12/3/09

Η ΨΗΦΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΔΗΜΩΝ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.3.2009

Στο Σύνταγμα του 1975 περιελήφθη για πρώτη φορά διάταξη (άρθρο 51, παρ. 4) που προέβλεψε τη δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να ρυθμίσει τα σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου των Ελλήνων εκλογέων εκτός Ελλάδας. Ο κοινός νομοθέτης δεν πήρε καμία τέτοια πρωτοβουλία. Στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, παράλληλα με τη συνταγματική κατοχύρωση του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (άρθρο 108, παρ. 2), ανακινήθηκε και το θέμα αυτό, με δύο ουσιώδεις αλλαγές στο άρθρο 51, παρ. 4. Πρώτον, την πρόβλεψη αυξημένης πλειοψηφίας των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών για την ψήφιση του σχετικού νόμου -μια ευτυχής έμπνευση του Ευ. Βενιζέλου- και δεύτερον, την κατ’ αρχήν προτίμηση της επιστολικής ψήφου ως μέσου διευκόλυνσης της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος από τους ευρισκόμενους εκτός Ελλάδας εκλογείς.
Τόσο το παλαιό όσο και το νέο άρθρο 51, παρ. 4 Συντ. δεν προσέφεραν στους εκτός Ελλάδας εκλογείς κάτι που δεν είχαν. Οι απόδημοι Έλληνες και οι άλλοι ευρισκόμενοι εκτός Ελλάδας συμπατριώτες μας, εφόσον έχουν και διατηρούν την ελληνική ιθαγένεια, μπορούν να ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές όπως και οι άλλοι Έλληνες πολίτες. Αρκεί να έλθουν στην Ελλάδα και να ψηφίσουν.
Με τον τρόπο αυτόν αποδεικνύουν τη σταθερότητα του δεσμού με τη μητέρα πατρίδα και εκδηλώνουν εμπράκτως τη βούλησή τους να συνεχίσουν να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Το άρθρο 51, παρ. 4 Συντ. αφορά εκείνους που δεν μπορούν να υποστούν αυτήν την ωραία ταλαιπωρία. Ποιος είναι όμως ο σκοπός του άρθρου αυτού; Ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης ήθελε άραγε οι απόδημοι και οι άλλοι διεσπαρμένοι στις πέντε ηπείρους Έλληνες πολίτες να καθορίζουν με την ψήφο τους «εξ αποστάσεως» τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα; Ο Ιταλός συνταγματικός νομοθέτης το 2001 είχε επίγνωση των απρόβλεπτων συνεπειών της «προσμέτρησης» των ψήφων των Ιταλών μεταναστών στις ψήφους των ευρισκομένων εντός της Επικρατείας εκλογέων και γι’ αυτό προέβλεψε ότι οι περίπου 2.500.000 δυνητικοί εκλογείς εκτός Ιταλίας θα εκλέγουν σε «περιφέρειες εξωτερικού», ανά ήπειρο, 12 βουλευτές και 6 γερουσιαστές, αφαιρούμενους από τον συνολικό αριθμό των μελών κάθε Βουλής (630 και 315, αντίστοιχα).
Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση, με το νομοσχέδιο που κατέθεσε πρόσφατα στη Βουλή, δεν θέλει να έχουν οι απόδημοι τη δική τους -συμβολική κατά βάση- αντιπροσώπευση, αλλά να επηρεάζουν άμεσα και καθοριστικά με την ψήφο τους τον κομματικό ανταγωνισμό στην Ελλάδα. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης -πλην του ΛΑΟΣ- καθώς και το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού επιμένουν στο ιταλικό πρότυπο, το μόνο που ταιριάζει σε μια χώρα με μεγάλο αριθμό μεταναστών, όπως η Ελλάδα. Έτσι θα μπορούσαν να δημιουργηθούν τρεις εκλογικές «περιφέρειες εξωτερικού» (Ευρώπη, Αμερική και Αφρική, Ασία και Ωκεανία), στις οποίες θα αντιστοιχούσαν 5 το πολύ βουλευτικές έδρες, αφαιρούμενες από τις 12 έδρες των βουλευτών Επικρατείας. Είναι ένα άλλο ζήτημα αν αυτό μπορεί να γίνει μόνο με συνταγματική αναθεώρηση ή με κοινό νόμο.

10/3/09

Η ΔΥΣΠΡΑΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 10.3.2009

Κάθε πολίτης που χρειάστηκε να προσφύγει στη Δικαιοσύνη έχει διαπιστώσει, χωρίς να απαιτούνται ειδικές γνώσεις, την αδυναμία των ελληνικών δικαστηρίων να ανταποκριθούν στον θεσμικό τους ρόλο. Παρά το υψηλό επίπεδο του μέσου Έλληνα δικαστή, ο χρόνος απονομής της δικαιοσύνης ισοδυναμεί συχνά με αρνησιδικία, όπως έχει άλλωστε αποφανθεί κατ’ επανάληψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Κατά μέσο όρο ο χρόνος αναμονής για την έκδοση πρωτόδικης απόφασης στα διοικητικά δικαστήρια υπολογίζεται σε πέντε χρόνια, ενώ για να τελεσιδικήσει απαιτείται τουλάχιστον άλλη μία τριετία. Παρόμοια είναι η κατάσταση και στα πολιτικά δικαστήρια. Η εξήγηση για τη δυσπραγία της Δικαιοσύνης δεν είναι μονοσήμαντη. Οφείλεται κατ’ αρχάς στην ελλειμματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, της οποίας οι αποφάσεις σε υψηλό ποσοστό είναι παράνομες και αναιτιολόγητες ή εκδίδονται χωρίς να τηρούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Από την άλλη πλευρά, ο δικηγορικός πληθωρισμός και η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών επιβαρύνουν περαιτέρω τη Δικαιοσύνη. Πέρα από αυτά, η ίδια η διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης διαπιστώνεται ότι δεν διευκολύνει την αποφόρτωση, αλλά επιτείνει το πρόβλημα, επηρεάζοντας εντέλει και την ποιότητα του δικαιοδοτικού έργου.
Η αναποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος, κατ’ εξοχήν σε περιόδους οικονομικής κρίσης, καθίσταται άμεσα ορατή στην οικονομία, αφ ενός στερώντας το ελληνικό Δημόσιο από σημαντικά ποσά φόρων και ασφαλιστικών εισφορών και, αφ ετέρου, εγκλωβίζοντας σειρά επιχειρηματικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων. Ωστόσο, τα μέχρι σήμερα μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα αποδείχθηκαν ατελέσφορα, ιδίως εξαιτίας της αποσπασματικότητας των ρυθμίσεων, αλλά και της έλλειψης ενός ριζοσπαστικού σχεδιασμού για την αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος. Τα μέτρα που εξήγγειλε ο νέος υπουργός Δικαιοσύνης κινούνται μεν στη σωστή κατεύθυνση, όμως δεν φαίνεται να εντάσσονται σε μια λογική ευρύτερης αναδιάρθρωσης του κράτους.
Είναι κρίσιμο να καταρριφθεί ο μύθος ότι η αύξηση του αριθμού των δικαστών θα αποτελούσε λύση για να μειωθεί ουσιωδώς ο χρόνος έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων. Απαιτείται, επίσης, να καταστεί σαφές ότι οι αναγκαίες τομές δεν αρκεί να αφορούν τη δικαιοσύνη καθεαυτή, αλλά συνολικότερα την οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας. Όταν σήμερα ο αριθμός των εκκρεμών δικογραφιών ανέρχεται σε περισσότερες από 415.000, είναι προφανές ότι ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να αποδοθεί πρώτον σε μέτρα μείωσης των υποβαλλόμενων αιτήσεων και προσφυγών και, δεύτερον, στους μηχανισμούς «φιλτραρίσματος» εκείνων των προσφυγών με τις οποίες πράγματι θα ασχοληθεί σε βάθος ο δικαστής. Επιπλέον, σκόπιμο κρίνεται να προτάσσονται χρονικά οι μείζονος οικονομικού-επενδυτικού ενδιαφέροντος υποθέσεις, που έχουν ευρείες επιπτώσεις για την οικονομία και την πολιτεία.
Η Δικαιοσύνη παραμένει, παρά τη χαμηλή της αποδοτικότητα, ο έσχατος και πλέον αμερόληπτος κρατικός μηχανισμός για την προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η αναβάθμιση της λειτουργίας της θα συμβάλει ευρύτερα στον εκσυγχρονισμό της πολιτείας.

9/3/09

ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 9.3.2009

Η έκδοση από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) εντάλματος σύλληψης κατά του προέδρου του Σουδάν, προκειμένου να δικαστεί ως ηθικός αυτουργός για τα εγκλήματα των σουδανικών παραστρατιωτικών δυνάμεων στο Νταρφούρ, ήταν το σημαντικότερο διεθνές γεγονός της προηγούμενης εβδομάδας. Παρά την αδυναμία άμεσης εκτέλεσής του, το ένταλμα αυτό σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας περιόδου στις διεθνείς σχέσεις, κατά την οποία ακόμα και αρχηγοί κρατών μπορούν να βρεθούν υπόλογοι για μαζικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου από τους υποτακτικούς τους, ενώπιον ενός διαρκούς δικαιοδοτικού οργάνου, όπως είναι το ΔΠΔ. Ακριβώς ο διαρκής χαρακτήρας του τελευταίου, με βάση τη σχετική διεθνή σύμβαση που έχει κυρωθεί από τα περισσότερα κράτη του κόσμου, συνεπάγεται την ύπαρξη των εγγυήσεων δίκαιης δίκης που έλλειπαν έως τώρα από τα περιστασιακά συγκροτούμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις διεθνή ποινικά δικαστήρια, όπως π.χ. εκείνο για την πρώην Γιουγκοσλαβία.
Γενικότερα είναι θετικό ότι η διεθνής κοινότητα αρχίζει σε κάποιον βαθμό να αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα ως μια οιονεί έμφυτη ιδιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι γεγονός ότι τόσο μέσα από τα διεθνή κείμενα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα αντίστοιχα δικαιοδοτικά όργανα όσο και, κυρίως, από τη διαμόρφωση ενός είδους παγκόσμιας κοινής γνώμης, ως συνέπεια της τεχνολογικής και κοινωνικής εξέλιξης, προκύπτουν δεσμεύσεις για τα εθνικά κράτη. Τα τελευταία είναι μακροπρόθεσμα υποχρεωμένα, λόγω και της ολοένα εντεινόμενης αλληλεξάρτησης των εθνικών και περιφερειακών οικονομιών, να λαμβάνουν υπόψη τους, ως ένα σημείο τουλάχιστον, τις διεθνείς πιέσεις για σεβασμό στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο η εξέλιξη αυτή πολύ απέχει από το να έχει ολοκληρωθεί και προσλάβει τις διαστάσεις μιας ιστορικής νομοτέλειας, αφού άλλωστε υπάρχουν ευδιάκριτα στοιχεία υποκρισίας στη σχετική ρητορική, όταν αυτή προέρχεται από κράτη και κυβερνήσεις.
Το στοιχείο αυτό της υποκρισίας είναι ιδιαίτερα έντονο στην περίπτωση της παγκόσμιας υπερδύναμης, η οποία από τη μία συντάσσει και δημοσιοποιεί ετήσιες εκθέσεις του State Department, επικρίνοντας άλλα κράτη για καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και από την άλλη καταπατά η ίδια τα δικαιώματα αυτά σε μεγάλη κλίμακα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν κυρώσει τη σύμβαση για το ΔΠΔ και έτσι τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων και των μυστικών υπηρεσιών τους δεν μπορούν να κατηγορηθούν ενώπιόν του για τις παραβιάσεις δικαιωμάτων στο Γκουαντάναμο, το Ιράκ κ.λπ. Ίσως ακόμη χειρότερες είναι όμως οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην ίδια την αμερικανική επικράτεια, π.χ. με τις πολυάριθμες θανατικές καταδίκες και εκτελέσεις, ακόμη και ανηλίκων, σε αντίθεση προς τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (που ούτε κι αυτή δεν την έχουν κυρώσει οι ΗΠΑ), με τη μη αποδοχή της δικαιοδοσίας του Αμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κ.ά. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αποτελεσματικά μόνο εφόσον ισχύουν πάγια, για όλους και έναντι όλων, και τούτο δεν μπορεί να συμβεί σ' έναν μονοπολικό κόσμο, όπως ο σημερινός, όταν η υπερδύναμη δίνει το κακό, αντί για το καλό, παράδειγμα.

25/2/09

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 25.2.2009

«Η ενίσχυση κάθε σύγχρονης δημοκρατίας παραμένει πάντοτε επίκαιρη». Σε αυτήν τη φράση του Γιώργου Παπαδημητρίου, γραμμένη με αφορμή τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (Η τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος, 2006), μπορεί να συμπυκνωθεί το πολιτικό νόημα ολόκληρου του επιστημονικού του έργου, ένα μεγάλο μέρος του οποίου συγκεντρώθηκε πρόσφατα σε δύο τόμους που περιλαμβάνουν 58 μελέτες του από το 1975 μέχρι το 2005 (Συνταγματικές Μελέτες, Ι, ΙΙ, 2007).
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου υπεράσπισε με σθένος τη μεταπολιτευτική δημοκρατία, χωρίς να παραβλέπει τις δυσλειτουργίες και τις παθολογίες της, υποδεικνύοντας όμως πάντοτε εύλογες και εφαρμόσιμες λύσεις για την αντιμετώπισή τους, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητάς της.
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου δεν ήταν ένας απλός παρατηρητής του Συνταγματικού Δικαίου που θα περιοριζόταν στην καταγραφή ή έστω τη συστηματοποίηση των δεδομένων της συνταγματικής εμπειρίας. Ηταν ένας συνδιαμορφωτής του Συνταγματικού Δικαίου, ο οποίος αντιλαμβανόταν το ερμηνευτικό του αντικείμενο όχι μόνο όπως είναι αλλά και όπως θα έπρεπε να είναι, με βάση τη λογική και το αξιακό περιεχόμενο των θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος και πρωτίστως της δημοκρατικής αρχής, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη του και τη διαρκώς εξελισσόμενη πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα.
Ετσι, στις περιπτώσεις συνταγματικών κανόνων που επιδέχονται εναλλακτικές ερμηνείες -και τέτοιοι συνήθως είναι οι συνταγματικοί κανόνες- το τελικό κριτήριο του Παπαδημητρίου ήταν η αξιολόγηση των ερμηνειών αυτών με βάση τη συμβολή τους στην ενδυνάμωση ή την αποδυνάμωση της δημοκρατίας στη χώρα μας. Στη σκέψη όμως του Παπαδημητρίου η δημοκρατία είναι μια πολυδιάστατη έννοια. Δεν εξαντλείται στην πολιτική δημοκρατία, με την οποία ασχολήθηκε ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ούτε ταυτίζεται μόνο με τη φιλελεύθερη δημοκρατία και την εγγύηση των ατομικών δικαιωμάτων, ένα θέμα που πάντοτε τον ενδιέφερε, ιδίως σε σχέση με την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, αλλά περιλαμβάνει και την κοινωνική δημοκρατία, η οποία κατά την περίοδο που διανύουμε δέχεται ασφυκτικές πιέσεις, καθώς και τη δημοκρατία στο εσωτερικό της κοινωνίας, η οποία προϋποθέτει την εγγύηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων απέναντι στις ιδιωτικές εξουσίες. Αυτές οι «τέσσερεις» δημοκρατίες είναι αλληλένδετες και εξαρτώνται πλέον και από μία «πέμπτη» δημοκρατία, αυτή που πρέπει να οικοδομηθεί στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ένα θέμα στο οποίο ο Γιώργος Παπαδημητρίου αφιέρωσε σειρά ολόκληρη μελετών του. Η δημοκρατία όμως σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο προϋποθέτει ότι θα υπάρξει μέλλον.
Η ευθύνη απέναντι στις μελλοντικές γενεές, με αναφορά στην προστασία του περιβάλλοντος, αλλά όχι μόνο αυτήν, ήταν το θέμα που απασχολούσε περισσότερο από καθετί άλλο τα τελευταία χρόνια τον Γιώργο Παπαδημητρίου. Είναι και αυτό ένα στοιχείο που μαρτυρεί την κρισιμότητα των προβλημάτων, τα οποία έθεσε και ανέλυσε, αλλά και το αίσθημα ευθύνης που είχε ως συνταγματολόγος για τη συνειδητοποίηση των κινδύνων που απειλούν όχι μόνο τον συνταγματισμό, αλλά και την ανθρωπότητα στον 21ο αιώνα.

24/2/09

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΥΠΟ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 24.2.2009

Οι επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης δεν έχουν γίνει ακόμη ορατές σε όλη τους την έκταση στη χώρα μας, αφού η έκθεση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος στα «τοξικά» τραπεζικά προϊόντα υπήρξε περιορισμένη. Όμως οι εγγενείς διαρθρωτικές δυσλειτουργίες της ελληνικής οικονομίας αναπόφευκτα θα διογκώσουν κατά τους επόμενους μήνες τις επιπτώσεις της κρίσης σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Ήδη οι πυλώνες του ελληνικού «αναπτυξιακού μοντέλου», δηλαδή τουρισμός, ναυτιλία και κατασκευές, εμφανίζουν τις πρώτες ισχυρές ενδείξεις μιας επερχόμενης καθίζησης, που όλα δείχνουν ότι θα έχει κρίσιμες κοινωνικές προεκτάσεις, με έξαρση της ανεργίας, της φτώχειας και των φαινομένων κοινωνικού αποκλεισμού και παραβατικότητας.
Ωστόσο την ίδια ώρα που στις ανεπτυγμένες δυτικές δημοκρατίες διεξάγεται μια γόνιμη συζήτηση για την αναδιάρθρωση της σχέσης δημόσιου - ιδιωτικού τομέα στην οικονομία, την αναγκαιότητα εκ νέου οριοθέτησης του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους και την εισαγωγή νέων κανόνων στο διεθνές εμπόριο, το ελληνικό πρόβλημα παραμένει εγκλωβισμένο στα στοιχειώδη: Ποιοι πρέπει να φορολογούνται και με ποιον τρόπο, πώς θα καταπολεμήσει η πολιτεία τη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή, γιατί έχει εκτοξευθεί η αδήλωτη εργασία σε δυσθεώρητα ύψη, πώς θα αντιμετωπιστούν τα ενδημικά φαινόμενα πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς, πώς θα λειτουργήσει επιτέλους το κράτος με τρόπο φιλικό για τον πολίτη και τις επιχειρήσεις, ποιες αλλαγές απαιτούνται ώστε να παράξει το εκπαιδευτικό σύστημα νέα γνώση, πώς θα αξιοποιηθούν οι κοινωνικές μεταβιβάσεις και θα οργανωθεί αποτελεσματικά το κοινωνικό κράτος;
Είναι μακρύς ο κατάλογος με τα ζητήματα που παραμένουν εκκρεμή επί δεκαετίες, ενώ θεωρούνται προ πολλού λυμένα στα προηγμένα δυτικά κράτη. Μπροστά στην οικονομική κρίση τέτοιου τύπου ελλείμματα λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές του προβλήματος. Οι διαρθρωτικές δυσλειτουργίες και οι παγιωμένες παθογένειες του κρατικού μηχανισμού και της ελληνικής οικονομίας κατ’ ουσίαν αποτελούν τον πλέον ανασχετικό παράγοντα για τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης. Αυτές οι παθογένειες αποδεικνύουν τελικά την κατάρρευση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, το έλλειμμα ηγεσίας και αξιοπιστίας της πολιτικής τάξης, την αδυναμία επεξεργασίας ενός σχεδίου αν όχι για τη συνολική αντιμετώπιση της κρίσης, έστω για τον εξορθολογισμό βασικών λειτουργιών του κράτους και της αγοράς.
Η οικονομική κρίση, που πρόκειται να κορυφωθεί τους επόμενους μήνες, θα αφήσει πίσω της χιλιάδες οικογένειες και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες στα όρια της απόγνωσης. Παρ’ όλα αυτά, κυριαρχεί ακόμη η ενασχόληση με μικροκομματικές αντεγκλήσεις και σενάρια. Την κρίση θα ακολουθήσει μια άνευ προηγουμένου κοινωνική ένταση, πιθανόν μια κοινωνική έκρηξη. Άγνωστο παραμένει, όμως, εάν μέσα από αυτές τις διεργασίες ενδέχεται να προκύψει μια νέα αντίληψη για την πολιτική, που θα οδηγήσει σε τομές στο κράτος και την οικονομία, ή αν θα συνεχιστεί η αυτοκαταστροφική πορεία της χώρας.

23/2/09

Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 23.2.2009

Οι πρόσφατες βιαιοπραγίες ομάδας κουκουλοφόρων κατά των μετεχόντων σε επιστημονική εκδήλωση σε κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην καρδιά της πρωτεύουσας, και ο τραυματισμός του καθηγητή Γ. Πανούση ήταν το τελευταίο από μία σειρά παρόμοιων επεισοδίων. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα κάποιοι άλλοι κουκουλοφόροι είχαν επιτεθεί και τραυματίσει τον διευθυντή των φυλακών Θεσσαλονίκης, ο οποίος συμμετείχε σε άλλη επιστημονική εκδήλωση στους χώρους του Αριστοτελείου, στη συνέχεια μερικοί άλλοι κατέστρεψαν και λεηλάτησαν γραφεία και άλλους χώρους του ίδιου ιδρύματος, άλλοι συνέλαβαν και κράτησαν ομήρους (!) μέλη των συλλογικών οργάνων του για να παρεμποδίσουν τη λήψη μη αρεστών σ' αυτούς αποφάσεων, κ.ο.κ.
Πιο θλιβερή κι από τα ίδια τα γεγονότα είναι η κοινωνική και πολιτική αντίδραση σ' αυτά, ή μάλλον η ανυπαρξία της, αφού η μόνη συνέπειά τους είναι η έκδοση μονότονα επαναλαμβανόμενων ανακοινώσεων -φραστικής και μόνο- καταδίκης από τα πολιτικά κόμματα. Στην πραγματικότητα γινόμαστε όλοι απαθείς μάρτυρες μιας ολοκληρωτικής αντιστροφής της λειτουργίας του πανεπιστημιακού ασύλου. Ενώ το άσυλο υποτίθεται ότι υπάρχει για να προστατεύει την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, αποδεικνύεται ότι υπάρχει για να επιτρέπει σε διάφορους εξτρεμιστές, πολλοί από τους οποίους πιθανότατα δεν έχουν καμία σχέση με το πανεπιστήμιο, να βιαιοπραγούν ασύδοτοι και να καταστέλλουν την ελευθερία της έκφρασης μέσα στους χώρους του τελευταίου. Ο αληθινός υπαίτιος για όλα αυτά δεν είναι η ισχύουσα νομοθεσία περί ασύλου, αφού η τελευταία προβλέπει τη χωρίς άλλη διαδικασία επέμβαση της δημόσιας δύναμης, όταν διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα (ή και πλημμελήματα κατά της ζωής) στους πανεπιστημιακούς χώρους. Ο αληθινός υπαίτιος είναι η διαχρονική έλλειψη πολιτικής βούλησης για να υπάρξει τέτοια επέμβαση.
Εφόσον λοιπόν οι κυβερνήσεις δεν θέλουν ή δεν μπορούν, η πιο πρόσφορη λύση είναι να δοθεί η δυνατότητα στα ΑΕΙ να αυτοπροστατευθούν, με τη νομοθετική καθιέρωση αυτοτελούς πανεπιστημιακής αστυνομίας. Αυτή μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερο ένοπλο σώμα για κάθε ίδρυμα, υπαγόμενο στις εντολές της οικείας πρυτανικής αρχής (και όχι του υπουργείου Εσωτερικών). Παράλληλα πρέπει να ληφθούν πρακτικά μέτρα ώστε η είσοδος και έξοδος στους πανεπιστημιακούς χώρους να γίνεται μόνον από συγκεκριμένα, ελεγχόμενα σημεία και να επιτρέπεται, εκτός από τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας (διδάσκοντες, διδασκομένους και υπαλλήλους), μόνο σε πρόσωπα που έχουν συγκεκριμένο λόγο, π.χ. θέλουν να χρησιμοποιήσουν τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες ή να συμμετάσχουν σε διεξαγόμενο επιστημονικό συνέδριο.
Τα μέτρα αυτά πρέπει να ληφθούν άμεσα, προτού φθάσουμε σε σημείο να θρηνήσουμε θύματα. Διαφορετικά η κύρια ευθύνη δεν θα ανήκει στους φυσικούς αυτουργούς των βιαιοτήτων, αλλά στους πολιτικούς που αδρανούν.

19/2/09

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΧΩΡΙΣ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΠΑΘΟΣ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", 16.2.2009

Η πρόσφατη μέτρηση των δεικτών εμπιστοσύνης στους θεσμούς από την Public Issue αποκαλύπτει ότι τα Πανεπιστήμια βρίσκονται μέσα στην πρώτη δεκάδα των θεσμών που εμπιστεύονται οι έλληνες πολίτες (Καθημερινή 28/12/1008). Συγκριτικά με άλλους θεσμούς, όπως τα Κόμματα, οι Κυβερνήσεις, τα Υπουργεία, η Τηλεόραση κ.ά., η θέση που βρίσκονται τα Πανεπιστήμια είναι αξιοζήλευτη, ιδιαίτερα μετά από τόσες καταγγελίες ακόμη και από τους ίδιους τους λειτουργούς τους, τους καθηγητές.
Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί τα τελευταία χρόνια οι ίδιοι οι καθηγητές προχωρούν σε δημόσιες καταγγελίες των όσων συμβαίνουν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο; Μήπως πρόκειται για διάθεση αυτοθυσίας, που αξίζει να επαινεθεί ή για ενδόμυχη τάση αναζήτησης ενός ιδανικού κόσμου, μέσα στον οποίο τα Πανεπιστήμια θα λειτουργούν και στην Ελλάδα, όπως εξιδανικευμένα υποτίθεται ότι λειτουργούν στη Δύση; (όπου οι περισσότεροι καθηγητές των ελληνικών Πανεπιστημίων έχουμε σπουδάσει ή/και διδάξει).
Η εξήγηση του φαινομένου δεν αλλάζει το γεγονός ότι συμβαίνουν πολλά από όσα καταγγέλλονται. Όμως η είναι άδικο και επικίνδυνο να γενικεύονται οι καταγγελίες σε όλους καθηγητές και φοιτητές, εφόσον οι περισσότεροι εργάζονται με σοβαρότητα και υπευθυνότητα στο πλαίσιο των συχνά αξεπέραστων δυσκολιών που θέτει η γενικότερη κατάσταση των υποδομών σε κτίρια και εξοπλισμό, λόγω της χρόνιας δημόσιας υποχρηματοδότησης, η αναξιοπρεπής μισθολογική μεταχείριση των διδασκόντων. η υποτυπώδης φοιτητική μέριμνα καθώς και η ξεπερασμένη οργάνωση και διοίκηση των ελληνικών Πανεπιστημίων λόγω της επαγγελλόμενης αλλά ακόμη εκκρεμούσας μεταρρύθμισης.
Ενώ είναι αλήθεια, ότι δεν είναι όλα τα ελληνικά Πανεπιστήμια ίδια, ούτε όλα τα Πανεπιστημιακά Τμήματα λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν περιπτώσεις που κυριαρχούν η πλημμελής εκπλήρωση των διδακτικών και ερευνητικών καθηκόντων των διδασκόντων, η αναξιοκρατία, η ευνοιοκρατία, η οικογενειοκρατία, η «αλληλεγγύη της παρέας» και οι προσωπικές σχέσεις που συχνά γίνονται και πελατειακές, όσον αφορά στην ανάδειξη των Διοικητικών Αρχών και στην εκλογή καθηγητών.
Το γεγονός ότι οι συμπεριφορές αυτές είναι εγγενείς στην ελληνική κοινωνία και ότι διαχέονται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σ’ όλους τους θεσμούς της χώρας μας δεν πρέπει να αποτελεί δικαιολογία. Δυστυχώς πολύ συχνά, η εύνοια για αυτούς που γνωρίζουμε προσωπικά και φιλικά συναγωνίζεται την αδιαφορία και την εχθρότητα γι’ αυτούς που βρίσκονται έξω από τον κύκλο των γνωστών και φιλικών μας προσώπων, έστω κι αν αυτοί είναι άριστοι. Αυτό συμβαίνει σ’ όλο τον Κόσμο, αλλά στη χώρα μας παίρνει μεγάλες διαστάσεις και αποτελεί ένα πολιτιστικό χαρακτηριστικό που καταστρέφει κάθε έννοια θεσμού και τελικά κάθε έννοια συγκροτημένης κοινωνίας.
Στα ελληνικά Πανεπιστήμια τέτοιες συμπεριφορές θα έπρεπε να υποχωρούν μπροστά στον ορθολογισμό και την αποπροσωποποιημένη λειτουργία των θεσμών, εφόσον οι περισσότεροι από τους καθηγητές που υπηρετούν σε αυτά έχουν γνώση και εμπειρία από τον αποτελεσματικότερο, αλλά όχι ιδανικό, όπως συχνά εμφανίζεται, τρόπο λειτουργίας των Πανεπιστημίων στις δυτικές χώρες. Είναι προφανές, ότι στο σύγχρονο ανταγωνιστικό Κόσμο, ο «ελληνικός τρόπος» λειτουργίας δεν είναι αποτελεσματικός, εφόσον εμποδίζει την ανάδειξη των καλλίτερων διδασκόντων και υπονομεύει την άρτια εκπαίδευση των φοιτητών.
Στην πραγματικότητα, παρά τα όσα λέγονται, οι συμπεριφορές, αυτές εμφανίζονται σε πολύ μικρότερο βαθμό στο ελληνικό Πανεπιστήμιο σε σχέση με ότι συμβαίνει σε άλλους θεσμούς στη Χώρα μας , πράγμα που εξηγεί και το γεγονός ότι το γενικό επίπεδο απόδοσης του ελληνικού Πανεπιστημίου είναι ικανοποιητικό. Αυτό αποδεικνύεται από τους έλληνες πτυχιούχους που διαπρέπουν επιστημονικά σε διάφορες χώρες αυτές του εξωτερικού καθώς και από τις ερευνητικές επιδόσεις των καθηγητών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Εξάλλου το γεγονός ότι οι «ελληνικού τύπου» συμπεριφορές καταγγέλλονται, συχνά υπερβολικά, από τους ίδιους τους λειτουργούς του ελληνικού Πανεπιστημίου, δείχνει μια ευαισθησία, που σπάνια απαντάται σε άλλους θεσμούς.
Προφανώς οι συμπεριφορές αυτές πρέπει να εκλείψουν, προκειμένου να βελτιωθεί το επίπεδο σπουδών στα ελληνικά Πανεπιστήμια, να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη της ελληνικής κοινωνίας προς αυτά, να αποδυναμωθούν τα επιχειρήματα υπέρ της ίδρυσης ιδιωτικών Πανεπιστημίων και κυρίως να αποτελέσουν παράδειγμα και για άλλους θεσμούς στη Χώρα μας.
Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος βελτίωσης της ποιότητας των Πανεπιστημίων μας, εκτός βέβαια από την απαραίτητη αύξηση της χρηματοδότησης τους, την αξιοπρεπή μισθολογική μεταχείριση των λειτουργών τους και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού τους πλαισίου, το οποίο, μεταξύ άλλων, πρέπει να αποτρέπει τις προαναφερόμενες συμπεριφορές (βλ. Ελευθεροτυπία 6.3.07 ), είναι η ουσιαστική εφαρμογή διαφανών διαδικασιών σε όλες τις πτυχές της λειτουργίας τους, καθώς και η λογοδοσία στην ελληνική κοινωνία με συνεχή αξιολόγηση του έργου τους, όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο.
Είναι ενθαρρυντικό ότι τα τελευταία χρόνια έχουν ξεκινήσει και στη Χώρα μας, παρά τις δυσκολίες, διαδικασίες αξιολόγησης των ελληνικών Α.Ε.Ι με την υποστήριξη μιας Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής, ενώ αργά αλλά σταθερά αναπτύσσεται στην Πανεπιστημιακή Κοινότητα ένα σημαντικό ρεύμα προς την κατεύθυνση αυτή, που αξίζει να ενισχυθεί με εποικοδομητική κριτική, χωρίς φόβο αλλά και χωρίς πάθος.

11/2/09

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΟΥΑΝΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.2.2009

Η Ελουάνα Ενγκλάρο ήταν άτυχη. Το 1992, σε ηλικία 21 ετών, είχε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα και από τότε βρισκόταν σε παρατεταμένο κώμα. Δεν είχε συνείδηση του εαυτού της ή του περιβάλλοντος, δεν μπορούσε να μιλήσει ή να ακούσει, αλλά εξακολουθούσε να ζει, αν μπορούμε να το ονομάσουμε αυτό, ζωή.
Η Ελουάνα δεν είχε κάνει «βιολογική διαθήκη», στην οποία να εκφράζει τις επιθυμίες της για το τι θα ήθελε να γίνει αν βρισκόταν σ' αυτήν την κατάσταση. Άλλωστε, κανείς στην ηλικία της δεν θα σκεφτόταν ότι θα είχε αυτήν την κακή τύχη και πάντως το 1992 η «βιολογική διαθήκη» ήταν μια καινούργια, αν όχι άγνωστη, έννοια στην Ευρώπη.
Ο πατέρας της Ελουάνα διεκδίκησε, για λογαριασμό της κόρης του, το δικαίωμά της να αφεθεί να πεθάνει με αξιοπρέπεια, δηλαδή την παθητική της ευθανασία, μολονότι δεν χρησιμοποίησε ποτέ τον όρο «ευθανασία», τον οποίο κανείς γονιός δεν μπορεί εύκολα να δεχθεί. Έχοντας εμπιστοσύνη στους θεράποντες ιατρούς, οι οποίοι του απέκλεισαν οποιαδήποτε προοπτική ανάκαμψης της Ελουάνα, εκτός ίσως από ένα «θαύμα», ζήτησε από το Δικαστήριο να του αναγνωρισθεί το πιο τραγικό απ’ όλα τα δικαιώματα που μπορεί να έχει ένας πατέρας: να δώσει εντολή στους γιατρούς να διακόψουν την τεχνητή παράταση της ζωής της κόρης του. Ο ιταλικός Άρειος Πάγος έκανε δεκτό το αίτημά του αυτό και οι γιατροί έθεσαν αμέσως σε εφαρμογή το προβλεπόμενο αυστηρό ιατρικό πρωτόκολλο για τη διακοπή της θεραπείας.
Στην απόφαση αυτήν ασκήθηκε κριτική για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι το Δικαστήριο συνήγαγε μια ούτως ή άλλως «εικαζόμενη βούληση» της Ελουάνα από επισφαλείς ενδείξεις ή μαρτυρίες, π.χ. από το γεγονός ότι ήταν ανεξάρτητη, δυναμική και αντισυμβατική στην καθημερινή της ζωή. Και δεύτερον, επειδή έδωσε την άδεια να διακοπεί το φαγητό και το νερό στην Ελουάνα και όχι απλώς η φαρμακευτική της υποστήριξη.
Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη λύση. Από τη στιγμή που η Ελουάνα δεν είχε κάποια βούληση να εκφράσει, ποιος άλλος εκτός από τον πατέρα της μπορούσε να διαβεβαιώσει αυτό που θα ήθελε; Αλλά και η αναγκαστική παροχή νερού και φαγητού επ’ αόριστον, από τη στιγμή που η κατάστασή της ήταν μη αναστρέψιμη, δεν θα τη μετέτρεπε τελικά σε ένα «πράγμα», σε ένα «μέσο» για την επιδίωξη αλλότριων σκοπών, έστω ηθικών, οι οποίοι πάντως δεν ήταν δικοί της;
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν νόμιμη. Η ενέργεια της κυβέρνησης του Σίλβιο Μπερλουσκόνι να εκδώσει ένα νομοθετικό διάταγμα, το οποίο ακυρώνει την απόφαση του Δικαστηρίου, ήταν προφανώς αντισυνταγματική, και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είχε άλλη επιλογή από το να μην το υπογράψει. Έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά δεν αφορούσαν την Ελουάνα, η οποία πέθανε ήσυχα προχθές το βράδυ.

10/2/09

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 10.2.2009

Την προηγούμενη εβδομάδα ανακοινώθηκε ότι το καλοκαίρι θα ξεκινήσει η έκδοση των νέων βιομετρικών διαβατηρίων, που περιλαμβάνουν ψηφιακό αποτύπωμα για την αναγνώριση της ταυτότητας του κατόχου τους. Πρόκειται για μια εξέλιξη που εντάσσεται στη διευρυνόμενη χρήση των νέων τεχνολογιών στο πεδίο της ασφάλειας, στην οποία περιλαμβάνονται επίσης η συλλογή πληροφοριών και η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μέσω καμερών ασφαλείας, η δημιουργία διασυνδεδεμένων τραπεζών πληροφοριών από διεθνείς και εθνικές Αρχές, ακόμη και η διαρκής παρακολούθηση των εργαζομένων. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν είναι ούτε μεμονωμένες ούτε αποσπασματικές, αλλά συγκροτούν μια οργανωμένη επιχείρηση προληπτικής παρακολούθησης και επιτήρησης κάθε προσώπου, ανεξαρτήτως εάν θεωρείται ύποπτο για την τέλεση αξιόποινων πράξεων. Ετσι όμως συρρικνώνονται ατομικά δικαιώματα και δημοκρατικές κατακτήσεις που θεωρούνταν δεδομένες.
Οι κάμερες παρακολούθησης είναι πλέον πανταχού παρούσες. Η τεχνολογική γνώση μετατρέπεται σε εξουσία, επιτρέποντας όχι μόνο στους κρατικούς μηχανισμούς αλλά και σε ιδιωτικά κέντρα οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος να εξασφαλίζουν ένα διαρκές βλέμμα στο χώρο, στις κινήσεις, στις επικοινωνίες και στις συμπεριφορές κάθε προσώπου. Οι «έξυπνες» κάμερες λαμβάνουν εικόνα και ήχο, καταγράφουν οχήματα, αναγνωρίζουν πρόσωπα και μεταφέρουν δεδομένα. Οπως γράφει ο Θεόδωρος Παπαθεοδώρου στο πρόσφατο βιβλίο του «Επιτηρούμενη δημοκρατία», η ανεξέλεγκτη χρήση των τεχνολογιών παρακολούθησης διαταράσσει την ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας και διογκώνει το κράτος ασφάλειας απέναντι στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.
Σήμερα στη χώρα μας δεν έχουν πιστοποιηθεί ο ακριβής αριθμός και η συγκεκριμένη αποστολή των καμερών ασφαλείας, ούτε έχει αποσαφηνιστεί ποιος έχει πρόσβαση στην εικόνα και στα λοιπά δεδομένα των συστημάτων παρακολούθησης της Αστυνομίας. Σε εκκρεμότητα παραμένει, επίσης, το ζήτημα της ηλεκτρονικής επιτήρησης των υπαίθριων συναθροίσεων, καθώς η καταγραφή εικόνας και ήχου δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε εγκληματικές πράξεις, αλλά όλους όσοι συμμετέχουν σε διαδηλώσεις.
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, παρά την ανεπαρκή υποστήριξή της από την πολιτεία, παρήγαγε τα τελευταία χρόνια σημαντικές συστάσεις και αποφάσεις για την προστασία από την ηλεκτρονική επιτήρηση. Ωστόσο παραμένει αδιευκρίνιστος ο βαθμός συμμόρφωσης του κράτους και ιδιωτικών κέντρων εξουσίας προς τις αποφάσεις αυτές. Το φαινόμενο δεν είναι βέβαια μόνον ελληνικό. Αντλώντας νομιμοποίηση από τον φόβο των δυτικών κοινωνιών, ιδίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, ποικιλώνυμες εξουσίες αξιοποιούν τεχνολογίες αιχμής, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα νέο «πανοπτικό» και να εκμηδενίσουν κάθε ίχνος ιδιωτικότητας και κάθε δυνατότητα ανώνυμης δημόσιας διαμαρτυρίας. Μπροστά στον υφέρποντα κίνδυνο μιας επιτηρούμενης ή αυταρχικής δημοκρατίας εμφανίζεται πλέον αναγκαία η εκ νέου «ανακάλυψη» και διεκδίκηση ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, που θεωρούνταν αυτονόητα και αναπαλλοτρίωτα, όμως ανάγονται πάλι σε πολιτικά και θεσμικά διακυβεύματα.

3/2/09

ΤΑ ΔΟΜΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ", 30.01.2009

Πέρα από τα συγκυριακά αίτια του ξεσηκωμού των αγροτών που συζητούνται τις μέρες αυτές (κατάρρευση των αγροτικών τιμών, αύξηση κόστους παραγωγής) και οφείλονται κυρίως στην οικονομική κρίση, υπάρχουν πολύ σημαντικότερα δομικά αίτια, που έχουν διαχρονικό χαρακτήρα.
Τα αίτια αυτά πρέπει να αναζητηθούν στην αδυναμία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής να ανταγωνισθεί στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά τα ομοειδή αγροτικά προϊόντα των άλλων κοινοτικών αλλά και τρίτων χωρών σε τιμές και ποιότητα, εφόσον οι δασμοί έχουν σχεδόν μηδενισθεί λόγω των εξελίξεων των διαπραγματεύσεων στο επίπεδο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Το ζήτημα είναι ότι μετά την αποδόμηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής δεν υπάρχει μηχανισμός στήριξης των τιμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο και συνεπώς οι τιμές και για τους έλληνες αγρότες είναι αυτές της διεθνούς αγοράς, που εκτός συγκυριακών αιτίων, είναι χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής στη χώρα μας. Η αδυναμία αυτή του μεγαλύτερο μέρους της ελληνικής παραγωγής οφείλεται προφανώς τόσο σε αντικειμενικούς όσο και σε οργανωτικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες.
Οι αντικειμενικοί παράγοντες συνδέονται με τα φυσικά χαρακτηριστικά της ελληνικής γεωργίας, η οποία δεν μπορεί λόγω της διαμόρφωσης των εδαφών και του μεγέθους των εκμεταλλεύσεων να παράγει αγροτικά προϊόντα σε μαζική κλίμακα και χαμηλή τιμή και συνεπώς διεθνώς ανταγωνιστικά (σιτηρά, βαμβάκι, καπνό κ.λπ.). Θα έπρεπε συνεπώς να στραφεί στην μικρή εξειδικευμένη και υψηλής ποιότητας παραγωγή, η οποία όμως απαιτεί προσπάθεια τόσο από τους αγρότες όσο και από τις κρατικές αρχές αλλά και από ολόκληρη τη αλυσίδα παραγωγής (δηλ. τυποποίηση, εμπορία, διαφήμιση, διανομή).
Έτσι, οι αντικειμενικοί παράγοντες συνδυάζονται άμεσα με τους οργανωτικούς, τους κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες όπως είναι π.χ. η πλημμελής εκπαίδευση και κατάρτιση των αγροτών, η οποία θα έδινε δυνατότητες εφαρμογής σύγχρονων μεθόδων οργάνωσης της παραγωγής με εφαρμογή οργανωτικών και τεχνολογικών καινοτομιών, όπως συμβαίνει σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από την ανεπαρκή συμβουλευτική υποστήριξη των παραγωγών τόσο από τις συλλογικές οργανώσεις τους όσο και από τις κρατικές αρχές, η οποία θα καθοδηγούσε τις ανοργάνωτες και ασυντόνιστες προσπάθειες των αγροτών να παράγουν με χαμηλότερο κόστος υψηλότερης ποιότητας προϊόντα. Ταυτόχρονα, η πολιτική προσέλκυσης νέων και δυναμικών αγροτών που θα άλλαζε τη φυσιογνωμία της ελληνικής γεωργίας δεν προχώρησε πέρα από προθέσεις και διακηρύξεις. Τέλος αλλά όχι και τελευταίο, η συνεταιριστική προσπάθεια οργάνωσης των αγροτών έμεινε μετέωρη και δεν μπόρεσε να παίξει το ρόλο της στο επίπεδο κυρίως της εμπορίας των προϊόντων, με αποτέλεσμα «ο πόλεμος του τελάρου» που ξεκίνησε από το 1982 να έχει νικητές μόνο τους χονδρέμπορους και έτσι το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των τιμών παραγωγού και της τιμής του καταναλωτή να ξεπερνά συχνά και σήμερα το 100%.
Το τι πρέπει να γίνει προκύπτει από την καταγραφή των όσων δεν έγιναν και έχουν γίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όμως μέχρι να γίνουν όλα αυτά, οι αγρότες θα ξεσηκώνονται ανάλογα με τη συγκυρία στη διεθνή αγορά και θα ζητούν από το Κράτος (από τον πενιχρό εθνικό Προϋπολογισμό) αναπλήρωση του εισοδήματος τους ,το οποίο ,όπως εξηγήσαμε πιο πάνω, δεν μπορούν να αποκτήσουν στην ελεύθερη αγορά, ενώ ούτε η σημερινή και ακόμη λιγότερο η αυριανή (μετά τα 2013) μπορεί να καλύψε.

27/1/09

Το τέλος του "βασικού μετόχου"
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 27.1.2009

Τον περασμένο μήνα γράφτηκε κατ’ ουσίαν η τελευταία πράξη στην πολύκροτη υπόθεση του «βασικού μετόχου», που βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής και νομικής συζήτησης για περισσότερο από μία πενταετία. Στην αναθεώρηση του 2001, ύστερα από θυελλώδεις κοινοβουλευτικές και επιστημονικές αντιπαραθέσεις, κατοχυρώθηκε στο Σύνταγμα το ασυμβίβαστο μεταξύ των ιδιοτήτων του ιδιοκτήτη, εταίρου, βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους αφ ενός σε επιχειρήσεις μέσων μαζικής επικοινωνίας και αφ ετέρου σε επιχειρήσεις που διαγωνίζονται και αναλαμβάνουν δημόσια έργα ή υπηρεσίες και προμήθειες του Δημοσίου. Το ασυμβίβαστο επεκτάθηκε στους συγγενείς έως και τέταρτου βαθμού των προσώπων αυτών, προκαλώντας καθημερινές ιστορίες επιχειρηματικής, γραφειοκρατικής, πολιτικής και οικογενειακής τρέλας.
Όλα τα προηγούμενα πραγματοποιήθηκαν εν ονόματι της καταπολέμησης της λεγόμενης «διαπλοκής», που υπήρξε το κεντρικό πολιτικό σύνθημα της Νέας Δημοκρατίας την περίοδο 2000-2005. Οι περίφημοι «νταβατζήδες» του Μπαϊρακτάρη κατασκευάστηκαν ως νέος εσωτερικός εχθρός, που οι μέντορες της πολιτικής ηθικολογίας θα έριχναν στο πυρ το εξώτερον. Είναι αξιομνημόνευτο, βέβαια, ότι η σχετική συνταγματική διάταξη περί «βασικού μετόχου» υπερψηφίστηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών. Όποιος τολμούσε να διαφωνήσει, είτε πολιτικός είτε νομικός, κινδύνευε να χαρακτηριστεί ως «διαπλεκόμενος» ή υπάλληλος των «νταβατζήδων». Το ΕΣΡ κατακλύστηκε από στοίβες δικαιολογητικών οικονομικής και οικογενειακής κατάστασης, τα οποία αγωνιζόταν να διεκπεραιώσει. Και όλα αυτά εις μάτην. Εάν κάποιος επιχειρηματίας σκοπεύει να ασκήσει επιρροή στη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων, μπορεί να το επιχειρήσει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, και μάλιστα πολύ οικονομικότερα και απλούστερα από το να εμπλακεί ο ίδιος ή συγγενικό του πρόσωπο στο επιχειρηματικό πεδίο των μέσων ενημέρωσης. Αλλά και πέρα από αυτό υπάρχει ακόμη κανείς σήμερα που δεν γνωρίζει ότι η χρηματοδότηση των κομμάτων και της πολιτικής τάξης πραγματοποιείται με αδιαφανείς μεθόδους ή ότι στη σύγχρονη τηλεοπτική δημοκρατία η πολιτική αναπαραγωγή εξαρτάται από τη διασύνδεση των πολιτικών, με κέντρα οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος;
Η Ελλάδα υπήρξε η πρώτη χώρα στην Ευρώπη που επιχείρησε να κατοχυρώσει ένα τέτοιο ασυμβίβαστο, με μια συνταγματική ρύθμιση που αβίαστα μπορεί να χαρακτηριστεί ως πολιτικά ατελέσφορη και νομικά προβληματική. Το ζήτημα έλυσε τελικά το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κρίνοντας ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις που εξειδίκευσαν τη συνταγματική επιταγή είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο. Ήδη βέβαια η επίμαχη διάταξη είχε καταστεί στην πράξη ανενεργή, όταν κινήθηκε προ τετραετίας εναντίον της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αν από όλα αυτά μπορεί να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα, αυτό είναι ότι η υποκρισία και ο λαϊκισμός περισσεύουν στην ελληνική πολιτική τάξη. Ας θεσπιστούν και ας εφαρμοστούν επιτέλους μηχανισμοί διαφάνειας και ελέγχου της ροής του πολιτικού χρήματος. Χρήσιμες επ’ αυτού προτάσεις έχουν υποβάλει κατά καιρούς τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Σε τελική ανάλυση, ποιος ευθύνεται κατά βάση για τη διαφθορά και τη «διαπλοκή»; Μόνο οι «κακοί» επιχειρηματίες ή ιδίως οι «αθώοι» πολιτικοί, που χρηματοδοτούνται για να εξυπηρετούν;

20/1/09

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 14.1.2009

Ύστερα από κάθε ανασχηματισμό, υπάρχουν αναπόφευκτα δυσαρεστημένοι βουλευτές. Για μια κυβέρνηση που διαθέτει πλειοψηφία μίας μόνο έδρας στη Βουλή αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα ήσσονος σημασίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας υποδέχτηκαν με ικανοποίηση, ίσως και ανακούφιση, τον πρόσφατο ανασχηματισμό λειτουργεί αποτρεπτικά για την εξωτερίκευση διαφωνιών ή αντιρρήσεων. Έτσι, δεν φαίνεται πιθανή μια κρίση στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, τουλάχιστον προς το παρόν.
Η απομάκρυνση των «Βατοπεδινών» από την κυβέρνηση επιβεβαιώνει τον καθοριστικό ρόλο που έχουν αποκτήσει τα μέσα ενημέρωσης στη διαδικασία καταλογισμού της ατομικής πολιτικής ευθύνης των υπουργών. Η «θεσμική-κοινοβουλευτική» ευθύνη των υπουργών ευρίσκεται πλέον σε παραλυσία και τείνει να υποκατασταθεί από τη «διάχυτη» πολιτική τους ευθύνη, την οποία καταλογίζουν τα μέσα ενημέρωσης, ασκώντας την ελευθερία πληροφόρησης και κριτικής. Ο νόμος της «διάχυτης» πολιτικής ευθύνης είναι αμείλικτος. Κι αν ο υπουργός, στον οποίο καταλογίζεται ευθύνη για ηθικά αξιόμεμπτες πράξεις του, δεν παραιτείται οικειοθελώς, τότε ο πρωθυπουργός είναι αναγκασμένος, για να προστατεύσει τον εαυτό του, συνεπώς και την κυβέρνησή του, να ζητήσει την παραίτησή του ή να τον απομακρύνει στον επόμενο ανασχηματισμό. Ορισμένοι θα σπεύσουν να κάνουν λόγο για «δημοκρατία των μέσων ενημέρωσης» που υποκαθιστά την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Υπό κάποιες προϋποθέσεις, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε όμως να θεωρηθεί ως μια καινούργια εκδοχή άμεσης δημοκρατίας.
Θα άξιζε, ίσως, να ερμηνεύσουμε και τη συμπάθεια που εκδηλώνει η κοινή γνώμη στον νέο υπουργό Παιδείας. Αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη μας, στο ότι είναι ένα από τα λίγα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος που έχει αντιληφθεί ότι η «κομματοκρατική» και αλαζονική άσκηση της εξουσίας είναι πλέον παρωχημένη και αναποτελεσματική. Κανείς υπουργός Παιδείας δεν μπορεί να πετύχει στο έργο του, αν πιστεύει ότι το μόνο που έχει να κάνει είναι να εφαρμόσει απαρέγκλιτα την πολιτική του κόμματός του, χωρίς «συμβιβασμούς» με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και τα υποκείμενα της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Ο κεντρικός, αν όχι μοναδικός, στόχος του πρόσφατου ανασχηματισμού ήταν να καταστήσει την κυβέρνηση εκλογικά πιο ελκυστική. Αυτό δεν σημαίνει -κατά τη γνώμη μας- ότι η κυβέρνηση θα επιδιώξει τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών πριν από τις ευρωεκλογές. Έτσι όπως έχουν έλθει τα πράγματα, αυτό που συμφέρει τη Νέα Δημοκρατία είναι να μετατεθούν οι βουλευτικές εκλογές όσο το δυνατόν αργότερα. Θα ήταν, ωστόσο, πολύ σημαντικό για τη Νέα Δημοκρατία να μην είναι ξεκάθαρο το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του Ιουνίου 2009, δηλαδή να μην προδικάζει την έκβαση των βουλευτικών εκλογών. Με βάση το προηγούμενο των ευρωεκλογών του 1999 (ΠΑΣΟΚ 32,91% - Νέα Δημοκρατία 36,00%), θα της αρκούσε να μην υπολείπεται από το ΠΑΣΟΚ περισσότερο από τρεις ποσοστιαίες μονάδες. Έτσι θα μπορούσε να υποστηρίξει, επικοινωνιακά τουλάχιστον, ότι οι βουλευτικές εκλογές θα είναι αμφίρροπες. Στην παρούσα συγκυρία δεν φαίνεται ότι έχει τη δυνατότητα να πετύχει κάτι καλύτερο από αυτό.

13/1/09

ΝΕΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 13.1.2009

Το 2008 σημαδεύθηκε από την κρίση του δικομματισμού. Στις δημοσκοπήσεις της περασμένης χρονιάς αποτυπώθηκε η αποδοκιμασία προς τα κόμματα εξουσίας, καθώς τα εκλογικά τους ποσοστά έφτασαν σε αρκετές έρευνες κοινής γνώμης να κινούνται συνολικά κάτω από το 55% των ψηφοφόρων, στοιχείο πρωτοφανές για τη μεταπολιτευτική περίοδο. Την ίδια στιγμή στον δημόσιο διάλογο κορυφώθηκαν οι αναλύσεις περί μετάβασης σε ένα νέο κομματικό σύστημα. Βέβαια η μείωση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων εξουσίας δεν ήταν τυχαία. Εντάσσεται σε ένα πλαίσιο καθολικής απαξίωσης βασικών θεσμών της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας - κυβέρνηση, Κοινοβούλιο, πολιτικά κόμματα, δημόσια διοίκηση, δικαιοσύνη, συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Κατεξοχήν απέναντι στα κόμματα καταγράφεται η πεποίθηση του συντριπτικά μεγαλύτερου τμήματος της κοινωνίας, ότι δεν διαθέτουν ούτε τη βούληση ούτε την ικανότητα να προωθήσουν τον εκσυγχρονισμό του κράτους και τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των πολιτών. Ολα τα προηγούμενα τροφοδοτούνται περαιτέρω από την οικονομική κρίση, τη συμπίεση των μεσαίων στρωμάτων, τα φαινόμενα της ανεργίας των νέων και του κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά και από την παρατεταμένη ένταση στο εκπαιδευτικό σύστημα, με διαρκείς καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων κατά τα τελευταία δύο χρόνια. Κυρίως όμως η κοινωνική δυσαρέσκεια διογκώθηκε από τα σκάνδαλα οικονομικής και πολιτικής διαφθοράς. Αλλωστε αυτή ακριβώς η δυσθυμία απέναντι στο πολιτικό σύστημα σε συνδυασμό με τις σοβαρές ανεπάρκειες στην κοινωνική και εκπαιδευτική πολιτική αποτέλεσαν το εκρηκτικό μείγμα που οδήγησε στην κοινωνική εξέγερση του Δεκεμβρίου, με σπινθήρα τη δολοφονία του 15χρονου μαθητή. Κι όμως, μέσα στη συσσωρευμένη αποδοκιμασία απέναντι στην πολιτική τάξη, εμφανίζονται σαφή δείγματα ανάκαμψης του δικομματισμού. Το σημαντικότερο δείγμα είναι η άνοδος της εκλογικής δύναμης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αργά αλλά σταθερά, από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ενώ λοιπόν επί έναν ολόκληρο χρόνο η δύναμη των δύο κομμάτων εξουσίας εμφανιζόταν να φθίνει κατά τρόπο αναλογικό, σταδιακά το ΠΑΣΟΚ ενισχύεται, έχοντας άλλωστε ξεπεράσει την οξεία ενδοκομματική αντιπαράθεση, με αποτέλεσμα ο κομματικός ανταγωνισμός να επανέρχεται στη φυσιολογική τροχιά κάθε δικομματικού συστήματος: Η εκλογική φθορά του κυβερνώντος κόμματος διοχετεύεται ιδίως στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο αποκτά υπεροχή στον μεσαίο χώρο και κυριαρχεί στην παράσταση νίκης. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να μετεξελιχθεί από κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα θέσεων.
Η κρίση των πολιτικών κομμάτων και η δυσθυμία απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς δεν αποτελούν ελληνική ιδιοτυπία. Τις συναντάμε περίπου σε όλες τις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα κυκλικό φαινόμενο, που εκδηλώνεται με περιοδική έξαρση των αρνητικών τάσεων έναντι του κομματικού συστήματος. Οι τάσεις αυτές αντιστρέφονται, όταν οι πολίτες αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα νέων ισορροπιών και επανατοποθετηθούν θετικά απέναντι σε εκείνους τους κομματικούς σχηματισμούς που φαίνεται να εξασφαλίζουν εχέγγυα στοιχειωδώς αποτελεσματικής διαχείρισης των κρατικών λειτουργιών και κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτό τον παράδοξο πολιτικό κύκλο φαίνεται να διαγράφει σήμερα το ελληνικό κομματικό σύστημα, καθώς η κορύφωση της αποδοκιμασίας απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς συμβαδίζει με τάσεις αναβίωσης του δικομματισμού. Πολλά εξαρτώνται πλέον από την ικανότητα του ΠΑΣΟΚ να πείσει ότι μπορεί να εισφέρει ένα νέο μοντέλο άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας.

12/1/09

ΠΟΙΑ ΕΥΡΩΠΗ ΘΕΛΟΥΜΕ
Ναπολέων Μαραβέγιας
"Κοινωνία Πολιτών", τχ. 14

Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση περνά μια κρίση που ίσως δεν έχει προηγούμενο. Μετά την ευφορία της δεκαετίας του ’80 με την ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής και το διπλασιασμό των πόρων για τις πολιτικές Συνοχής, καθώς και της δεκαετίας του ’90, με την επιτυχή κατάληξη της πορείας προς την νομισματική ένωση, το ευρωπαϊκό εγχείρημα δείχνει να έχει χάσει το δυναμισμό και τον προσανατολισμό του.
Μερικοί υποστηρίζουν ότι η Ε.Ε πάσχει από σοβαρή ασθένεια απώλειας προσανατολισμού που μπορεί να είναι και ανίατη. Άλλοι υποστηρίζουν ότι έχει απλώς «δυσπεψία» γιατί δεν μπορεί να αφομοιώσει τη μεγάλη διεύρυνση προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ενώ μερικοί ακόμη θεωρούν ότι η απόσυρση της Συνταγματικής Συνθήκης και η υιοθέτηση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβόνας μπορεί να είναι σύμπτωμα της κρίσης και όχι η αιτία της.
Σχεδόν όλοι ,ωστόσο, συμφωνούν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 δεν μπορεί να είναι πλέον η Ευρώπη των 15. Και μόνο ο διπλασιασμός σχεδόν των χωρών-μελών αλλάζει το χαρακτήρα του οικοδομήματος από κάθε άποψη. Με την διεύρυνση διευρύνονται οι κάθε μορφής διαφορές: γεωγραφικές, οικονομικές, πολιτιστικές, κοινωνικές, ιδεολογικές, πολιτικές. Διευρύνεται το φάσμα των προτιμήσεων των πολιτών των Χωρών-Μελών και διασπάται η, μετά από πολλά χρόνια κοινής πορείας αίσθηση συμμετοχής σε κάποιο κοινό σχέδιο πολιτικής ενοποίησης, η οποία υπήρχε σε διαφορετικό βαθμό στις παλαιότερες Χώρες-Μέλη.
Με τη διεύρυνση διευρύνονται και τα ελλείμματα κάθε μορφής : Έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας και νομιμοποίησης, έλλειμμα διαφάνειας, έλλειμμα κοινωνικής πολιτικής, έλλειμμα συνοχής, έλλειμμα κοινής στρατηγικής απέναντι στις προκλήσεις του σημερινού κόσμου .
Συνεπώς ,μήπως είναι η διεύρυνση που οδήγησε στη σημερινή κρίση; Αν είναι έτσι τότε γιατί όλες σχεδόν οι παλαιότερες χώρες-μέλη συμφώνησαν τελικά να πραγματοποιηθεί η διεύρυνση. Προφανώς, η κάθε μια είχε να κερδίσει κάτι από την διεύρυνση αλλά όλες μαζί μάλλον έχασαν συνολικά.
Μήπως όμως τελικά η διεύρυνση δεν είναι παρά μόνο μια από τις αιτίες της σημερινής κατάστασης. Μήπως η βαθύτερη αιτία της κρίσης είναι η άρνηση όλων των Κρατών-Μελών, με προφανείς διαβαθμίσεις , να προχωρήσουν στην οικονομική ολοκλήρωση πέρα από την δημιουργία της εσωτερικής αγοράς και την νομισματική ένωση .
Όμως το κρίσιμο βήμα που θα άλλαζε ριζικά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι η εκχώρηση εθνικών αρμοδιοτήτων προς υπερεθνικό επίπεδο στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής.
Η δημοσιονομική πολιτική δηλ. η σε ευρωπαϊκό επίπεδο είσπραξη των εσόδων και η κατανομή των δαπανών μέσω ενός κοινού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού θα άλλαζε την ουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα της έδινε χαρακτηριστικά με πολιτικής οντότητας. Οι πολίτες των Χωρών -Μελών της Ευρώπης θα ήταν και φορολογούμενοι πολίτες της Ευρώπης και επωφελούμενοι από τον Κοινό Ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό.
Οι πολίτες της Ευρώπης θα είχαν έτσι πλέον κοινά συμφέροντα ανεξαρτήτως εθνικότητας και η πολιτική διαμάχη για την αναδιανομή μέσω φόρων-δαπανών θα προσελάμβανε πανευρωπαϊκά χαρακτηριστικά με ιδεολογικό και όχι εθνικό περιεχόμενο, όπως συμβαίνει σήμερα με τους πολίτες ενός εθνικού κράτους, οι οποίοι συνεισφέρουν και επωφελούνται από τον εθνικό προϋπολογισμό ανάλογα με το πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος που έχει την πλειοψηφία στην εθνική Βουλή, ανεξάρτητα από την περιφέρεια που κατοικούν.
Όμως σ’ αυτό το κρίσιμο βήμα δεν φαίνεται να είναι καμιά Χώρα-Μέλος διατεθειμένη να προχωρήσει. Αντίθετα, υπάρχει μια γενικευμένη αντίθεση στην αύξηση των πόρων και συνεπώς των δαπανών του Κοινοτικού Προϋπολογισμού. Αργά αλλά σταθερά οι κοινές πολιτικές που συνοδεύονται με κοινή χρηματοδότηση υποχωρούν (Κοινή Αγροτική Πολιτική) και στη θέση τους αναπτύσσονται κοινοτικές πολιτικές με εθνική χρηματοδότηση, ενώ η μέθοδος του ανοικτού συντονισμού για την εφαρμογή διαφόρων πολιτικών γενικεύεται (κοινωνική πολιτική, εκπαιδευτική πολιτική κλπ).
Βέβαια, η εκχώρηση εθνικών αρμοδιοτήτων προς το ευρωπαϊκό επίπεδο στο δημοσιονομικό τομέα (φόροι-δαπάνες-αναδιανομή) είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση διότι η άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελεί τον όρο ύπαρξης ενός εθνικού κράτους. Φαίνεται ότι είναι ακόμη δυσκολότερη και από την εκχώρηση εθνικών αρμοδιοτήτων στον τομέα της νομισματικής πολιτικής. Όμως, χωρίς αυτό το βήμα κάθε συζήτηση για παραπέρα εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης είναι χωρίς περιεχόμενο.
Όσο δεν προχωρούν τα Κράτη-Μέλη σε τέτοιου είδους εγχείρημα έστω και σταδιακά, η αίσθηση της κρίσης θα είναι παρούσα γιατί οι Ευρωπαίοι πολίτες νοιώθουν ότι ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής ζωής και δράσης τους ρυθμίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο χωρίς όμως αυτό να συνοδεύεται από τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παρέμβει με την αναγκαία χρηματοδότηση.
Θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μια απόσταση μεταξύ της ρύθμισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο και της χρηματοδότησης σε εθνικό επίπεδο. Μ’ άλλα λόγια είναι αντιφατικό να υιοθετούνται οι στόχοι μιας κοινής πολιτικής από όλα τα Κράτη-μέλη αλλά η χρηματοδότηση για την επίτευξή των στόχων αυτών να εξαρτάται από τον εθνικό προϋπολογισμό κάθε κράτους-μέλους. Το μεγαλύτερο μέρος των ελλειμμάτων που υποσκάπτουν την Ευρωπαϊκή Ένωση στα μάτια των ευρωπαίων πολιτών οφείλεται σ’ αυτή την αντίφαση μεταξύ ευρωπαϊκών στοχεύσεων και της ευρωπαϊκής χρηματοδοτικής αδυναμίας να υποστηριχθούν αυτές οι στοχεύσεις με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αντιμετώπιση της ανεργίας και γενικότερα την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, όπως αυτές διακηρύχτηκαν με την Στρατηγική της Λισαβόνας.
Ακόμη και το έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας και νομιμοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την έννοια της λήψης αποφάσεων από όργανα χωρίς άμεση δημοκρατική εντολή και χωρίς λογοδοσία, θα μπορούσε να μειωθεί αν τα συμφέροντα των κοινωνικών ομάδων συγκροτούνταν σε ευρωπαϊκό και όχι εθνικό επίπεδο λόγω της κοινής ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πολιτικής και οδηγούσαν σε πραγματικά ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα με σαφείς ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και τελικά σε ευρωπαϊκή κυβέρνηση που θα στηριζόταν στην εκάστοτε πολιτική πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Όσον αφορά στη διαμόρφωση μιας Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα μπορούσε να ασκηθεί στηριζόμενη σε μια κοινή αμυντική πολιτική και σε ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις, και εδώ απαιτείται εκχώρηση των εθνικών αρμοδιοτήτων στον τομέα της εθνικής ασφάλειας και κυριαρχίας ο οποίος επίσης αποτελεί θεμελιακό στοιχείο της κρατικής υπόστασης ενός έθνους, όπως και ο δημοσιονομικός τομέας (είσπραξη φόρων και κατανομή των δαπανών).
Μήπως, σ’ αυτούς τους δύο τομείς δεν μπορεί να περιμένει κανείς καμιά υποχώρηση του εθνικού Κράτους; Μήπως η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση έχει φθάσει τα όριά της στη σημερινή ιστορική φάση; Μήπως, τελικά η κρίση που διαπιστώνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ουσιαστικά μια σειρά άλυτων αντιφάσεων μεταξύ της ανάγκης για κοινές πολιτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα και της αδυναμίας εφαρμογής αυτών των ευρωπαϊκών πολιτικών επειδή τα εθνικά κράτη αρνούνται να «παραδώσουν» τα τελευταία οχυρά της κρατικής τους υπόστασης;
Το ζήτημα συνεπώς δεν είναι ποια Ευρώπη θέλουμε αλλά ποια Ευρώπη είναι ιστορικά εφικτή στη σημερινή πραγματικότητα .Βεβαίως, η μελλοντική εξέλιξη είναι άδηλη. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί το 1940 ότι 60 χρόνια αργότερα η Γερμανία και η Γαλλία θα είχαν κοινό νόμισμα.

31/12/08

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΗΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 31.12.2008

Μετά την έλευση του Ιντερνετ ορισμένοι προέβλεπαν ότι η ελευθερία του συνέρχεσθαι θα έχανε μεγάλο μέρος από τη σπουδαιότητά της ως μέσο διαμόρφωσης και όργανο έκφρασης της κοινής γνώμης. Ομως, σε αυτήν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, παντού -και όχι μόνο στην Ελλάδα- η ελευθερία του συνέρχεσθαι ζει μια «νέα νεότητα» και σε αυτό παραδόξως έχουν βοηθήσει και οι νέες τεχνολογίες των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ακόμη κι αν υπάρχουν άλλοι τρόποι για να εκφράσουν οι πολίτες τις απόψεις, τις διαμαρτυρίες και τις διεκδικήσεις τους, η ελευθερία τού συνέρχεσθαι παραμένει πάντοτε ένας αποφασιστικός παράγοντας διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και η πιο αποτελεσματική μορφή άσκησης κριτικής και πίεσης προς τους κυβερνώντες. Συγχρόνως, σε μια περίοδο όπου η κρίση κοινωνικής αντιπροσωπευτικότητας των πολιτικών κομμάτων βαθαίνει όλο και περισσότερο, η ελευθερία τού συνέρχεσθαι αποτελεί το κατ εξοχήν όργανο έκφρασης άτυπων μαζικών κινημάτων, μέσα από τα οποία οι πολίτες ανακαλύπτουν ξανά ή για πρώτη φορά την πολιτική.
Με αυτό το κλασικό και το καινούργιο πολιτικό νόημά του το δικαίωμα συνάθροισης αποτελεί συστατικό στοιχείο της ίδιας της έννοιας του δημοκρατικού κράτους. Γι αυτό θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι στις προτάσεις για μια περιοριστική ρύθμισή του, οι οποίες ξανακερδίζουν έδαφος μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Αλλωστε, για την αντιμετώπιση των πράξεων βίας στους δρόμους δεν χρειάζονται νέες ρυθμίσεις, αφού το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 11 παρ. 1 Συντ.) απαγορεύει τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων κατά τη διάρκεια των συναθροίσεων και των διαδηλώσεων. Η διατύπωση, πάντως, του άρθρου 11 παρ. 1 Συντ. δεν αφήνει περιθώρια για την ποινικοποίηση της συμμετοχής σε υπαίθριες συναθροίσεις προσώπων που χρησιμοποιούν κράνη, κουκούλες ή άλλα καλύμματα, για να καταστήσουν δύσκολη την αναγνώριση της ταυτότητάς τους, εφόσον αυτά ασκούν το δικαίωμα συνάθροισης «ήσυχα και χωρίς όπλα». Διότι τα κράνη, οι κουκούλες και τα άλλα καλύμματα (π.χ. τα κασκόλ) δεν είναι «όπλα» και όποιος τα χρησιμοποιεί δεν παύει κατ ανάγκη να ενεργεί «ήσυχα», αφού αυτό συμβαίνει μόνο όταν εκτρέπεται σε βίαιες πράξεις. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι οι διοργανωτές και οι άλλοι συμμετέχοντες θα πρέπει να ανέχονται την παρουσία τέτοιων προσώπων. Οι ίδιοι θα πρέπει να περιφρουρήσουν το νόημα και την αξία της φανερής πολιτικής δράσης.
Αντίθετη με το Σύνταγμα θα ήταν και η αναγνώριση της δυνατότητας στην αστυνομική Αρχή να απαγορεύει γενικό αριθμό συναθροίσεων και για αόριστο χρόνο, όταν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια (άρθρο 11 παρ. 2). Αυτό μπορεί να γίνει μόνο για συγκεκριμένη συνάθροιση και για ορισμένο χρόνο. Δεν προσκρούει, όμως, στο Σύνταγμα η νομοθετική θέσπιση εύλογων περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος της συνάθροισης, με σκοπό την προστασία της ελευθερίας της οδικής κυκλοφορίας, ανάλογα με τον όγκο των συγκεντρώσεων, τις ώρες κυκλοφοριακής αιχμής στις κεντρικές οδικές αρτηρίες κ.λπ. Αυτό είναι ένα θέμα που μπορεί να συζητηθεί.

30/12/08

Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30.12.2008

Οι δυσλειτουργίες της Ελληνικής Αστυνομίας έχουν προκαλέσει την αγανάκτηση της κοινωνίας. Από την περίφημη υπόθεση της «ζαρντινιέρας» και τις αθλιότητες εις βάρος μεταναστών, μέχρι τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου μαθητή, η περιπτωσιολογία περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενα επεισόδια κατάχρησης εξουσίας και κακουργηματικών πράξεων. Για όλα αυτά η Ελλάδα έχει κατ επανάληψη καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Κυριότερα αίτια της αστυνομικής εγκληματικότητας είναι η κακή διοικητική οργάνωση, η ανεπαρκής εκπαίδευση, η καλλιέργεια εξουσιαστικών συνδρόμων, οι περιορισμένοι εξωτερικοί μηχανισμοί ελέγχου, οι συχνά απαράδεκτες συνθήκες εργασίας, οι χαμηλές αμοιβές που οδηγούν σε παράλληλη απασχόληση, η διαρκής έκθεση σε κινδύνους χωρίς σοβαρή ψυχολογική υποστήριξη, τα στερεότυπα που συνεπάγονται την κοινωνική απαξία.
Η χώρα μας έχει βαρύ ιστορικό παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα η εικόνα της αστυνομίας να συνδεθεί, στο συλλογικό υποσυνείδητο, με τον κρατικό αυταρχισμό. Αυτό το βάρος επιχειρήθηκε να μετριαστεί, ιδίως μετά το 1981, με τον εκδημοκρατισμό των σωμάτων ασφαλείας. Κάθε παρέκκλιση αστυνομικού οργάνου αρκεί όμως για να επανέρχεται στο προσκήνιο η αρνητική φόρτιση. Οταν λοιπόν η Αστυνομία συγκρούεται με τους «κουκουλοφόρους», που καταστρέφουν αδιακρίτως δημόσια και ιδιωτική περιουσία, ο λεγόμενος «προοδευτικός» λόγος φαίνεται ενίοτε προδιατεθειμένος εναντίον της Αστυνομίας.
Κάθε συμψηφισμός θα ήταν απαράδεκτος. Ο ρόλος της Αστυνομίας είναι να προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα, πρωτίστως τη ζωή, την ασφάλεια και την περιουσία όσων βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια, και όχι να σκοτώνει, να εκβιάζει ή να βασανίζει. Είναι σήμερα επιβεβλημένη η εκ βάθρων ανασυγκρότησή της, η καλλιέργεια μιας νέας διοικητικής κουλτούρας και η αποβολή από τις τάξεις της όσων αντιλαμβάνονται το λειτούργημά τους με όρους Αγριας Δύσης.
Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κοινωνία δεν αρμόζει να απαξιώνει συλλήβδην τον ρόλο της αστυνομίας και τους φορείς της, όχι μόνο επειδή υποκατάστατο για την προστασία από το έγκλημα δεν έχει ακόμη εφευρεθεί, αλλά και διότι είναι άδικο να στιγματίζεται το σύνολο των αστυνομικών.
Ενα αστυνομικό σώμα με υποβαθμισμένο κύρος, στελεχωμένο με αστυνομικούς των 800 ευρώ, που λοιδορούνται σε καθημερινή βάση, συγκροτεί μια κρατική υπηρεσία αναποτελεσματική, αλλά και ευάλωτη σε φαινόμενα παρέκκλισης. Αλλωστε, η Αστυνομία δεν αποτελεί παρά τμήμα της γενικότερα δυσλειτουργούσας κρατικής μηχανής, υπό τον υποτυπώδη έλεγχο μιας πολιτικής τάξης ασθμαίνουσας και μιας κοινωνίας που συγκαλύπτει τις ενοχές της κατασκευάζοντας συμβολικούς εχθρούς. Είτε οι εχθροί αυτοί ονομάζονται «μετανάστες», για την άκρα Δεξιά, είτε «μπάτσοι», για μεγάλο τμήμα της Αριστεράς, η ιδεοληπτική τύφλωση είναι παρεμφερής.
Επικεντρώνοντας την κριτική στην Αστυνομία ξεχνάμε, εν τέλει, ότι για τα εκρηκτικά ελλείμματα στην κοινωνική και εκπαιδευτική πολιτική, για την ακρίβεια και την ανεργία, είναι κάποιοι άλλοι υπεύθυνοι. Ας μην υποβαθμίζονται οι ευθύνες των κρατούντων με τη μετάθεσή τους σε ένα τμήμα της πολιτείας που μόνο «ελίτ» δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

17/12/08

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 17.12.2008

Ότι ο φόνος του δεκαπεντάχρονου μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από σφαίρα αστυνομικού θα προκαλούσε την οργή και τη διαμαρτυρία των μαθητών και των φοιτητών στην Αθήνα και σε όλη τη χώρα ήταν κάτι το φυσιολογικό και το ευπρόσδεκτο. Αλίμονο, αν οι νέοι πολίτες έμεναν αδιάφοροι και παθητικοί μπροστά σε ένα τέτοιο εξοργιστικό γεγονός.
Ωστόσο, αυτό που συνέβη την προηγούμενη εβδομάδα στην Ελλάδα, δεν ήταν μόνο μια νεανική κινητοποίηση και διαμαρτυρία εναντίον της αστυνομικής αυθαιρεσίας.
Ήταν μια χαοτική κοινωνική σύγκρουση που έφερε την ελληνική κοινωνία στα πρόθυρα της «φυσικής κατάστασης», εκεί όπου αρχίζει ο πόλεμος όλων εναντίον όλων. Και δεν ήταν μόνο το αίσθημα του δικαίου που προκάλεσε αυτό το τυφλό ξέσπασμα, αλλά κυρίως το αίσθημα της αδικίας και της ανασφάλειας που εξαπλώνεται στη νέα γενιά.
Αν ένας νέος δεν μπορεί να βρει εργασία ή δεν απολαμβάνει από την εργασία του μια αξιοπρεπή αμοιβή, ακόμη κι αν είναι πτυχιούχος, γνωρίζει μία-δύο ξένες γλώσσες και ξέρει να χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή, τότε χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στην κοινωνία και στο κράτος και μπορεί απογοητευμένος απ όλα να μεταμορφωθεί συγκυριακά σε «καταστροφέα», όπως οι Άγγλοι υφαντουργοί που κατέστρεφαν τα μηχανήματα στις βιομηχανικές μονάδες για να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας -οι περιώνυμοι «λουδίτες». Αν μάλιστα έχει απέναντί του ένα διεφθαρμένο κομματοκρατικό σύστημα και μια πολιτική τάξη με συμπεριφορές «κάστας», τότε η Αργεντινή είναι κοντά -και το «que se vayan todos» μπορεί σύντομα να γίνει και στη χώρα μας παλλαϊκό αίτημα.
Όμως από το κακό μπορεί να προέλθει το καλό. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει αυτή η αντιπολιτική κοινωνική σύγκρουση να κατανοηθεί -και ο Λεωνίδας Κύρκος στη συνέντευξή του στο Mega είπε ό,τι χρειαζόταν να ειπωθεί πάνω στο θέμα αυτό- και κυρίως να μετασχηματισθεί σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική που να ανταποκρίνεται στο ύψος των περιστάσεων. Ότι η πολιτική και διοικητική διαφθορά, οι πελατειακές πρακτικές, ο νεποτισμός και η ευνοιοκρατία, φαινόμενα που υπήρχαν και πριν από το 2004 αλλά διογκώθηκαν κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία, αυξάνουν την οργή των πολιτών, είναι κάτι που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη επισήμανση. Το πρώτο κεφάλαιο μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα αντι-διαφθοράς.
Ας πάμε, όμως, παρακάμπτοντας ενδιάμεσα θέματα, στην καρδιά του προβλήματος. Στο ζήτημα του δικαιώματος στην εργασία, το οποίο επανέρχεται σήμερα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ως το πιο θεμελιώδες από όλα τα ζητήματα. Τώρα που ο νεοφιλελεύθερος κύκλος κλείνει, αφήνοντας πίσω του τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση από το 1929, η δημοκρατική σταθερότητα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη θα εξαρτηθεί από την απάντηση που θα δοθεί στο πρόβλημα αυτό, δηλαδή από το αν θα ξεκινήσει ένας νέος «μεγάλος μετασχηματισμός» που θα καταστήσει την πλήρη απασχόληση πρώτη προτεραιότητα των κοινωνιών.

16/12/08

ΒΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 16.12.2008

Τα τελευταία χρόνια τα Πανεπιστήμια βρίσκονται σε διαρκή αναβρασμό. Το εγχείρημα να αναθεωρηθεί το άρθρο 16, προκειμένου να επιτραπεί η ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων, υπήρξε το έναυσμα μιας παρατεταμένης περιόδου κρίσης στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Παράλληλα, η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του «νόμου-πλαισίου» για τα Πανεπιστήμια προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, παρότι οι αλλαγές που επιβλήθηκαν τελικά στερούνται ουσίας. Τη διαρκή κρίση τροφοδότησε, επίσης, η αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων με βάση τίτλους σπουδών από «κολέγια» συμβεβλημένα με Πανεπιστήμια άλλων κρατών-μελών της Ε Ε. Ωστόσο, αυτό που έμεινε από αυτή την περίοδο αναβρασμού δεν ήταν παρά η επιβεβαίωση της φθίνουσας πορείας του δημόσιου Πανεπιστημίου, οι σκηνές τυφλής βίας εις βάρος της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πανεπιστημιακής περιουσίας, ιδίως όμως μια γενικευμένη αίσθηση ότι η σταδιακή αποδόμηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι προδιαγεγραμμένη.
Ποια είναι λοιπόν σήμερα η πανεπιστημιακή πραγματικότητα; Πρώτα απ όλα, δεν πρέπει να υποτιμάται ότι τα τελευταία 20 χρόνια διευρύνθηκε η πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Ήταν όμως τα επιστημονικά πεδία των νέων Σχολών κατά κανόνα τα ενδεδειγμένα; Συνοδεύθηκε το άνοιγμα της Ανώτατης Εκπαίδευσης από βελτίωση του επιπέδου σπουδών και της έρευνας, ή μήπως συνέβαλε στην υποβάθμισή τους; Δεν εξυπηρετεί κανέναν ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας στα Πανεπιστήμια, εκτός ίσως από εκείνους που είχαν την ευθύνη για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, ακόμη και σχολές που διαθέτουν εξαιρετικούς καθηγητές -κι αυτές δεν είναι λίγες- παραμένει ένας θεσμός που υπολειτουργεί. Τα ελλείμματα της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, οι στρεβλώσεις που προκαλεί το ισχύον σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων, ο ασφυκτικός εναγκαλισμός των Πανεπιστημίων από το κράτος, η ανεπαρκής χρηματοδότηση, η παγίωση μιας γραφειοκρατικής κουλτούρας σε έναν χώρο όπου κατεξοχήν θα έπρεπε να ενισχύονται η καινοτομία και η ευελιξία, οι συντεχνίες που υποσκάπτουν την ανανέωση και την αξιοκρατία, η αλλοίωση της αποστολής του ασύλου, όλα αυτά ναρκοθετούν την ποιότητα και το κύρος των Πανεπιστημίων. Χρειάζεται επειγόντως μια νέα πανεπιστημιακή οργάνωση και κουλτούρα, όμως ουδείς τολμάει τις αναγκαίες ρήξεις.
Μπορεί λοιπόν να είναι τυφλή, όμως δεν είναι ανεξήγητη η βία που ασκείται μέσα και έξω από τα Πανεπιστήμια. Η ανεκπλήρωτη επιθυμία για σοβαρές σπουδές, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση ότι το πτυχίο διαθέτει πλέον περιορισμένη αξία για την επαγγελματική εξέλιξη, συνιστά ένα εκρηκτικό μείγμα. Οι βόμβες μολότοφ εναντίον του Πανεπιστημίου, οι επαναλαμβανόμενες καταλήψεις, η διογκούμενη οργή των νέων απέναντι σε ένα σύστημα που παράγει ανασφάλεια, δεν είναι παρά αποτελέσματα της απογοήτευσης για την απουσία ίσων ευκαιριών, ουσιαστικής παιδείας, προοπτικών απασχόλησης και, τελικά, σεβασμού από την πολιτεία, η οποία φαίνεται να θέτει καθημερινά στο περιθώριο ένα σημαντικό τμήμα των νέων. Για κάποιους αρκούσε άλλο ένα θανατηφόρο κρούσμα αστυνομικής ασυδοσίας, ώστε η συσσωρευμένη απογοήτευση να μετατραπεί σε βανδαλισμούς και παράλογη καταστροφικότητα.

15/12/08

ΕΛΠΙΔΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 15.12.2008

Η έκρηξη βίας των τελευταίων ημερών, ύστερα από την ανθρωποκτονία μαθητή από αστυνομικό, αποδεικνύει την κατάσταση αποσύνθεσης στην οποία βρίσκονται το ελληνικό κράτος και το πολιτικό μας σύστημα. Σε αποσύνθεση βρίσκεται κατ αρχάς η Αστυνομία, η οποία δεν εκπαιδεύει κατάλληλα το προσωπικό της στη χρήση των όπλων, ούτε το υποβάλλει στους σχετικούς, προβλεπόμενους από τον νόμο ψυχολογικούς ελέγχους. Το να συμβεί, λοιπόν, ένα παρόμοιο περιστατικό ήταν μάλλον θέμα χρόνου. Η συνέχεια θα μπορούσε να θεωρηθεί επίσης σχεδόν αναμενόμενη, αφού επί δεκαετίες η καταστροφική δράση κουκουλοφόρων εξτρεμιστών αποτελεί σύνηθες φαινόμενο στις μεγάλες ελληνικές πόλεις, όπως σύνηθες φαινόμενο αποτελεί και η απέναντί τους αδράνεια της Αστυνομίας.
Σε αποσύνθεση και σήψη βρίσκεται όμως και το πολιτικό μας σύστημα, αφού για τη διαχρονική αυτή αδράνεια των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους τη μεγαλύτερη ευθύνη έχουν ασφαλώς οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι, δηλαδή οι εκάστοτε κυβερνήσεις. Η ανοχή που επιδεικνύουν οι τελευταίες στο παρακράτος των Εξαρχείων εναρμονίζεται προς την ανοχή τους στο παρακράτος των Ζωνιανών και προς την ανοχή τους και σε άλλες μορφές παραβατικότητας, όπως στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, στην καταστρατήγηση της πολεοδομικής νομοθεσίας κ.λπ. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι κατά βάθος τόσο αδύνατο, ώστε να μην μπορεί ούτε να αγγίξει οτιδήποτε δημιουργεί έστω και την υποψία πολιτικού κόστους. Είναι άλλωστε εμφανές ότι μια κυβέρνηση η οποία επιδίδεται στη διασπάθιση του δημόσιου πλούτου, όπως αποδεικνύει η υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου, δεν έχει ούτε το ηθικό ούτε το πολιτικό ανάστημα για να παρεμποδίσει την καταστροφή και τη λεηλασία ιδιωτικών περιουσιών από τους «αντιεξουσιαστές».
Τα χειρότερα δυστυχώς έρχονται, αφού η διεθνής οικονομική και κοινωνική κρίση μόλις έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή στη χώρα μας. Η Ελλάδα μοιάζει με ακυβέρνητο σκάφος που βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πρωτοφανή τρικυμία. Η εναλλαγή των δύο κομμάτων εξουσίας στην κυβέρνηση δεν αποτελεί λύση για την ακυβερνησία, αφού αυτά, έχοντας κοινή λαϊκιστική ιδεολογία και κοινή κλεπτοκρατική πρακτική, αποτελούν ουσιαστικά δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για πολιτικά κόμματα, αφού αμφότερα στερούνται σαφούς και ρεαλιστικού πολιτικού προγράμματος, αλλά για οικογενειακές επιχειρήσεις πώλησης ψευδαισθήσεων δημοκρατίας στο καταναλωτικό κοινό (δηλαδή τον λαό). Όσο για τα κόμματα διαμαρτυρίας, τα οποία κινούνται στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος, αυτά αποτελούν σε τελική ανάλυση διακοσμητικά στοιχεία στην πρόσοψη της ρηχής ελληνικής δημοκρατίας των γόνων.
Η ελπίδα, αν υπάρχει, μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από μια συνολική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, με διαφορετικές πολιτικές, με διαφορετικά πρόσωπα και με βαθιές θεσμικές τομές, που θα συνοδεύεται από μια γενικότερη αλλαγή πλεύσης της ελληνικής κοινωνίας. Μια άλλη Ελλάδα θα ήταν εφικτή, αν την ήθελαν οι Έλληνες.

6/12/08

Ευάγγελος Βενιζέλος
Η κυβέρνηση τροφοδοτεί μια τριπλή οικονομική κρίση
συνέντευξη στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", 6/12/2008

Η ειδησεογραφία κυριαρχείται από τις εξελίξεις γύρω από την υπόθεση Βατοπεδίου, ωστόσο, πέραν αυτού, εκτός από τα σήμαντρα της μονής άρχισαν να ηχούν και οι καμπάνες για την κοινωνία, εν πρώτοις από τις δηλώσεις του κ. Μίχαλου. Δυσάρεστη πρόβα για το νέο έτος, δεν είναι;
«Η πρόβλεψη είναι δυσάρεστη όχι μόνον για το 2009, αλλά τουλάχιστον για τα τρία επόμενα χρόνια. Στην Ελλάδα ζούμε ακόμη το προοίμιο της κρίσης με το τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το τραπεζικό σύστημα και το οποίο μετακυλίεται ολοένα και πιο έντονα στην πραγματική οικονομία: στα κεφάλαια κίνησης των επιχειρήσεων, στους περιορισμούς των δανειοδοτήσεων. Βλέπουμε ήδη την πτώση της κίνησης στην οικοδομή, την κακή πρόγνωση για τον τουρισμό, τις απειλές κατά των εργασιακών σχέσεων, την τάση διόγκωσης της ανεργίας. Θεωρώ πολύ δύσκολο να υπάρξει το 2009 έστω και μικρός θετικός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ. Η χώρα αντιμετωπίζει σωρευτικά μια τριπλή οικονομική κρίση: κρίση του χρηματοοικονομικού συστήματος, κρίση του μοντέλου ανάπτυξης και της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, που βασίζεται στους ευάλωτους τομείς της οικοδομής, του τουρισμού και της ναυτιλίας, και κρίση δημοσιονομική, που παίρνει τώρα εκρηκτικές διαστάσεις λόγω της διόγκωσης των δανειακών αναγκών του Δημοσίου και της εκτίναξης του κόστους του δανεισμού, που με τη σειρά του τινάζει στο αέρα τις εικονικές προγνώσεις του προϋπολογισμού».

Είναι δυνατόν μια κυβέρνηση τόσο αδυνατισμένη στο εσωτερικό της, όπως η Ν.Δ., να αντιμετωπίσει την οικονομική και κοινωνική κρίση που έρχεται, και μάλιστα την ώρα που έχει ξεκινήσει η διαδοχολογία;
«Το κακό για τη χώρα είναι πως η τριπλή οικονομική κρίση στην οποία αναφέρθηκα διασταυρώνεται με τη βαθιά κρίση της δημόσιας ηθικής και με την εξίσου βαθιά κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης μεγάλων κοινωνικών δυνάμεων που νιώθουν εχθρικές προς το πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση έχει χάσει προ πολλού τη νομιμοποιητική της βάση. Εχει διαρραγεί όχι μόνον η σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, αλλά και η απλή σχέση ανοχής. Η ηττοπάθεια και η αμηχανία που κυριαρχούν πλέον στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης μετατρέπονται σε οξύ πρόβλημα για τη χώρα, γιατί η κυβέρνηση όχι μόνον αδυνατεί να διαχειριστεί την οικονομική κρίση και να αναλάβει πρωτοβουλίες υπέρβασής της, αλλά με τη στάση της την τροφοδοτεί διαρκώς. Γι' αυτό είναι επείγουσα η ανάγκη αλλαγής της κυβέρνησης».

Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ανακάμπτει, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, όμως απέχει ακόμα αρκετά από το να διαμορφώνει ένα ρεύμα αδιαμφισβήτητου νικητή. Είναι θέμα προγράμματος, στιλ αντιπολίτευσης ή κάτι άλλο;
«Κατ' αρχάς η αντιστροφή του συσχετισμού των δυνάμεων μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο γεγονός. Επί δύο και πλέον μήνες το ΠΑΣΟΚ καταγράφεται ως πρώτο κόμμα με διευρυνόμενη διαφορά. Αυτό αλλάζει την ψυχολογική κατάσταση των δύο χώρων. Αλλάζει την παράσταση νίκης. Οι πολίτες ξέρουν ότι οι θεσμικά προσφερόμενες και εφικτές λύσεις για τη διακυβέρνηση του τόπου και τη διαχείριση της κρίσης είναι πολύ συγκεκριμένες. Βεβαίως δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τη λογική του "ώριμου φρούτου". Η αποσάθρωση της Ν.Δ., η πολιτική και επικοινωνιακή ακύρωση του κ. Καραμανλή και η καταβύθιση της κυβέρνησης στο πέλαγος των σκανδάλων διευκολύνουν το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν συνιστούν τα υλικά μιας νέας διακυβέρνησης. Μια νέα διακυβέρνηση πρέπει να είναι ικανή να γυρίσει σελίδα, να πει την αλήθεια στο λαό, να διαμορφώσει μια στέρεη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, να συγκροτήσει τις αναγκαίες εθνικές και κοινωνικές συμφωνίες για το φορολογικό σύστημα, την παραγωγική αναδιάρθρωση, τους τομείς αιχμής της ελληνικής οικονομίας, την απασχόληση, το ρόλο της περιφέρειας. Από αυτά τα νέα υλικά έχει ανάγκη ο τόπος και αυτά θέλουμε και οφείλουμε να εγγυηθούμε ως ΠΑΣΟΚ».

Ποιες πρέπει να είναι οι άμεσες προτεραιότητές σας στην οικονομική και κοινωνική πολιτική, ενόψει μάλιστα και του εκλογικού, τουλάχιστον για την Ευρώπη, 2009;
«Κορυφαία προτεραιότητα είναι η διαχείριση και η υπέρβαση της οικονομικής κρίσης. Η κρίση δεν είναι φυσικά μόνον εξωγενής και εισαγόμενη. Είναι ταυτόχρονα και κρίση ενδογενής, που οφείλεται αφενός μεν στις πολιτικά τυφλές, κοινωνικά άδικες, δημοσιονομικά εσφαλμένες και αντιαναπτυξιακές επιλογές της πενταετίας της Ν.Δ., αφετέρου δε στα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Κορυφαίο διαρθρωτικό πρόβλημα, που η κρίση το βγάζει στην επιφάνεια σε όλη του την έκταση, είναι η σύγκρουση ανάμεσα στα τυπικά και τα άτυπα χαρακτηριστικά της οικονομίας. Ανάμεσα στην οικονομία και την παραοικονομία που τροφοδότησε επί δεκαετίες την ανάπτυξη, αλλά συνδέεται και με το τεράστιο δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, στο μέτρο που και αυτό με τη σειρά του συνδέεται με τους παραλογισμούς και τις αντιφάσεις του φορολογικού συστήματος. Το άμεσο συνεπώς οικονομικό ζήτημα είναι η αποκατάσταση της πολιτικής εμπιστοσύνης, ώστε με ένα πλεόνασμα πολιτικής εμπιστοσύνης να καλυφθεί το έλλειμμα οικονομικής εμπιστοσύνης που υπάρχει τόσο στην αγορά όσο και στη σχέση οικονομίας, κοινωνίας και κράτους».

Θεωρείτε ότι ο δικομματισμός έχει ούτως ή άλλως κλείσει τον κύκλο του; Υπάρχει ανάγκη ανασύνθεσης του πολιτικού συστήματος με σχήματα συνεργασίας, σε συνθήκες μάλιστα οικονομικής, κοινωνικής αλλά και πολιτικής κρίσης;
«Πολλοί εδώ και καιρό έχουν κηρύξει το τέλος του δικομματισμού και την οριστική μετάβαση στην εποχή των συμμαχικών κυβερνήσεων. Η πολιτική και ψυχολογική κατάρρευση της κυβέρνησης και η πρώτη θέση του ΠΑΣΟΚ στις δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν όμως και πάλι το αίτημα για πολιτική σταθερότητα ως προέχον στη συνείδηση των πολιτών. Οι πολίτες είναι βεβαίως δύσπιστοι και επιφυλακτικοί. Δίνουν δύσκολα την ψήφο τους και ακόμη δυσκολότερα την εμπιστοσύνη τους. Θεωρώ συνεπώς ότι είναι όχι μόνο θεμιτός, αλλά και αναγκαίος στόχος για το ΠΑΣΟΚ η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία ως εγγύηση πολιτικής σταθερότητας και προγραμματικής σαφήνειας, αλλά και ως βάση για τη διαμόρφωση των ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών συνεργασιών που είναι αναγκαίες για να κυβερνηθεί με άλλο δημόσιο ήθος και με πολιτική αποτελεσματικότητα ο τόπος. Με την κυβέρνηση της Ν. Δ. δεν κλείνει ο κύκλος των κοινοβουλευτικά αυτοδύναμων κυβερνήσεων, αλλά ο κύκλος της προσωποκεντρικής και μονοπρόσωπης διακυβέρνησης, της μονοκομματικής και αυτάρεσκης νοοτροπίας. Καμιά κυβέρνηση δεν διαθέτει πλέον εφάπαξ νομιμοποίηση που αρχίζει στις εκλογές και τελειώνει στις επόμενες εκλογές. Κάθε κυβέρνηση οφείλει να διαλέγεται συνεχώς με την κοινωνία, να πείθει καθημερινά τους πολίτες και να κατακτά την πολιτική νομιμοποίηση για κάθε μεγάλη πολιτική της απόφαση και πρωτοβουλία».

Μια τελευταία ερώτηση για το Βατοπέδι. Θα επανέλθει το ΠΑΣΟΚ στην πρότασή του για προανακριτική επιτροπή; Και ο κ. Καραμανλής από την πλευρά του τι θα κάνει;
«Η εξεταστική επιτροπή ολοκλήρωσε ουσιαστικά το έργο της, καθώς η πλειοψηφία της Ν.Δ. απέρριψε τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για εξέταση ορισμένων ακόμη μαρτύρων. Εκκρεμεί κυρίως η συζήτηση για τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Θα αξιολογήσουμε με πλήρη συνείδηση πολιτικής αλλά και νομικής ευθύνης το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Δεν επιδιώκουμε την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. Δεν θέλουμε ένα αντεστραμμένο 1989. Οφείλουμε όμως να εγγυηθούμε την αποκατάσταση της δημόσιας ηθικής. Οφείλουμε να στείλουμε στον πολίτη το μήνυμα ότι μπορούν να υπάρξουν στον τόπο μας εγγυήσεις διαφάνειας, και διαφάνεια δεν υπάρχει χωρίς ανάληψη ευθύνης. Είναι επίσης γνωστό ότι εκκρεμεί τυπικά, γιατί δεν έχει απορριφθεί, η αρχική πρόταση του ΠΑΣΟΚ για σύσταση επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης που βασιζόταν στους λόγους για τους οποίους ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρήγγειλε την διεξαγόμενη από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών προκαταρκτική εξέταση. Η θέση της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού προσωπικά είναι ιδιαίτερα δύσκολη, γιατί εγκλωβίστηκαν στην άρνηση να αποδεχθούν την ύπαρξη του σκανδάλου και στην αστεία προσπάθεια μετακύλισης της ευθύνης στο ΠΑΣΟΚ. Με βάση το γενικότερο πολιτικό κλίμα, την καθολική πολιτική αδυναμία της κυβέρνησης και την οριακή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία προφανώς και δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίσπευση των εκλογών».