρεωμένα, λόγω και της ολοένα εντεινόμενης αλληλεξάρτησης των εθνικών και περιφερειακών οικονομιών, να λαμβάνουν υπόψη τους, ως ένα σημείο τουλάχιστον, τις διεθνείς πιέσεις για σεβασμό στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο η εξέλιξη αυτή πολύ απέχει από το να έχει ολοκληρωθεί και προσλάβει τις διαστάσεις μιας ιστορικής νομοτέλειας, αφού άλλωστε υπάρχουν ευδιάκριτα στοιχεία υποκρισίας στη σχετική ρητορική, όταν αυτή προέρχεται από κράτη και κυβερνήσεις.
Το στοιχείο αυτό της υποκρισίας είναι ιδιαίτερα έντονο στην περίπτωση της παγκόσμιας υπερδύναμης, η οποία από τη μία συντάσσει και δημοσιοποιεί ετήσιες εκθέσεις του State Department, επικρίνοντας άλλα κράτη για καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και από την άλλη καταπατά η ίδια τα δικαιώματα αυτά σε μεγάλη κλίμακα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν κυρώσει τη σύμβαση για το ΔΠΔ και έτσι τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων και των μυστικών υπηρεσιών τους δεν μπορούν να κατηγορηθούν ενώπιόν του για τις παραβιάσεις δικαιωμάτων στο Γκουαντάναμο, το Ιράκ κ.λπ. Ίσως ακόμη χειρότερες είναι όμως οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην ίδια την αμερικανική επικράτεια, π.χ. με τις πολυάριθμες θανατικές καταδίκες και εκτελέσεις, ακόμη και ανηλίκων, σε αντίθεση προς τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (που ούτε κι αυτή δεν την έχουν κυρώσει οι ΗΠΑ), με τη μη αποδοχή της δικαιοδοσίας του Αμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κ.ά. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αποτελεσματικά μόνο εφόσον ισχύουν πάγια, για όλους και έναντι όλων, και τούτο δεν μπορεί να συμβεί σ' έναν μονοπολικό κόσμο, όπως ο σημερινός, όταν η υπερδύναμη δίνει το κακό, αντί για το καλό, παράδειγμα.