20/1/09

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 14.1.2009

Ύστερα από κάθε ανασχηματισμό, υπάρχουν αναπόφευκτα δυσαρεστημένοι βουλευτές. Για μια κυβέρνηση που διαθέτει πλειοψηφία μίας μόνο έδρας στη Βουλή αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα ήσσονος σημασίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας υποδέχτηκαν με ικανοποίηση, ίσως και ανακούφιση, τον πρόσφατο ανασχηματισμό λειτουργεί αποτρεπτικά για την εξωτερίκευση διαφωνιών ή αντιρρήσεων. Έτσι, δεν φαίνεται πιθανή μια κρίση στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, τουλάχιστον προς το παρόν.
Η απομάκρυνση των «Βατοπεδινών» από την κυβέρνηση επιβεβαιώνει τον καθοριστικό ρόλο που έχουν αποκτήσει τα μέσα ενημέρωσης στη διαδικασία καταλογισμού της ατομικής πολιτικής ευθύνης των υπουργών. Η «θεσμική-κοινοβουλευτική» ευθύνη των υπουργών ευρίσκεται πλέον σε παραλυσία και τείνει να υποκατασταθεί από τη «διάχυτη» πολιτική τους ευθύνη, την οποία καταλογίζουν τα μέσα ενημέρωσης, ασκώντας την ελευθερία πληροφόρησης και κριτικής. Ο νόμος της «διάχυτης» πολιτικής ευθύνης είναι αμείλικτος. Κι αν ο υπουργός, στον οποίο καταλογίζεται ευθύνη για ηθικά αξιόμεμπτες πράξεις του, δεν παραιτείται οικειοθελώς, τότε ο πρωθυπουργός είναι αναγκασμένος, για να προστατεύσει τον εαυτό του, συνεπώς και την κυβέρνησή του, να ζητήσει την παραίτησή του ή να τον απομακρύνει στον επόμενο ανασχηματισμό. Ορισμένοι θα σπεύσουν να κάνουν λόγο για «δημοκρατία των μέσων ενημέρωσης» που υποκαθιστά την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Υπό κάποιες προϋποθέσεις, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε όμως να θεωρηθεί ως μια καινούργια εκδοχή άμεσης δημοκρατίας.
Θα άξιζε, ίσως, να ερμηνεύσουμε και τη συμπάθεια που εκδηλώνει η κοινή γνώμη στον νέο υπουργό Παιδείας. Αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη μας, στο ότι είναι ένα από τα λίγα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος που έχει αντιληφθεί ότι η «κομματοκρατική» και αλαζονική άσκηση της εξουσίας είναι πλέον παρωχημένη και αναποτελεσματική. Κανείς υπουργός Παιδείας δεν μπορεί να πετύχει στο έργο του, αν πιστεύει ότι το μόνο που έχει να κάνει είναι να εφαρμόσει απαρέγκλιτα την πολιτική του κόμματός του, χωρίς «συμβιβασμούς» με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και τα υποκείμενα της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Ο κεντρικός, αν όχι μοναδικός, στόχος του πρόσφατου ανασχηματισμού ήταν να καταστήσει την κυβέρνηση εκλογικά πιο ελκυστική. Αυτό δεν σημαίνει -κατά τη γνώμη μας- ότι η κυβέρνηση θα επιδιώξει τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών πριν από τις ευρωεκλογές. Έτσι όπως έχουν έλθει τα πράγματα, αυτό που συμφέρει τη Νέα Δημοκρατία είναι να μετατεθούν οι βουλευτικές εκλογές όσο το δυνατόν αργότερα. Θα ήταν, ωστόσο, πολύ σημαντικό για τη Νέα Δημοκρατία να μην είναι ξεκάθαρο το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του Ιουνίου 2009, δηλαδή να μην προδικάζει την έκβαση των βουλευτικών εκλογών. Με βάση το προηγούμενο των ευρωεκλογών του 1999 (ΠΑΣΟΚ 32,91% - Νέα Δημοκρατία 36,00%), θα της αρκούσε να μην υπολείπεται από το ΠΑΣΟΚ περισσότερο από τρεις ποσοστιαίες μονάδες. Έτσι θα μπορούσε να υποστηρίξει, επικοινωνιακά τουλάχιστον, ότι οι βουλευτικές εκλογές θα είναι αμφίρροπες. Στην παρούσα συγκυρία δεν φαίνεται ότι έχει τη δυνατότητα να πετύχει κάτι καλύτερο από αυτό.

13/1/09

ΝΕΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 13.1.2009

Το 2008 σημαδεύθηκε από την κρίση του δικομματισμού. Στις δημοσκοπήσεις της περασμένης χρονιάς αποτυπώθηκε η αποδοκιμασία προς τα κόμματα εξουσίας, καθώς τα εκλογικά τους ποσοστά έφτασαν σε αρκετές έρευνες κοινής γνώμης να κινούνται συνολικά κάτω από το 55% των ψηφοφόρων, στοιχείο πρωτοφανές για τη μεταπολιτευτική περίοδο. Την ίδια στιγμή στον δημόσιο διάλογο κορυφώθηκαν οι αναλύσεις περί μετάβασης σε ένα νέο κομματικό σύστημα. Βέβαια η μείωση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων εξουσίας δεν ήταν τυχαία. Εντάσσεται σε ένα πλαίσιο καθολικής απαξίωσης βασικών θεσμών της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας - κυβέρνηση, Κοινοβούλιο, πολιτικά κόμματα, δημόσια διοίκηση, δικαιοσύνη, συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Κατεξοχήν απέναντι στα κόμματα καταγράφεται η πεποίθηση του συντριπτικά μεγαλύτερου τμήματος της κοινωνίας, ότι δεν διαθέτουν ούτε τη βούληση ούτε την ικανότητα να προωθήσουν τον εκσυγχρονισμό του κράτους και τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των πολιτών. Ολα τα προηγούμενα τροφοδοτούνται περαιτέρω από την οικονομική κρίση, τη συμπίεση των μεσαίων στρωμάτων, τα φαινόμενα της ανεργίας των νέων και του κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά και από την παρατεταμένη ένταση στο εκπαιδευτικό σύστημα, με διαρκείς καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων κατά τα τελευταία δύο χρόνια. Κυρίως όμως η κοινωνική δυσαρέσκεια διογκώθηκε από τα σκάνδαλα οικονομικής και πολιτικής διαφθοράς. Αλλωστε αυτή ακριβώς η δυσθυμία απέναντι στο πολιτικό σύστημα σε συνδυασμό με τις σοβαρές ανεπάρκειες στην κοινωνική και εκπαιδευτική πολιτική αποτέλεσαν το εκρηκτικό μείγμα που οδήγησε στην κοινωνική εξέγερση του Δεκεμβρίου, με σπινθήρα τη δολοφονία του 15χρονου μαθητή. Κι όμως, μέσα στη συσσωρευμένη αποδοκιμασία απέναντι στην πολιτική τάξη, εμφανίζονται σαφή δείγματα ανάκαμψης του δικομματισμού. Το σημαντικότερο δείγμα είναι η άνοδος της εκλογικής δύναμης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αργά αλλά σταθερά, από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ενώ λοιπόν επί έναν ολόκληρο χρόνο η δύναμη των δύο κομμάτων εξουσίας εμφανιζόταν να φθίνει κατά τρόπο αναλογικό, σταδιακά το ΠΑΣΟΚ ενισχύεται, έχοντας άλλωστε ξεπεράσει την οξεία ενδοκομματική αντιπαράθεση, με αποτέλεσμα ο κομματικός ανταγωνισμός να επανέρχεται στη φυσιολογική τροχιά κάθε δικομματικού συστήματος: Η εκλογική φθορά του κυβερνώντος κόμματος διοχετεύεται ιδίως στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο αποκτά υπεροχή στον μεσαίο χώρο και κυριαρχεί στην παράσταση νίκης. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να μετεξελιχθεί από κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα θέσεων.
Η κρίση των πολιτικών κομμάτων και η δυσθυμία απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς δεν αποτελούν ελληνική ιδιοτυπία. Τις συναντάμε περίπου σε όλες τις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα κυκλικό φαινόμενο, που εκδηλώνεται με περιοδική έξαρση των αρνητικών τάσεων έναντι του κομματικού συστήματος. Οι τάσεις αυτές αντιστρέφονται, όταν οι πολίτες αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα νέων ισορροπιών και επανατοποθετηθούν θετικά απέναντι σε εκείνους τους κομματικούς σχηματισμούς που φαίνεται να εξασφαλίζουν εχέγγυα στοιχειωδώς αποτελεσματικής διαχείρισης των κρατικών λειτουργιών και κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτό τον παράδοξο πολιτικό κύκλο φαίνεται να διαγράφει σήμερα το ελληνικό κομματικό σύστημα, καθώς η κορύφωση της αποδοκιμασίας απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς συμβαδίζει με τάσεις αναβίωσης του δικομματισμού. Πολλά εξαρτώνται πλέον από την ικανότητα του ΠΑΣΟΚ να πείσει ότι μπορεί να εισφέρει ένα νέο μοντέλο άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας.

12/1/09

ΠΟΙΑ ΕΥΡΩΠΗ ΘΕΛΟΥΜΕ
Ναπολέων Μαραβέγιας
"Κοινωνία Πολιτών", τχ. 14

Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση περνά μια κρίση που ίσως δεν έχει προηγούμενο. Μετά την ευφορία της δεκαετίας του ’80 με την ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής και το διπλασιασμό των πόρων για τις πολιτικές Συνοχής, καθώς και της δεκαετίας του ’90, με την επιτυχή κατάληξη της πορείας προς την νομισματική ένωση, το ευρωπαϊκό εγχείρημα δείχνει να έχει χάσει το δυναμισμό και τον προσανατολισμό του.
Μερικοί υποστηρίζουν ότι η Ε.Ε πάσχει από σοβαρή ασθένεια απώλειας προσανατολισμού που μπορεί να είναι και ανίατη. Άλλοι υποστηρίζουν ότι έχει απλώς «δυσπεψία» γιατί δεν μπορεί να αφομοιώσει τη μεγάλη διεύρυνση προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ενώ μερικοί ακόμη θεωρούν ότι η απόσυρση της Συνταγματικής Συνθήκης και η υιοθέτηση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβόνας μπορεί να είναι σύμπτωμα της κρίσης και όχι η αιτία της.
Σχεδόν όλοι ,ωστόσο, συμφωνούν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 δεν μπορεί να είναι πλέον η Ευρώπη των 15. Και μόνο ο διπλασιασμός σχεδόν των χωρών-μελών αλλάζει το χαρακτήρα του οικοδομήματος από κάθε άποψη. Με την διεύρυνση διευρύνονται οι κάθε μορφής διαφορές: γεωγραφικές, οικονομικές, πολιτιστικές, κοινωνικές, ιδεολογικές, πολιτικές. Διευρύνεται το φάσμα των προτιμήσεων των πολιτών των Χωρών-Μελών και διασπάται η, μετά από πολλά χρόνια κοινής πορείας αίσθηση συμμετοχής σε κάποιο κοινό σχέδιο πολιτικής ενοποίησης, η οποία υπήρχε σε διαφορετικό βαθμό στις παλαιότερες Χώρες-Μέλη.
Με τη διεύρυνση διευρύνονται και τα ελλείμματα κάθε μορφής : Έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας και νομιμοποίησης, έλλειμμα διαφάνειας, έλλειμμα κοινωνικής πολιτικής, έλλειμμα συνοχής, έλλειμμα κοινής στρατηγικής απέναντι στις προκλήσεις του σημερινού κόσμου .
Συνεπώς ,μήπως είναι η διεύρυνση που οδήγησε στη σημερινή κρίση; Αν είναι έτσι τότε γιατί όλες σχεδόν οι παλαιότερες χώρες-μέλη συμφώνησαν τελικά να πραγματοποιηθεί η διεύρυνση. Προφανώς, η κάθε μια είχε να κερδίσει κάτι από την διεύρυνση αλλά όλες μαζί μάλλον έχασαν συνολικά.
Μήπως όμως τελικά η διεύρυνση δεν είναι παρά μόνο μια από τις αιτίες της σημερινής κατάστασης. Μήπως η βαθύτερη αιτία της κρίσης είναι η άρνηση όλων των Κρατών-Μελών, με προφανείς διαβαθμίσεις , να προχωρήσουν στην οικονομική ολοκλήρωση πέρα από την δημιουργία της εσωτερικής αγοράς και την νομισματική ένωση .
Όμως το κρίσιμο βήμα που θα άλλαζε ριζικά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι η εκχώρηση εθνικών αρμοδιοτήτων προς υπερεθνικό επίπεδο στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής.
Η δημοσιονομική πολιτική δηλ. η σε ευρωπαϊκό επίπεδο είσπραξη των εσόδων και η κατανομή των δαπανών μέσω ενός κοινού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού θα άλλαζε την ουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα της έδινε χαρακτηριστικά με πολιτικής οντότητας. Οι πολίτες των Χωρών -Μελών της Ευρώπης θα ήταν και φορολογούμενοι πολίτες της Ευρώπης και επωφελούμενοι από τον Κοινό Ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό.
Οι πολίτες της Ευρώπης θα είχαν έτσι πλέον κοινά συμφέροντα ανεξαρτήτως εθνικότητας και η πολιτική διαμάχη για την αναδιανομή μέσω φόρων-δαπανών θα προσελάμβανε πανευρωπαϊκά χαρακτηριστικά με ιδεολογικό και όχι εθνικό περιεχόμενο, όπως συμβαίνει σήμερα με τους πολίτες ενός εθνικού κράτους, οι οποίοι συνεισφέρουν και επωφελούνται από τον εθνικό προϋπολογισμό ανάλογα με το πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος που έχει την πλειοψηφία στην εθνική Βουλή, ανεξάρτητα από την περιφέρεια που κατοικούν.
Όμως σ’ αυτό το κρίσιμο βήμα δεν φαίνεται να είναι καμιά Χώρα-Μέλος διατεθειμένη να προχωρήσει. Αντίθετα, υπάρχει μια γενικευμένη αντίθεση στην αύξηση των πόρων και συνεπώς των δαπανών του Κοινοτικού Προϋπολογισμού. Αργά αλλά σταθερά οι κοινές πολιτικές που συνοδεύονται με κοινή χρηματοδότηση υποχωρούν (Κοινή Αγροτική Πολιτική) και στη θέση τους αναπτύσσονται κοινοτικές πολιτικές με εθνική χρηματοδότηση, ενώ η μέθοδος του ανοικτού συντονισμού για την εφαρμογή διαφόρων πολιτικών γενικεύεται (κοινωνική πολιτική, εκπαιδευτική πολιτική κλπ).
Βέβαια, η εκχώρηση εθνικών αρμοδιοτήτων προς το ευρωπαϊκό επίπεδο στο δημοσιονομικό τομέα (φόροι-δαπάνες-αναδιανομή) είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση διότι η άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελεί τον όρο ύπαρξης ενός εθνικού κράτους. Φαίνεται ότι είναι ακόμη δυσκολότερη και από την εκχώρηση εθνικών αρμοδιοτήτων στον τομέα της νομισματικής πολιτικής. Όμως, χωρίς αυτό το βήμα κάθε συζήτηση για παραπέρα εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης είναι χωρίς περιεχόμενο.
Όσο δεν προχωρούν τα Κράτη-Μέλη σε τέτοιου είδους εγχείρημα έστω και σταδιακά, η αίσθηση της κρίσης θα είναι παρούσα γιατί οι Ευρωπαίοι πολίτες νοιώθουν ότι ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής ζωής και δράσης τους ρυθμίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο χωρίς όμως αυτό να συνοδεύεται από τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παρέμβει με την αναγκαία χρηματοδότηση.
Θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μια απόσταση μεταξύ της ρύθμισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο και της χρηματοδότησης σε εθνικό επίπεδο. Μ’ άλλα λόγια είναι αντιφατικό να υιοθετούνται οι στόχοι μιας κοινής πολιτικής από όλα τα Κράτη-μέλη αλλά η χρηματοδότηση για την επίτευξή των στόχων αυτών να εξαρτάται από τον εθνικό προϋπολογισμό κάθε κράτους-μέλους. Το μεγαλύτερο μέρος των ελλειμμάτων που υποσκάπτουν την Ευρωπαϊκή Ένωση στα μάτια των ευρωπαίων πολιτών οφείλεται σ’ αυτή την αντίφαση μεταξύ ευρωπαϊκών στοχεύσεων και της ευρωπαϊκής χρηματοδοτικής αδυναμίας να υποστηριχθούν αυτές οι στοχεύσεις με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αντιμετώπιση της ανεργίας και γενικότερα την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, όπως αυτές διακηρύχτηκαν με την Στρατηγική της Λισαβόνας.
Ακόμη και το έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας και νομιμοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την έννοια της λήψης αποφάσεων από όργανα χωρίς άμεση δημοκρατική εντολή και χωρίς λογοδοσία, θα μπορούσε να μειωθεί αν τα συμφέροντα των κοινωνικών ομάδων συγκροτούνταν σε ευρωπαϊκό και όχι εθνικό επίπεδο λόγω της κοινής ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πολιτικής και οδηγούσαν σε πραγματικά ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα με σαφείς ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και τελικά σε ευρωπαϊκή κυβέρνηση που θα στηριζόταν στην εκάστοτε πολιτική πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Όσον αφορά στη διαμόρφωση μιας Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα μπορούσε να ασκηθεί στηριζόμενη σε μια κοινή αμυντική πολιτική και σε ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις, και εδώ απαιτείται εκχώρηση των εθνικών αρμοδιοτήτων στον τομέα της εθνικής ασφάλειας και κυριαρχίας ο οποίος επίσης αποτελεί θεμελιακό στοιχείο της κρατικής υπόστασης ενός έθνους, όπως και ο δημοσιονομικός τομέας (είσπραξη φόρων και κατανομή των δαπανών).
Μήπως, σ’ αυτούς τους δύο τομείς δεν μπορεί να περιμένει κανείς καμιά υποχώρηση του εθνικού Κράτους; Μήπως η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση έχει φθάσει τα όριά της στη σημερινή ιστορική φάση; Μήπως, τελικά η κρίση που διαπιστώνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ουσιαστικά μια σειρά άλυτων αντιφάσεων μεταξύ της ανάγκης για κοινές πολιτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα και της αδυναμίας εφαρμογής αυτών των ευρωπαϊκών πολιτικών επειδή τα εθνικά κράτη αρνούνται να «παραδώσουν» τα τελευταία οχυρά της κρατικής τους υπόστασης;
Το ζήτημα συνεπώς δεν είναι ποια Ευρώπη θέλουμε αλλά ποια Ευρώπη είναι ιστορικά εφικτή στη σημερινή πραγματικότητα .Βεβαίως, η μελλοντική εξέλιξη είναι άδηλη. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί το 1940 ότι 60 χρόνια αργότερα η Γερμανία και η Γαλλία θα είχαν κοινό νόμισμα.

31/12/08

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΗΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 31.12.2008

Μετά την έλευση του Ιντερνετ ορισμένοι προέβλεπαν ότι η ελευθερία του συνέρχεσθαι θα έχανε μεγάλο μέρος από τη σπουδαιότητά της ως μέσο διαμόρφωσης και όργανο έκφρασης της κοινής γνώμης. Ομως, σε αυτήν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, παντού -και όχι μόνο στην Ελλάδα- η ελευθερία του συνέρχεσθαι ζει μια «νέα νεότητα» και σε αυτό παραδόξως έχουν βοηθήσει και οι νέες τεχνολογίες των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ακόμη κι αν υπάρχουν άλλοι τρόποι για να εκφράσουν οι πολίτες τις απόψεις, τις διαμαρτυρίες και τις διεκδικήσεις τους, η ελευθερία τού συνέρχεσθαι παραμένει πάντοτε ένας αποφασιστικός παράγοντας διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και η πιο αποτελεσματική μορφή άσκησης κριτικής και πίεσης προς τους κυβερνώντες. Συγχρόνως, σε μια περίοδο όπου η κρίση κοινωνικής αντιπροσωπευτικότητας των πολιτικών κομμάτων βαθαίνει όλο και περισσότερο, η ελευθερία τού συνέρχεσθαι αποτελεί το κατ εξοχήν όργανο έκφρασης άτυπων μαζικών κινημάτων, μέσα από τα οποία οι πολίτες ανακαλύπτουν ξανά ή για πρώτη φορά την πολιτική.
Με αυτό το κλασικό και το καινούργιο πολιτικό νόημά του το δικαίωμα συνάθροισης αποτελεί συστατικό στοιχείο της ίδιας της έννοιας του δημοκρατικού κράτους. Γι αυτό θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι στις προτάσεις για μια περιοριστική ρύθμισή του, οι οποίες ξανακερδίζουν έδαφος μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Αλλωστε, για την αντιμετώπιση των πράξεων βίας στους δρόμους δεν χρειάζονται νέες ρυθμίσεις, αφού το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 11 παρ. 1 Συντ.) απαγορεύει τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων κατά τη διάρκεια των συναθροίσεων και των διαδηλώσεων. Η διατύπωση, πάντως, του άρθρου 11 παρ. 1 Συντ. δεν αφήνει περιθώρια για την ποινικοποίηση της συμμετοχής σε υπαίθριες συναθροίσεις προσώπων που χρησιμοποιούν κράνη, κουκούλες ή άλλα καλύμματα, για να καταστήσουν δύσκολη την αναγνώριση της ταυτότητάς τους, εφόσον αυτά ασκούν το δικαίωμα συνάθροισης «ήσυχα και χωρίς όπλα». Διότι τα κράνη, οι κουκούλες και τα άλλα καλύμματα (π.χ. τα κασκόλ) δεν είναι «όπλα» και όποιος τα χρησιμοποιεί δεν παύει κατ ανάγκη να ενεργεί «ήσυχα», αφού αυτό συμβαίνει μόνο όταν εκτρέπεται σε βίαιες πράξεις. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι οι διοργανωτές και οι άλλοι συμμετέχοντες θα πρέπει να ανέχονται την παρουσία τέτοιων προσώπων. Οι ίδιοι θα πρέπει να περιφρουρήσουν το νόημα και την αξία της φανερής πολιτικής δράσης.
Αντίθετη με το Σύνταγμα θα ήταν και η αναγνώριση της δυνατότητας στην αστυνομική Αρχή να απαγορεύει γενικό αριθμό συναθροίσεων και για αόριστο χρόνο, όταν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια (άρθρο 11 παρ. 2). Αυτό μπορεί να γίνει μόνο για συγκεκριμένη συνάθροιση και για ορισμένο χρόνο. Δεν προσκρούει, όμως, στο Σύνταγμα η νομοθετική θέσπιση εύλογων περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος της συνάθροισης, με σκοπό την προστασία της ελευθερίας της οδικής κυκλοφορίας, ανάλογα με τον όγκο των συγκεντρώσεων, τις ώρες κυκλοφοριακής αιχμής στις κεντρικές οδικές αρτηρίες κ.λπ. Αυτό είναι ένα θέμα που μπορεί να συζητηθεί.

30/12/08

Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30.12.2008

Οι δυσλειτουργίες της Ελληνικής Αστυνομίας έχουν προκαλέσει την αγανάκτηση της κοινωνίας. Από την περίφημη υπόθεση της «ζαρντινιέρας» και τις αθλιότητες εις βάρος μεταναστών, μέχρι τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου μαθητή, η περιπτωσιολογία περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενα επεισόδια κατάχρησης εξουσίας και κακουργηματικών πράξεων. Για όλα αυτά η Ελλάδα έχει κατ επανάληψη καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Κυριότερα αίτια της αστυνομικής εγκληματικότητας είναι η κακή διοικητική οργάνωση, η ανεπαρκής εκπαίδευση, η καλλιέργεια εξουσιαστικών συνδρόμων, οι περιορισμένοι εξωτερικοί μηχανισμοί ελέγχου, οι συχνά απαράδεκτες συνθήκες εργασίας, οι χαμηλές αμοιβές που οδηγούν σε παράλληλη απασχόληση, η διαρκής έκθεση σε κινδύνους χωρίς σοβαρή ψυχολογική υποστήριξη, τα στερεότυπα που συνεπάγονται την κοινωνική απαξία.
Η χώρα μας έχει βαρύ ιστορικό παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα η εικόνα της αστυνομίας να συνδεθεί, στο συλλογικό υποσυνείδητο, με τον κρατικό αυταρχισμό. Αυτό το βάρος επιχειρήθηκε να μετριαστεί, ιδίως μετά το 1981, με τον εκδημοκρατισμό των σωμάτων ασφαλείας. Κάθε παρέκκλιση αστυνομικού οργάνου αρκεί όμως για να επανέρχεται στο προσκήνιο η αρνητική φόρτιση. Οταν λοιπόν η Αστυνομία συγκρούεται με τους «κουκουλοφόρους», που καταστρέφουν αδιακρίτως δημόσια και ιδιωτική περιουσία, ο λεγόμενος «προοδευτικός» λόγος φαίνεται ενίοτε προδιατεθειμένος εναντίον της Αστυνομίας.
Κάθε συμψηφισμός θα ήταν απαράδεκτος. Ο ρόλος της Αστυνομίας είναι να προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα, πρωτίστως τη ζωή, την ασφάλεια και την περιουσία όσων βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια, και όχι να σκοτώνει, να εκβιάζει ή να βασανίζει. Είναι σήμερα επιβεβλημένη η εκ βάθρων ανασυγκρότησή της, η καλλιέργεια μιας νέας διοικητικής κουλτούρας και η αποβολή από τις τάξεις της όσων αντιλαμβάνονται το λειτούργημά τους με όρους Αγριας Δύσης.
Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κοινωνία δεν αρμόζει να απαξιώνει συλλήβδην τον ρόλο της αστυνομίας και τους φορείς της, όχι μόνο επειδή υποκατάστατο για την προστασία από το έγκλημα δεν έχει ακόμη εφευρεθεί, αλλά και διότι είναι άδικο να στιγματίζεται το σύνολο των αστυνομικών.
Ενα αστυνομικό σώμα με υποβαθμισμένο κύρος, στελεχωμένο με αστυνομικούς των 800 ευρώ, που λοιδορούνται σε καθημερινή βάση, συγκροτεί μια κρατική υπηρεσία αναποτελεσματική, αλλά και ευάλωτη σε φαινόμενα παρέκκλισης. Αλλωστε, η Αστυνομία δεν αποτελεί παρά τμήμα της γενικότερα δυσλειτουργούσας κρατικής μηχανής, υπό τον υποτυπώδη έλεγχο μιας πολιτικής τάξης ασθμαίνουσας και μιας κοινωνίας που συγκαλύπτει τις ενοχές της κατασκευάζοντας συμβολικούς εχθρούς. Είτε οι εχθροί αυτοί ονομάζονται «μετανάστες», για την άκρα Δεξιά, είτε «μπάτσοι», για μεγάλο τμήμα της Αριστεράς, η ιδεοληπτική τύφλωση είναι παρεμφερής.
Επικεντρώνοντας την κριτική στην Αστυνομία ξεχνάμε, εν τέλει, ότι για τα εκρηκτικά ελλείμματα στην κοινωνική και εκπαιδευτική πολιτική, για την ακρίβεια και την ανεργία, είναι κάποιοι άλλοι υπεύθυνοι. Ας μην υποβαθμίζονται οι ευθύνες των κρατούντων με τη μετάθεσή τους σε ένα τμήμα της πολιτείας που μόνο «ελίτ» δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

17/12/08

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 17.12.2008

Ότι ο φόνος του δεκαπεντάχρονου μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από σφαίρα αστυνομικού θα προκαλούσε την οργή και τη διαμαρτυρία των μαθητών και των φοιτητών στην Αθήνα και σε όλη τη χώρα ήταν κάτι το φυσιολογικό και το ευπρόσδεκτο. Αλίμονο, αν οι νέοι πολίτες έμεναν αδιάφοροι και παθητικοί μπροστά σε ένα τέτοιο εξοργιστικό γεγονός.
Ωστόσο, αυτό που συνέβη την προηγούμενη εβδομάδα στην Ελλάδα, δεν ήταν μόνο μια νεανική κινητοποίηση και διαμαρτυρία εναντίον της αστυνομικής αυθαιρεσίας.
Ήταν μια χαοτική κοινωνική σύγκρουση που έφερε την ελληνική κοινωνία στα πρόθυρα της «φυσικής κατάστασης», εκεί όπου αρχίζει ο πόλεμος όλων εναντίον όλων. Και δεν ήταν μόνο το αίσθημα του δικαίου που προκάλεσε αυτό το τυφλό ξέσπασμα, αλλά κυρίως το αίσθημα της αδικίας και της ανασφάλειας που εξαπλώνεται στη νέα γενιά.
Αν ένας νέος δεν μπορεί να βρει εργασία ή δεν απολαμβάνει από την εργασία του μια αξιοπρεπή αμοιβή, ακόμη κι αν είναι πτυχιούχος, γνωρίζει μία-δύο ξένες γλώσσες και ξέρει να χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή, τότε χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στην κοινωνία και στο κράτος και μπορεί απογοητευμένος απ όλα να μεταμορφωθεί συγκυριακά σε «καταστροφέα», όπως οι Άγγλοι υφαντουργοί που κατέστρεφαν τα μηχανήματα στις βιομηχανικές μονάδες για να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας -οι περιώνυμοι «λουδίτες». Αν μάλιστα έχει απέναντί του ένα διεφθαρμένο κομματοκρατικό σύστημα και μια πολιτική τάξη με συμπεριφορές «κάστας», τότε η Αργεντινή είναι κοντά -και το «que se vayan todos» μπορεί σύντομα να γίνει και στη χώρα μας παλλαϊκό αίτημα.
Όμως από το κακό μπορεί να προέλθει το καλό. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει αυτή η αντιπολιτική κοινωνική σύγκρουση να κατανοηθεί -και ο Λεωνίδας Κύρκος στη συνέντευξή του στο Mega είπε ό,τι χρειαζόταν να ειπωθεί πάνω στο θέμα αυτό- και κυρίως να μετασχηματισθεί σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική που να ανταποκρίνεται στο ύψος των περιστάσεων. Ότι η πολιτική και διοικητική διαφθορά, οι πελατειακές πρακτικές, ο νεποτισμός και η ευνοιοκρατία, φαινόμενα που υπήρχαν και πριν από το 2004 αλλά διογκώθηκαν κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία, αυξάνουν την οργή των πολιτών, είναι κάτι που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη επισήμανση. Το πρώτο κεφάλαιο μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα αντι-διαφθοράς.
Ας πάμε, όμως, παρακάμπτοντας ενδιάμεσα θέματα, στην καρδιά του προβλήματος. Στο ζήτημα του δικαιώματος στην εργασία, το οποίο επανέρχεται σήμερα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ως το πιο θεμελιώδες από όλα τα ζητήματα. Τώρα που ο νεοφιλελεύθερος κύκλος κλείνει, αφήνοντας πίσω του τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση από το 1929, η δημοκρατική σταθερότητα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη θα εξαρτηθεί από την απάντηση που θα δοθεί στο πρόβλημα αυτό, δηλαδή από το αν θα ξεκινήσει ένας νέος «μεγάλος μετασχηματισμός» που θα καταστήσει την πλήρη απασχόληση πρώτη προτεραιότητα των κοινωνιών.

16/12/08

ΒΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 16.12.2008

Τα τελευταία χρόνια τα Πανεπιστήμια βρίσκονται σε διαρκή αναβρασμό. Το εγχείρημα να αναθεωρηθεί το άρθρο 16, προκειμένου να επιτραπεί η ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων, υπήρξε το έναυσμα μιας παρατεταμένης περιόδου κρίσης στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Παράλληλα, η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του «νόμου-πλαισίου» για τα Πανεπιστήμια προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, παρότι οι αλλαγές που επιβλήθηκαν τελικά στερούνται ουσίας. Τη διαρκή κρίση τροφοδότησε, επίσης, η αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων με βάση τίτλους σπουδών από «κολέγια» συμβεβλημένα με Πανεπιστήμια άλλων κρατών-μελών της Ε Ε. Ωστόσο, αυτό που έμεινε από αυτή την περίοδο αναβρασμού δεν ήταν παρά η επιβεβαίωση της φθίνουσας πορείας του δημόσιου Πανεπιστημίου, οι σκηνές τυφλής βίας εις βάρος της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πανεπιστημιακής περιουσίας, ιδίως όμως μια γενικευμένη αίσθηση ότι η σταδιακή αποδόμηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι προδιαγεγραμμένη.
Ποια είναι λοιπόν σήμερα η πανεπιστημιακή πραγματικότητα; Πρώτα απ όλα, δεν πρέπει να υποτιμάται ότι τα τελευταία 20 χρόνια διευρύνθηκε η πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Ήταν όμως τα επιστημονικά πεδία των νέων Σχολών κατά κανόνα τα ενδεδειγμένα; Συνοδεύθηκε το άνοιγμα της Ανώτατης Εκπαίδευσης από βελτίωση του επιπέδου σπουδών και της έρευνας, ή μήπως συνέβαλε στην υποβάθμισή τους; Δεν εξυπηρετεί κανέναν ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας στα Πανεπιστήμια, εκτός ίσως από εκείνους που είχαν την ευθύνη για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, ακόμη και σχολές που διαθέτουν εξαιρετικούς καθηγητές -κι αυτές δεν είναι λίγες- παραμένει ένας θεσμός που υπολειτουργεί. Τα ελλείμματα της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, οι στρεβλώσεις που προκαλεί το ισχύον σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων, ο ασφυκτικός εναγκαλισμός των Πανεπιστημίων από το κράτος, η ανεπαρκής χρηματοδότηση, η παγίωση μιας γραφειοκρατικής κουλτούρας σε έναν χώρο όπου κατεξοχήν θα έπρεπε να ενισχύονται η καινοτομία και η ευελιξία, οι συντεχνίες που υποσκάπτουν την ανανέωση και την αξιοκρατία, η αλλοίωση της αποστολής του ασύλου, όλα αυτά ναρκοθετούν την ποιότητα και το κύρος των Πανεπιστημίων. Χρειάζεται επειγόντως μια νέα πανεπιστημιακή οργάνωση και κουλτούρα, όμως ουδείς τολμάει τις αναγκαίες ρήξεις.
Μπορεί λοιπόν να είναι τυφλή, όμως δεν είναι ανεξήγητη η βία που ασκείται μέσα και έξω από τα Πανεπιστήμια. Η ανεκπλήρωτη επιθυμία για σοβαρές σπουδές, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση ότι το πτυχίο διαθέτει πλέον περιορισμένη αξία για την επαγγελματική εξέλιξη, συνιστά ένα εκρηκτικό μείγμα. Οι βόμβες μολότοφ εναντίον του Πανεπιστημίου, οι επαναλαμβανόμενες καταλήψεις, η διογκούμενη οργή των νέων απέναντι σε ένα σύστημα που παράγει ανασφάλεια, δεν είναι παρά αποτελέσματα της απογοήτευσης για την απουσία ίσων ευκαιριών, ουσιαστικής παιδείας, προοπτικών απασχόλησης και, τελικά, σεβασμού από την πολιτεία, η οποία φαίνεται να θέτει καθημερινά στο περιθώριο ένα σημαντικό τμήμα των νέων. Για κάποιους αρκούσε άλλο ένα θανατηφόρο κρούσμα αστυνομικής ασυδοσίας, ώστε η συσσωρευμένη απογοήτευση να μετατραπεί σε βανδαλισμούς και παράλογη καταστροφικότητα.

15/12/08

ΕΛΠΙΔΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 15.12.2008

Η έκρηξη βίας των τελευταίων ημερών, ύστερα από την ανθρωποκτονία μαθητή από αστυνομικό, αποδεικνύει την κατάσταση αποσύνθεσης στην οποία βρίσκονται το ελληνικό κράτος και το πολιτικό μας σύστημα. Σε αποσύνθεση βρίσκεται κατ αρχάς η Αστυνομία, η οποία δεν εκπαιδεύει κατάλληλα το προσωπικό της στη χρήση των όπλων, ούτε το υποβάλλει στους σχετικούς, προβλεπόμενους από τον νόμο ψυχολογικούς ελέγχους. Το να συμβεί, λοιπόν, ένα παρόμοιο περιστατικό ήταν μάλλον θέμα χρόνου. Η συνέχεια θα μπορούσε να θεωρηθεί επίσης σχεδόν αναμενόμενη, αφού επί δεκαετίες η καταστροφική δράση κουκουλοφόρων εξτρεμιστών αποτελεί σύνηθες φαινόμενο στις μεγάλες ελληνικές πόλεις, όπως σύνηθες φαινόμενο αποτελεί και η απέναντί τους αδράνεια της Αστυνομίας.
Σε αποσύνθεση και σήψη βρίσκεται όμως και το πολιτικό μας σύστημα, αφού για τη διαχρονική αυτή αδράνεια των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους τη μεγαλύτερη ευθύνη έχουν ασφαλώς οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι, δηλαδή οι εκάστοτε κυβερνήσεις. Η ανοχή που επιδεικνύουν οι τελευταίες στο παρακράτος των Εξαρχείων εναρμονίζεται προς την ανοχή τους στο παρακράτος των Ζωνιανών και προς την ανοχή τους και σε άλλες μορφές παραβατικότητας, όπως στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, στην καταστρατήγηση της πολεοδομικής νομοθεσίας κ.λπ. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι κατά βάθος τόσο αδύνατο, ώστε να μην μπορεί ούτε να αγγίξει οτιδήποτε δημιουργεί έστω και την υποψία πολιτικού κόστους. Είναι άλλωστε εμφανές ότι μια κυβέρνηση η οποία επιδίδεται στη διασπάθιση του δημόσιου πλούτου, όπως αποδεικνύει η υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου, δεν έχει ούτε το ηθικό ούτε το πολιτικό ανάστημα για να παρεμποδίσει την καταστροφή και τη λεηλασία ιδιωτικών περιουσιών από τους «αντιεξουσιαστές».
Τα χειρότερα δυστυχώς έρχονται, αφού η διεθνής οικονομική και κοινωνική κρίση μόλις έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή στη χώρα μας. Η Ελλάδα μοιάζει με ακυβέρνητο σκάφος που βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πρωτοφανή τρικυμία. Η εναλλαγή των δύο κομμάτων εξουσίας στην κυβέρνηση δεν αποτελεί λύση για την ακυβερνησία, αφού αυτά, έχοντας κοινή λαϊκιστική ιδεολογία και κοινή κλεπτοκρατική πρακτική, αποτελούν ουσιαστικά δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για πολιτικά κόμματα, αφού αμφότερα στερούνται σαφούς και ρεαλιστικού πολιτικού προγράμματος, αλλά για οικογενειακές επιχειρήσεις πώλησης ψευδαισθήσεων δημοκρατίας στο καταναλωτικό κοινό (δηλαδή τον λαό). Όσο για τα κόμματα διαμαρτυρίας, τα οποία κινούνται στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος, αυτά αποτελούν σε τελική ανάλυση διακοσμητικά στοιχεία στην πρόσοψη της ρηχής ελληνικής δημοκρατίας των γόνων.
Η ελπίδα, αν υπάρχει, μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από μια συνολική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, με διαφορετικές πολιτικές, με διαφορετικά πρόσωπα και με βαθιές θεσμικές τομές, που θα συνοδεύεται από μια γενικότερη αλλαγή πλεύσης της ελληνικής κοινωνίας. Μια άλλη Ελλάδα θα ήταν εφικτή, αν την ήθελαν οι Έλληνες.

6/12/08

Ευάγγελος Βενιζέλος
Η κυβέρνηση τροφοδοτεί μια τριπλή οικονομική κρίση
συνέντευξη στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", 6/12/2008

Η ειδησεογραφία κυριαρχείται από τις εξελίξεις γύρω από την υπόθεση Βατοπεδίου, ωστόσο, πέραν αυτού, εκτός από τα σήμαντρα της μονής άρχισαν να ηχούν και οι καμπάνες για την κοινωνία, εν πρώτοις από τις δηλώσεις του κ. Μίχαλου. Δυσάρεστη πρόβα για το νέο έτος, δεν είναι;
«Η πρόβλεψη είναι δυσάρεστη όχι μόνον για το 2009, αλλά τουλάχιστον για τα τρία επόμενα χρόνια. Στην Ελλάδα ζούμε ακόμη το προοίμιο της κρίσης με το τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το τραπεζικό σύστημα και το οποίο μετακυλίεται ολοένα και πιο έντονα στην πραγματική οικονομία: στα κεφάλαια κίνησης των επιχειρήσεων, στους περιορισμούς των δανειοδοτήσεων. Βλέπουμε ήδη την πτώση της κίνησης στην οικοδομή, την κακή πρόγνωση για τον τουρισμό, τις απειλές κατά των εργασιακών σχέσεων, την τάση διόγκωσης της ανεργίας. Θεωρώ πολύ δύσκολο να υπάρξει το 2009 έστω και μικρός θετικός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ. Η χώρα αντιμετωπίζει σωρευτικά μια τριπλή οικονομική κρίση: κρίση του χρηματοοικονομικού συστήματος, κρίση του μοντέλου ανάπτυξης και της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, που βασίζεται στους ευάλωτους τομείς της οικοδομής, του τουρισμού και της ναυτιλίας, και κρίση δημοσιονομική, που παίρνει τώρα εκρηκτικές διαστάσεις λόγω της διόγκωσης των δανειακών αναγκών του Δημοσίου και της εκτίναξης του κόστους του δανεισμού, που με τη σειρά του τινάζει στο αέρα τις εικονικές προγνώσεις του προϋπολογισμού».

Είναι δυνατόν μια κυβέρνηση τόσο αδυνατισμένη στο εσωτερικό της, όπως η Ν.Δ., να αντιμετωπίσει την οικονομική και κοινωνική κρίση που έρχεται, και μάλιστα την ώρα που έχει ξεκινήσει η διαδοχολογία;
«Το κακό για τη χώρα είναι πως η τριπλή οικονομική κρίση στην οποία αναφέρθηκα διασταυρώνεται με τη βαθιά κρίση της δημόσιας ηθικής και με την εξίσου βαθιά κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης μεγάλων κοινωνικών δυνάμεων που νιώθουν εχθρικές προς το πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση έχει χάσει προ πολλού τη νομιμοποιητική της βάση. Εχει διαρραγεί όχι μόνον η σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, αλλά και η απλή σχέση ανοχής. Η ηττοπάθεια και η αμηχανία που κυριαρχούν πλέον στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης μετατρέπονται σε οξύ πρόβλημα για τη χώρα, γιατί η κυβέρνηση όχι μόνον αδυνατεί να διαχειριστεί την οικονομική κρίση και να αναλάβει πρωτοβουλίες υπέρβασής της, αλλά με τη στάση της την τροφοδοτεί διαρκώς. Γι' αυτό είναι επείγουσα η ανάγκη αλλαγής της κυβέρνησης».

Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ανακάμπτει, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, όμως απέχει ακόμα αρκετά από το να διαμορφώνει ένα ρεύμα αδιαμφισβήτητου νικητή. Είναι θέμα προγράμματος, στιλ αντιπολίτευσης ή κάτι άλλο;
«Κατ' αρχάς η αντιστροφή του συσχετισμού των δυνάμεων μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο γεγονός. Επί δύο και πλέον μήνες το ΠΑΣΟΚ καταγράφεται ως πρώτο κόμμα με διευρυνόμενη διαφορά. Αυτό αλλάζει την ψυχολογική κατάσταση των δύο χώρων. Αλλάζει την παράσταση νίκης. Οι πολίτες ξέρουν ότι οι θεσμικά προσφερόμενες και εφικτές λύσεις για τη διακυβέρνηση του τόπου και τη διαχείριση της κρίσης είναι πολύ συγκεκριμένες. Βεβαίως δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τη λογική του "ώριμου φρούτου". Η αποσάθρωση της Ν.Δ., η πολιτική και επικοινωνιακή ακύρωση του κ. Καραμανλή και η καταβύθιση της κυβέρνησης στο πέλαγος των σκανδάλων διευκολύνουν το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν συνιστούν τα υλικά μιας νέας διακυβέρνησης. Μια νέα διακυβέρνηση πρέπει να είναι ικανή να γυρίσει σελίδα, να πει την αλήθεια στο λαό, να διαμορφώσει μια στέρεη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, να συγκροτήσει τις αναγκαίες εθνικές και κοινωνικές συμφωνίες για το φορολογικό σύστημα, την παραγωγική αναδιάρθρωση, τους τομείς αιχμής της ελληνικής οικονομίας, την απασχόληση, το ρόλο της περιφέρειας. Από αυτά τα νέα υλικά έχει ανάγκη ο τόπος και αυτά θέλουμε και οφείλουμε να εγγυηθούμε ως ΠΑΣΟΚ».

Ποιες πρέπει να είναι οι άμεσες προτεραιότητές σας στην οικονομική και κοινωνική πολιτική, ενόψει μάλιστα και του εκλογικού, τουλάχιστον για την Ευρώπη, 2009;
«Κορυφαία προτεραιότητα είναι η διαχείριση και η υπέρβαση της οικονομικής κρίσης. Η κρίση δεν είναι φυσικά μόνον εξωγενής και εισαγόμενη. Είναι ταυτόχρονα και κρίση ενδογενής, που οφείλεται αφενός μεν στις πολιτικά τυφλές, κοινωνικά άδικες, δημοσιονομικά εσφαλμένες και αντιαναπτυξιακές επιλογές της πενταετίας της Ν.Δ., αφετέρου δε στα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Κορυφαίο διαρθρωτικό πρόβλημα, που η κρίση το βγάζει στην επιφάνεια σε όλη του την έκταση, είναι η σύγκρουση ανάμεσα στα τυπικά και τα άτυπα χαρακτηριστικά της οικονομίας. Ανάμεσα στην οικονομία και την παραοικονομία που τροφοδότησε επί δεκαετίες την ανάπτυξη, αλλά συνδέεται και με το τεράστιο δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, στο μέτρο που και αυτό με τη σειρά του συνδέεται με τους παραλογισμούς και τις αντιφάσεις του φορολογικού συστήματος. Το άμεσο συνεπώς οικονομικό ζήτημα είναι η αποκατάσταση της πολιτικής εμπιστοσύνης, ώστε με ένα πλεόνασμα πολιτικής εμπιστοσύνης να καλυφθεί το έλλειμμα οικονομικής εμπιστοσύνης που υπάρχει τόσο στην αγορά όσο και στη σχέση οικονομίας, κοινωνίας και κράτους».

Θεωρείτε ότι ο δικομματισμός έχει ούτως ή άλλως κλείσει τον κύκλο του; Υπάρχει ανάγκη ανασύνθεσης του πολιτικού συστήματος με σχήματα συνεργασίας, σε συνθήκες μάλιστα οικονομικής, κοινωνικής αλλά και πολιτικής κρίσης;
«Πολλοί εδώ και καιρό έχουν κηρύξει το τέλος του δικομματισμού και την οριστική μετάβαση στην εποχή των συμμαχικών κυβερνήσεων. Η πολιτική και ψυχολογική κατάρρευση της κυβέρνησης και η πρώτη θέση του ΠΑΣΟΚ στις δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν όμως και πάλι το αίτημα για πολιτική σταθερότητα ως προέχον στη συνείδηση των πολιτών. Οι πολίτες είναι βεβαίως δύσπιστοι και επιφυλακτικοί. Δίνουν δύσκολα την ψήφο τους και ακόμη δυσκολότερα την εμπιστοσύνη τους. Θεωρώ συνεπώς ότι είναι όχι μόνο θεμιτός, αλλά και αναγκαίος στόχος για το ΠΑΣΟΚ η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία ως εγγύηση πολιτικής σταθερότητας και προγραμματικής σαφήνειας, αλλά και ως βάση για τη διαμόρφωση των ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών συνεργασιών που είναι αναγκαίες για να κυβερνηθεί με άλλο δημόσιο ήθος και με πολιτική αποτελεσματικότητα ο τόπος. Με την κυβέρνηση της Ν. Δ. δεν κλείνει ο κύκλος των κοινοβουλευτικά αυτοδύναμων κυβερνήσεων, αλλά ο κύκλος της προσωποκεντρικής και μονοπρόσωπης διακυβέρνησης, της μονοκομματικής και αυτάρεσκης νοοτροπίας. Καμιά κυβέρνηση δεν διαθέτει πλέον εφάπαξ νομιμοποίηση που αρχίζει στις εκλογές και τελειώνει στις επόμενες εκλογές. Κάθε κυβέρνηση οφείλει να διαλέγεται συνεχώς με την κοινωνία, να πείθει καθημερινά τους πολίτες και να κατακτά την πολιτική νομιμοποίηση για κάθε μεγάλη πολιτική της απόφαση και πρωτοβουλία».

Μια τελευταία ερώτηση για το Βατοπέδι. Θα επανέλθει το ΠΑΣΟΚ στην πρότασή του για προανακριτική επιτροπή; Και ο κ. Καραμανλής από την πλευρά του τι θα κάνει;
«Η εξεταστική επιτροπή ολοκλήρωσε ουσιαστικά το έργο της, καθώς η πλειοψηφία της Ν.Δ. απέρριψε τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για εξέταση ορισμένων ακόμη μαρτύρων. Εκκρεμεί κυρίως η συζήτηση για τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Θα αξιολογήσουμε με πλήρη συνείδηση πολιτικής αλλά και νομικής ευθύνης το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Δεν επιδιώκουμε την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. Δεν θέλουμε ένα αντεστραμμένο 1989. Οφείλουμε όμως να εγγυηθούμε την αποκατάσταση της δημόσιας ηθικής. Οφείλουμε να στείλουμε στον πολίτη το μήνυμα ότι μπορούν να υπάρξουν στον τόπο μας εγγυήσεις διαφάνειας, και διαφάνεια δεν υπάρχει χωρίς ανάληψη ευθύνης. Είναι επίσης γνωστό ότι εκκρεμεί τυπικά, γιατί δεν έχει απορριφθεί, η αρχική πρόταση του ΠΑΣΟΚ για σύσταση επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης που βασιζόταν στους λόγους για τους οποίους ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρήγγειλε την διεξαγόμενη από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών προκαταρκτική εξέταση. Η θέση της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού προσωπικά είναι ιδιαίτερα δύσκολη, γιατί εγκλωβίστηκαν στην άρνηση να αποδεχθούν την ύπαρξη του σκανδάλου και στην αστεία προσπάθεια μετακύλισης της ευθύνης στο ΠΑΣΟΚ. Με βάση το γενικότερο πολιτικό κλίμα, την καθολική πολιτική αδυναμία της κυβέρνησης και την οριακή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία προφανώς και δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίσπευση των εκλογών».

3/12/08

Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 3.12.2008

Η ελευθερία της δημοσιογραφικής πληροφόρησης και κριτικής και το δικαίωμα της προσωπικότητας βρίσκονται σχεδόν καθημερινά σε αντιπαράθεση στις αίθουσες των δικαστηρίων μας, τα οποία έχουν το δύσκολο, πράγματι, έργο να επιλύουν τις συγκρούσεις ανάμεσα στα δύο αυτά εκ φύσεως ανταγωνιστικά δικαιώματα. Φαίνεται, όμως, ότι κάτι δεν πάει καλά με τη νομολογία των δικαστηρίων μας γύρω από το θέμα αυτό. Ήδη κατά τη διετία 2007-2008 έχουν εκδοθεί τρεις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) που καταδικάζουν την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, στο οποίο κατοχυρώνεται η ελευθερία της δημοσιογραφικής πληροφόρησης και κριτικής (υπόθεση Βασιλάκης κατά Ελλάδας, υπόθεση Λιοναράκης κατά Ελλάδας, υπόθεση «Αυγή» και Κάρης κατά Ελλάδας). Παραδόξως, τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης ακροθιγώς ασχολούνται με το θέμα αυτό, μολονότι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ δημιουργούν νέα δεδομένα για την άσκηση της δημοσιογραφικής ελευθερίας, αναγνωρίζοντας στην ελευθερία αυτή μια «προνομιούχο θέση» σε σχέση με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα. Ας δούμε συντομογραφικά τι κομίζει η νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου και πού διαφέρει από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων.
Το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει κατ αρχάς ότι τα όρια της επιτρεπτής κριτικής κατά πολιτικών προσώπων είναι ευρύτερα σε σχέση με τα όρια της κριτικής κατά απλών ιδιωτών. Σε αντίθεση με τους απλούς ιδιώτες, τα πολιτικά πρόσωπα εκτίθενται αναπόφευκτα και συνειδητά σε αυστηρό έλεγχο της δημόσιας ή και της ιδιωτικής τους συμπεριφοράς. Θεωρητικά αυτό γίνεται δεκτό και από τα ελληνικά δικαστήρια, τα συμπεράσματά τους όμως δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στην παραδοχή αυτήν. Το ΕΔΔΑ υπογραμμίζει επίσης ότι η κριτική δεν υπόκειται στον κανόνα της αλήθειας, εκτός εάν βασίζεται σε συνειδητή αλλοίωση των γεγονότων. Τα ελληνικά δικαστήρια απαιτούν συχνά από τους δημοσιογράφους να αποδείξουν την «αλήθεια» των αξιολογικών τους κρίσεων, σύμφωνα όμως με το ΕΔΔΑ αυτό αποτελεί ανεπίτρεπτη παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης.
Το ΕΔΔΑ διαχωρίζει την ευθύνη του δημοσιογράφου-συνεντευκτή από εκείνη του συνεντευξιαζομένου. Ο πρώτος ευθύνεται για τις εξυβριστικές ή συκοφαντικές δηλώσεις του δεύτερου, μόνο όταν τις υιοθετεί και όχι όταν λειτουργεί ως ουδέτερος παρατηρητής. Ένα τέτοιο «δικαίωμα συνέντευξης» δεν έχει αναγνωριστεί ακόμη από τα ελληνικά δικαστήρια.
Το ΕΔΔΑ δεν ψάχνει να βρει αν ο δημοσιογράφος θα μπορούσε να διατυπώσει τη σκέψη του με άλλες λέξεις ή φράσεις που θα ήταν λιγότερο δηκτικές. Όπως παρατηρεί: «Ο ρόλος των εθνικών δικαστηρίων... δεν συνίσταται στο να επισημαίνουν αυτά στον δημοσιογράφο το απολύτως μίνιμουμ των όρων που ο τελευταίος δύναται να χρησιμοποιήσει, όταν ασκεί το δικαίωμά του στην κριτική...» (βλ. Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 2008, σ. 507). Και εκφράζει την έκπληξή του για την εμμονή των ελληνικών δικαστηρίων να εμπλέκονται σε ζητήματα δημοσιογραφικού ύφους.
Ύστερα από τις αποφάσεις αυτές οι Έλληνες δικαστές γνωρίζουν πλέον πώς μπορούν να αποφευχθούν καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος της χώρας μας για παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Προς το παρόν πάντως δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα γι αυτό.

2/12/08

Η ΘΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 3.12.2008

Η διεθνής οικονομική κρίση επηρεάζει άμεσα τον κόσμο της εργασίας. Όλες οι έρευνες και οι προγνώσεις καταλήγουν σήμερα στο συμπέρασμα ότι η περίοδος βαθιάς ύφεσης, στην οποία εισήλθε η παγκόσμια οικονομία, θα επιφέρει, κατά τους επόμενους μήνες, κύματα απολύσεων. Οι εργαζόμενοι αποτελούν τα πρώτα, κατά κανόνα «εύκολα», θύματα της απο-ανάπτυξης. Ωστόσο, το έδαφος για τη θυματοποίηση των εργαζομένων προετοιμάστηκε σταδιακά ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, μέσα από την απορρύθμιση του κοινωνικού κράτους και την υπονόμευση των προστατευτικών ρυθμίσεων της εργατικής νομοθεσίας. Βασικό δικαιολογητικό λόγο για την υποχώρηση των εγγυήσεων της εργασίας υπέρ του οικονομικού ανταγωνισμού αποτέλεσαν τα προηγούμενα χρόνια τα νεοφιλελεύθερα δόγματα περί παγκοσμιοποίησης και διόγκωσης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, στο πλαίσιο των διεθνοποιημένων αγορών. Στις τωρινές συνθήκες οικονομικής κατάρρευσης το επιχείρημα που προβάλλεται πλέον είναι η αναγκαστική μείωση προσωπικού, ως προϋπόθεση για την επιβίωση ακόμη και επιχειρηματικών κολοσσών. Όμως και στις δύο περιπτώσεις το σκεπτικό εμφανίζεται παρόμοιο: Η μείωση του εργασιακού κόστους, η ευελιξία στην απασχόληση, η συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων προσεγγίζονται ως «αυτονόητες» κινήσεις στην επιχειρηματική σκακιέρα προς όφελος των επιχειρήσεων και εις βάρος της επιβίωσης των εργαζομένων.
Θα ήταν ασφαλώς αντίθετο στην ίδια τη φύση του καπιταλιστικού συστήματος να περιμένει κανείς ότι οι επιχειρήσεις θα αναλάβουν αυτοβούλως το κοινωνικό κόστος της οικονομικής κρίσης. Η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως το κράτος, του οποίου ο ρόλος στα πεδία της απασχόλησης και της κοινωνικής προστασίας επιχειρήθηκε συστηματικά να υποβαθμιστεί. Η κρατική παρέμβαση είναι όμως αδιανόητο να περιορίζεται στη διασφάλιση των μηχανισμών συμβιβασμού και διαπραγμάτευσης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και των επιμέρους ομάδων ειδικών συμφερόντων. Κάθε δημοκρατικό και κοινωνικό κράτος διατηρεί την υποχρέωση να παρεμβαίνει για τη συνολική εξισορρόπηση της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας και για τη ρύθμιση των συνθηκών άσκησης του δικαιώματος στην εργασία, να μεσολαβεί για την πλήρωση κενών θέσεων εργασίας ή την επίλυση μισθολογικών διαφορών, να ενισχύει την επενδυτική δραστηριότητα για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, να μεριμνά για την ασφάλεια στους χώρους εργασίας, καθώς και για την επαγγελματική επιμόρφωση και επαναπροώθηση στην εργασία του εργατικού δυναμικού.
Οι Έλληνες εργαζόμενοι δεν φαίνεται, όπως προκύπτει από πρόσφατες έρευνες κοινής γνώμης, να εμπιστεύονται την ελληνική πολιτεία ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της απέναντι στον κόσμο της εργασίας. Όσο επινοητική και αυστηρή εμφανίζεται η πολιτεία στη λειτουργία της ως κράτος επιτήρησης και καταστολής, άλλο τόσο ασυνεπής και άπραγη αποδεικνύεται σε σχέση με την προστασία της εργασίας. Όμως ο κοινωνικός αποκλεισμός και η περιθωριοποίηση που συνεπάγονται η ανεργία, η υποαπασχόληση, η φτώχεια και, τελικά, η κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής, δεν αποτελούν παρά τον προθάλαμο της παραβατικότητας. Αν το κράτος έχει επιλέξει να λειτουργεί αποτελεσματικότερα ως κράτος καταστολής παρά ως κοινωνικό κράτος δικαίου, τότε δεν απέχουμε πολύ είτε από μια κοινωνική έκρηξη είτε από έναν οργουελικού τύπου ολοκληρωτισμό με κατ' επίφαση δημοκρατικούς θεσμούς.

1/12/08

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Ευρωπαϊκές Εξελίξεις, τχ. 12/2008

Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία, όπως ήταν αναπόφευκτο, επεκτάθηκε γρήγορα προκαλώντας ύφεση στην οικονομική δραστηριότητα σ’ ολόκληρο τον Κόσμο, πλήττει και τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ένταση των προβλημάτων που προκαλεί σε κάθε χώρα-μέλος ποικίλει ανάλογα με την μακροοικονομική κατάσταση που βρίσκεται κάθε εθνική οικονομία της Ένωσης καθώς και με το βαθμό έκθεσής της στη διεθνή αγορά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση με πρωτοβουλία του Προεδρεύοντος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Γάλλου Προέδρου Ν. Σαρκοζί προσπάθησε να επεξεργασθεί ένα σχέδιο Κοινοτικής απάντησης στην οικονομική κρίση, πράγμα που θα έδινε την αίσθηση της κοινότητας των συμφερόντων όλων των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως συνεκτικής Πολιτικής Οντότητας.
Από την αρχή ωστόσο διεφάνη ότι μια τέτοια Κοινοτική απάντηση στην οικονομική κρίση δεν ήταν εφικτή. Αντίθετα, επελέγη ο δρόμος του συντονισμού των αναγκαίων δημοσίων παρεμβάσεων σε εθνικό επίπεδο, ενώ η πρωτοβουλία των παρεμβάσεων αυτών καθώς και η εξειδίκευσή τους αφέθηκε στην αρμοδιότητα των χωρών-μελών. Πρωταγωνιστής στην επιλογή αυτή ήταν κυρίως η Γερμανία, φοβούμενη, ίσως, ότι μια πραγματική Κοινοτική απάντηση στην οικονομική ύφεση θα κόστιζε δημοσιονομικά περισσότερο στις ισχυρές εθνικές οικονομίες, όπως είναι η γερμανική οικονομία.
Το τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (11-12 Δεκ. 2008) επιβεβαίωσε αυτή την επιλογή των επιμέρους δημόσιων εθνικών παρεμβάσεων των χωρών-μελών μέσα σ’ ένα πλαίσιο βασικών αρχών προκειμένου να υπάρχει ο αναγκαίος συντονισμός. Έτσι, οριστικοποίησε τα περιθώρια υπέρβασης από τα κράτη-μέλη του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και καθόρισε τις Ευρωπαϊκές προθέσεις σχετικά με τη μείωση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας καθώς και σχετικά με τις διευκολύνσεις χρηματοδότησης από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
Είναι προφανές ότι οι αποφάσεις αυτές δεν συνιστούν ολοκληρωμένη Κοινοτική δράση απέναντι στην διεθνή οικονομική κρίση και συνεπώς δεν συμβάλλουν στην οικοδόμηση μιας πιο συνεκτικής ευρωπαϊκής απάντησης, η οποία θα δημιουργούσε προϋποθέσεις για την εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς μια Κοινότητα με σαφέστερα πολιτικά χαρακτηριστικά.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 1.12.2008

Η ανώτατη εκπαίδευση βρίσκεται και πάλι σε κατάσταση αναβρασμού, με αφορμή την έκδοση της απόφασης του ΔΕΚ για τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, ένα μέρος των σπουδών των οποίων έχει γίνει στην Ελλάδα σε συμβεβλημένους ιδιωτικούς φορείς. Στην πραγματικότητα όμως, όλα αυτά, όπως και γενικότερα η συζήτηση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, με την (ενταφιασμένη) αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, απλώς αποσπούν την προσοχή της κοινής γνώμης από το αληθινό πρόβλημα, δηλαδή την απαξίωση των δημόσιων πανεπιστημίων. Η απαξίωση αυτή δεν είναι τυχαίο φαινόμενο, ούτε οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Η κύρια ευθύνη βαρύνει τις διαδοχικές κυβερνήσεις, οι οποίες συνειδητά απαξιώνουν τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τείνοντας να τα μετατρέψουν σε ΙΕΚ.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο φοιτητικός υπερπληθυσμός. Οι καθοριζόμενοι από το υπ. Παιδείας αριθμοί των εισακτέων είναι υπερβολικοί σε σχέση τόσο με την υφιστάμενη υποδομή των ιδρυμάτων όσο και με τον γενικό πληθυσμό, αφού οι θέσεις σε ΑΕΙ και ΤΕΙ συνολικά είναι σχεδόν ίσες με το σύνολο των αποφοίτων λυκείου κάθε χρόνο. Έτσι πολλοί από όσους εισάγονται δεν έχουν τα πνευματικά εφόδια για σοβαρή φοίτηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σημαντικό ποσοστό ακόμη και οι φοιτητές Νομικής, οι οποίοι έχουν εισαχθεί ύστερα από πανελλαδικές εξετάσεις κυρίως σε μαθήματα σχετικά με τη γλώσσα, όπως έκθεση και αρχαία, και έλαβαν υψηλή βαθμολογία, είναι ανελλήνιστοι και κακοποιούν κατ εξακολούθηση την ελληνική γλώσσα.
Υπερβολικοί σε σχέση με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες είναι, όμως, και οι αριθμοί των πτυχιούχων, με αποτέλεσμα πολλοί -ίσως οι περισσότεροι- να είναι καταδικασμένοι εκ των προτέρων στην ανεργία, την υποαπασχόληση ή την ετεροαπασχόληση. Εξάλλου, η μετέπειτα σταδιοδρομία καθενός μικρή σχέση έχει με τις φοιτητικές επιδόσεις του, αφού ένας υψηλός βαθμός πτυχίου δεν διασφαλίζει επαγγελματική επιτυχία, ούτε το αντίστροφο. Παράλληλα, οι ρυθμίσεις οι σχετικές με τις ενδοπανεπιστημιακές εξεταστικές διαδικασίες είναι τόσο επιεικείς, ώστε σχεδόν όλοι όσοι εισάγονται να αποκτούν τελικά πτυχίο. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές οι φοιτητές δεν έχουν επαρκή κίνητρα για μελέτη.
Έλλειψη κινήτρων παρατηρείται, όμως, και ως προς το διδακτικό - ερευνητικό προσωπικό, οι αποδοχές του οποίου κινούνται σε άθλια επίπεδα, ακόμα και σε σχέση με τον υπόλοιπο δημόσιο τομέα. Είναι άρα αναμενόμενο πολλά από τα μέλη του να στρέφονται σε εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες και να παραμελούν την έρευνα και τη διδασκαλία. Τα πράγματα χειροτερεύουν εξαιτίας των νομοθετικών ρυθμίσεων για την επιλογή και εξέλιξη του προσωπικού αυτού, που δεν διασφαλίζουν την αξιοκρατία, αλλά αντίθετα προωθούν τον συντεχνιασμό και /ή τον φατριασμό. Όσο για την πρόσφατα νομοθετημένη «αξιολόγηση» των πανεπιστημίων, αυτή, κάτω από τέτοιες συνθήκες, προδιαγράφεται ότι θα καταλήξει σε φάρσα.
Λύσεις για όλα αυτά θα μπορούσαν ασφαλώς να βρεθούν, αλλά θα είχαν οικονομικό και πολιτικό κόστος. Εφόσον καμία κυβέρνηση δεν δείχνει διάθεση να αναλάβει το κόστος αυτό, τίποτα δεν φαίνεται ικανό να διαταράξει το τέλμα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης.

27/11/08

ΚΡΙΣΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" (The Economist), 27.11.2008

Η χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία αρχικά οφείλεται στην «απληστία» του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και στην αδυναμία ελέγχου από τις εποπτικές αρχές, επεκτάθηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο ως κρίση εμπιστοσύνης στις χρηματοπιστωτικές αγορές και κατέληξε ως κρίση της πραγματικής οικονομίας. Η κρίση αυτή εκδηλώνεται ήδη ως μείωση της ζήτησης σε πολλές χώρες (λόγω της μείωσης της ρευστότητας ) με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής και την αύξηση της ανεργίας. Η κρίση δηλαδή έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ύφεσης της οικονομικής δραστηριότητας παγκοσμίως.
Σε ένα πρώτο στάδιο η χρηματοπιστωτική κρίση αντιμετωπίζεται με παροχή εγγυήσεων από το κράτος προκειμένου να μην καταρρεύσουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η δημόσια αυτή παρέμβαση στοχεύει άμεσα στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις αγορές ενώ μεσοπρόθεσμα επιδιώκει μεγαλύτερο έλεγχο και εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Σε ένα δεύτερο στάδιο η κρίση της πραγματικής οικονομίας αντιμετωπίζεται με αύξηση της ρευστότητας προκειμένου να αντιμετωπισθεί η μείωση της ζήτησης και να περιορισθεί η μείωση της παραγωγής και η αύξηση της ανεργίας. Η αύξηση της ρευστότητας επιδιώκεται είτε με μείωση των επιτοκίων είτε με άμεση παροχή κεφαλαίων από το κράτος προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα που συνοδεύονται με αύξηση των ελέγχων, προκειμένου να διευκολυνθεί η τραπεζική χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.
Η αναγκαστική κρατική αυτή παρέμβαση ξαναφέρνει στην επικαιρότητα τον Κέϋνς και προσφέρει μια ανέλπιστη ευκαιρία στη σοσιαλδημοκρατική άποψη για την οικονομική πολιτική να κερδίσει οπαδούς και στους σοσιαλδημοκράτες να κατηγορήσουν δικαίως τους νέο-φιλελεύθερους ότι με την κυριαρχία της πολιτικής τους τα τελευταία 30 χρόνια το καπιταλιστικό σύστημα οδηγήθηκε σε κρίση παρόμοια με την κρίση του 1929. Από την άλλη πλευρά υποστηρίζεται και η άποψη ότι το κράτος κακώς στηρίζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα με δημόσιους πόρους που προέρχονται από την φορολογία των πολιτών, οι οποίοι καθόλου δεν ευθύνονται για την κρίση.
Ταυτόχρονα διατυπώνονται σκέψεις ότι πέρα από την δημόσια στήριξη των τραπεζών χρειάζονται άμεση στήριξη και άλλοι κλάδοι της οικονομίας που κινδυνεύουν με κατάρρευση λόγω μείωσης της ζήτησης. Επίσης, κερδίζουν έδαφος και απόψεις περί άμεσης στήριξης των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων με μέτρα κοινωνικής πολιτικής και μείωση της φορολογίας στα μικρά και μεσαία εισοδήματα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση χωρίς ωστόσο να υποδεικνύεται και εναλλακτικός τρόπος άντλησης δημοσίων πόρων για να αντιμετωπισθούν οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες.
Είναι προφανές ότι η ελληνική οικονομία δεν μπορούσε να μην επηρεαστεί από την παγκόσμια αυτή κρίση, ευτυχώς όμως πολύ λιγότερο από ότι χώρες παρόμοιου επιπέδου ανάπτυξης χάρις στη συμμετοχή της στην Ευρωζώνη. Έχει δοθεί η εντύπωση ότι το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν υπέστη σοβαρές απώλειες από την κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος διότι δεν είχε ακολουθήσει τις αμερικανικές «πρακτικές». Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επλήγη από τη μείωση της ρευστότητας διεθνώς με αποτέλεσμα και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να μειώσει τη χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά αυξάνοντας ταυτόχρονα τα επιτόκια . Έτσι, οι μικρομεσαίες κυρίως επιχειρήσεις έχουν ήδη προβλήματα ενώ η μείωση της καταναλωτικής πίστης και των στεγαστικών δανείων πλήττει άμεσα τη ζήτηση των νοικοκυριών. Συνεπώς η παραγωγή των ελληνικών κυρίως κατασκευαστικών επιχειρήσεων και βέβαια οι εισαγωγές είναι επόμενο ότι θα μειωθούν άμεσα.
Η μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας στις οικοδομές είναι ήδη ορατή και ενδέχεται να ενταθεί στο άμεσο μέλλον, ενώ η μείωση του διεθνούς τουρισμού αναμένεται θεαματική με προφανή αποτελέσματα στην οικονομία συνολικά αλλά και στις τοπικές οικονομίες που κυρίως βασίζονται στον τουρισμό (ελληνικά νησιά και όχι μόνο). Ακόμη, είναι γνωστό ότι η ελληνική ναυτιλία στηρίζεται στις διεθνείς μεταφορές, οι οποίες ήδη υφίστανται σοβαρό πλήγμα λόγω της διεθνούς ύφεσης. Επίσης, η ελληνική γεωργία, που λόγω της αύξησης των διεθνών τιμών των βασικών αγροτικών προϊόντων τον περασμένο χρόνο είχε αυξήσει την παραγωγή της, υφίσταται τις συνέπειες της διεθνούς ύφεσης με απότομη μείωση αυτών των τιμών των δημητριακών κατά 50% μέσα σε μερικούς μήνες.(Ανάλογη με αυτή του πετρελαίου) Τέλος, συνολικά οι ελληνικές εξαγωγές που με δυσκολία καλύπτουν το 25% των εισαγωγών μας, θα υποστούν και αυτές πλήγμα από τη διεθνή ύφεση.
Είναι προφανές, ότι η διάρκεια και η ένταση της κρίσης είναι δύσκολο να προβλεφθεί. Έτσι, η συζήτηση στρέφεται περισσότερο προς τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αντιμετωπισθεί η κατάσταση. Πέρα από όσα γενικά αναφέρθηκαν σχετικά με τους τρόπους αντιμετώπισης της διεθνούς κρίσης, τα οποία ισχύουν και για την Ελλάδα,(η οποία παρά τους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης έχει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες και μεγάλο ποσοστό ανεργίας) εκείνο που θα έπρεπε να προστεθεί είναι, ότι η σημερινή κρίση μπορεί να είναι μια ευκαιρία για να επανεξετάσουμε την οικονομική μας πολιτική, να βελτιώσουμε την κοινωνική μας πολιτική και να αυξήσουμε τις επενδύσεις κυρίως σε ανθρώπινο κεφάλαιο δηλ. στην εκπαίδευση και στην έρευνα, προκειμένου η ελληνική οικονομία να γίνει περισσότερο παραγωγική. Να στηρίζεται δηλαδή λιγότερο στον τουρισμό και τις κατασκευές κατοικιών και περισσότερο στην παραγωγή προϊόντων διεθνώς ανταγωνιστικών, έτσι ώστε να είναι λιγότερο ευάλωτη στις διεθνείς κρίσεις.

19/11/08

Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 19.11.2008

Η περίοδος από τον Νοέμβριο 2007 μέχρι σήμερα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την εξέλιξη των πολιτικών μας πραγμάτων. Ας επιχειρήσουμε έναν πρώτο απολογισμό.
Πέρυσι τέτοιον καιρό το ΠΑΣΟΚ έβγαινε ψυχολογικά διχασμένο από μια σκληρή ενδοκομματική σύγκρουση. Το μέλλον του ως ενιαίου κόμματος δεν ήταν πλέον δεδομένο. Αν τα πράγματα έφταναν στα άκρα, δηλαδή στο σχίσμα, τότε θα διαμορφωνόταν ένα άλλο κομματικό σύστημα. Η επόμενη Βουλή θα ήταν σίγουρα εξακομματική, ενδεχομένως και επτακομματική, με την παρουσία και των Οικολόγων - Πρασίνων. Με έξι ή επτά κόμματα στη Βουλή, το «πριμ» των 40 ή 50 εδρών στο πρώτο κόμμα δεν θα ήταν αρκετό και θα οδηγούμασταν αναγκαστικά σε κυβερνήσεις συνεργασίας ή μειοψηφίας. Πάντως, η Νέα Δημοκρατία θα διατηρούσε μάλλον την πρώτη θέση, έστω και με σημαντικά μειωμένο εκλογικό ποσοστό, και έτσι θα ήταν δύσκολο να σχηματισθεί κυβέρνηση χωρίς αυτήν.
Ενώ το ΠΑΣΟΚ κατάφερε τελικά να διατηρήσει την ενότητά του και να βελτιώσει την πολιτική του λειτουργία, ιδίως σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, η Νέα Δημοκρατία έδινε πλέον την εντύπωση ότι δεν την ενδιέφερε τίποτε άλλο παρά μόνον η διατήρησή της στην εξουσία και η απόλαυση των ωφελημάτων της, μέσα από τη χρήση -και την κατάχρηση- των κρατικών πόρων.
Το «σύστημα των λαφύρων» λειτουργούσε πλέον, κατά ένα μέρος, έξω από το νόμιμο πλαίσιο, και η πρόσβαση σε αυτό γινόταν ολοένα και πιο επιλεκτική. Όταν ήρθε στην επιφάνεια ο κραυγαλέος ή και άνομος πλούτος κυβερνητικών στελεχών και αξιωματούχων, δημιουργήθηκε χάσμα ανάμεσα στη βάση και την κορυφή του κόμματος. Από την ηθική κατάπτωση στη δημοσκοπική κατάρρευση η απόσταση δεν ήταν μεγάλη.
Έτσι, η Νέα Δημοκρατία κινδυνεύει στις επόμενες εκλογές να πέσει κάτω από το 35%, που αποτελούσε μέχρι σήμερα τον σκληρό πυρήνα της εκλογικής της δύναμης. Στην περίπτωση αυτή το μόνο ερώτημα είναι αν το ΠΑΣΟΚ θα έχει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή θα χρειασθεί και τη συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ. Στη δεύτερη περίπτωση η πίεση τουλάχιστον ενός μέρους των εκλογέων του ΣΥΡΙΖΑ για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ θα είναι μεγάλη.
Υπάρχει μόνον ένας αστάθμητος παράγων που αποτελεί και τη μεγάλη ευκαιρία της Νέας Δημοκρατίας και προσωπικά του πρωθυπουργού: η οικονομική κρίση. Αν καταφέρει να τη διαχειρισθεί με τέτοιον τρόπο ώστε οι συνέπειές της να μην είναι οδυνηρές για τη μεσαία τάξη και τους ασθενέστερους, θα μπορέσει να αντιμετωπίσει την επόμενη εκλογική αναμέτρηση με καλύτερους όρους. Αυτό σημαίνει ότι το συμφέρον της Νέας Δημοκρατίας είναι να διεξαχθούν οι εκλογές όσο το δυνατόν αργότερα, όχι πάντως πριν από τον Μάρτιο 2010, με αφορμή την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Εδώ όμως παρεμβάλλονται οι ευρωεκλογές του Ιουνίου 2009. Δεν αποκλείεται το αποτέλεσμά τους να είναι τέτοιο, ώστε να διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η κυβέρνηση δεν ανταποκρίνεται πλέον προς το λαϊκό αίσθημα.

18/11/08

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΗΡΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 18.11.2008

Το πολιτισμικό επίπεδο μιας κοινωνίας αναδεικνύεται σε σημαντικό βαθμό από τον τρόπο που αντιμετωπίζονται όσα μέλη της διαφέρουν ή μειονεκτούν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν επιδιώκεται, πραγματικά και όχι προσχηματικά, να διασφαλιστούν η ένταξη και η συμμετοχή στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή των συμπολιτών μας που μειονεκτούν. Δεν απαιτείται, ωστόσο, ενδελεχής έρευνα για να διαπιστωθεί ότι περίπου το 9% των κατοίκων της επικράτειας, που χαρακτηρίζονται ως άτομα με αναπηρία, παραμένει σε ένα ιδιότυπο καθεστώς κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά και –χυδαίου συχνά– κοινωνικού ρατσισμού.
Ποιος μπορεί να ισχυριστεί, για παράδειγμα, ότι ένας τυφλός ή ένας κινητικά ανάπηρος έχει πράγματι τη δυνατότητα να κυκλοφορήσει σήμερα στην Αθήνα χωρίς να αντιμετωπίσει ανυπέρβλητες δυσκολίες, είτε λόγω αρχιτεκτονικών ή κατασκευαστικών ατελειών είτε εξαιτίας της σώρευσης στα πεζοδρόμια ποικίλων εμποδίων; Ποια είναι τα αποτελέσματα αυτών των συνθηκών ως προς τη δυνατότητα των ατόμων με αναπηρία να εργαστούν, να εκπαιδευτούν, να αναπτύξουν κοινωνικές σχέσεις ή να ψυχαγωγηθούν; Τι συνεπάγεται για την προσωπικότητα και τη στάση των συγκεκριμένων συμπολιτών μας απέναντι στην αναπηρία τους το γεγονός ότι η πολιτεία και το κοινωνικό περιβάλλον αδιαφορούν για τον σεβασμό στοιχειωδών δικαιωμάτων τους; Είναι προφανές ότι οδηγούνται βαθμιαία προς τη λεγόμενη «μη ενταγμένη στάση», δηλαδή την αίσθηση απόρριψης και μειονεκτικότητας, την περιθωριοποίηση ή την γκετοποίηση, ως αποτέλεσμα ποικίλων προκαταλήψεων.
Οι συμπολίτες μας με αναπηρία δεν παύουν να αποτελούν φορείς προσωπικής ελευθερίας, αξιοπρέπειας και δημιουργικότητας. Το κράτος είναι, κατά το Σύνταγμα, υποχρεωμένο να μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη εις βάρος τους και να λαμβάνει θετικά μέτρα για την προώθηση της πραγματικής ισότητας. Η αποτελεσματικότητα των σχετικών δημόσιων πολιτικών αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης της επάρκειας της δημόσιας διοίκησης και της πολιτικής τάξης, που συνήθως θυμάται την αναπηρική κοινότητα είτε «επετειακά», την 3η Δεκεμβρίου, είτε προεκλογικά.
Τα άτομα με αναπηρία έχουν μεν ειδικές ανάγκες, όμως διαθέτουν ασφαλώς και ειδικές ικανότητες, τις οποίες αναπτύσσουν, με αξιοθαύμαστο τρόπο, ως μηχανισμούς αναπλήρωσης έναντι των πεδίων όπου υστερούν. Τα άτομα με αναπηρία δεν είναι ούτε κοινωνικοί παραβάτες, ούτε απόβλητοι, αλλά άνθρωποι που αποκλίνουν από έναν ιδεατό τύπο «μέσου ανθρώπου», ο οποίος στην πραγματικότητα δεν υφίσταται.
Τα άτομα με αναπηρία μάς διδάσκουν τη σημασία και την αξία της διαφορετικότητας σε κάποιες από τις πιο σκληρές εκφάνσεις της. Ο αποκλεισμός τους από την κοινωνική ζωή είναι ένδειξη πολιτισμικής υπανάπτυξης. Η ελλιπής εφαρμογή των δικαιωμάτων τους στην πράξη αποδεικνύει τα κενά του θεσμικού πλαισίου και του διοικητικού συστήματος, αλλά και τις επικίνδυνες ρωγμές στη λειτουργία της πολιτείας ως κοινωνικού κράτους δικαίου. Σε τελική ανάλυση, τεράστια σημασία για την κοινωνική ενσωμάτωση των ατόμων με αναπηρία έχει η αποκατάσταση του κοινωνικού τους κύρους και η αναγνώριση του ρόλου τους στην οργανωμένη κοινωνική συμβίωση.

17/11/08

ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 17.11.2008

Το αποτέλεσμα της προεδρικής εκλογής του Νοεμβρίου 2008 στις ΗΠΑ δημιούργησε μια αίσθηση ευφορίας σχεδόν σε όλη την υφήλιο και μεταξύ των άλλων και στη χώρα μας. Ωστόσο οι προσδοκίες που συνοδεύουν την εκλογή αυτή, για αλλαγή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, είναι μάλλον υπερβολικές.
Βέβαια η επικράτηση για πρώτη φορά ενός Αφροαμερικανού υποψηφίου είναι από μόνη της ιστορικό γεγονός, πολύ περισσότερο όταν αυτή γίνεται στη βάση ενός ριζοσπαστικού πολιτικού προγράμματος. Οι εξαγγελίες του προέδρου Ομπάμα, για μείωση της φορολογίας των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων, και αντίστροφα μεγαλύτερη φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων, για βελτίωση των δημόσιων παροχών υγείας, για περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κ.ά., συγκροτούν μια κατά κυριολεξία προοδευτική πρόταση εξουσίας. Η υλοποίησή τους πάντως δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του νέου ενοίκου του Λευκού Οίκου, αφού απαιτείται η συγκατάθεση του Κογκρέσου, ενώ η οικονομική συγκυρία είναι, ως γνωστό, ιδιαίτερα δυσμενής.
Όλα αυτά αφορούν όμως την εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ. Στις διεθνείς σχέσεις το περισσότερο που μπορεί να περιμένει κανείς είναι μια σχετική περιστολή της αμερικανικής επιθετικότητας, χωρίς όμως να μεταβάλλεται η βασική «λογική» της συμπεριφοράς τους, η οποία συνίσταται στη μονομερή επιβολή των συμφερόντων τους, ακόμη και με τη χρήση βίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο νέος πρόεδρος είχε αντιταχθεί το 2003 στην εισβολή στο Ιράκ, όχι επειδή αυτή παραβίαζε θεμελιώδεις κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά επειδή ήταν ένας «ανόητος» πόλεμος. Δεν επρόκειτο λοιπόν για αντίθεση αρχής, αλλά για διαφωνία σκοπιμότητας. Άλλωστε και στην προεκλογική του εκστρατεία ως υποψήφιος του «Δημοκρατικού Κόμματος», δεν απέκλεισε νέους επιθετικούς πολέμους στη διάρκεια της προεδρίας του, εφόσον θίγονται τα κατά την κρίση του ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα. Η διαφορά με την πολιτική της «ρεπουμπλικάνικης» κυβέρνησης Μπους είναι λοιπόν ποσοτική και όχι ποιοτική. Ας μην ξεχνούμε και τους εγκληματικούς βομβαρδισμούς αμάχων στη Σερβία το 1999, κατ εντολήν του «Δημοκρατικού» Κλίντον. Ένας καλύτερος κόσμος δεν μπορεί όμως να οικοδομηθεί παρά μόνο στη βάση της διεθνούς νομιμότητας και η βάση αυτή θα παραμένει σαθρή, τουλάχιστον για όσον καιρό η υπερδύναμη δίνει το κακό παράδειγμα, συμπεριφερόμενη ως αυτόκλητος διεθνής χωροφύλακας.
Σε ό,τι αφορά τα ελληνικού ενδιαφέροντος θέματα, τα περιθώρια αλλαγών είναι περιορισμένα. Η αναγνώριση της FYROM με το συνταγματικό της όνομα από τις ΗΠΑ είναι τετελεσμένο γεγονός, όπως και το σχέδιο Ανάν για την Κύπρο, οι (απαράδεκτες) προβλέψεις του οποίου θα επανέρχονται ούτως ή άλλως ως βάση των διαπραγματεύσεων. Σε όλα αυτά μια επίδειξη αμερικανικής «καλής θέλησης» ή μιας μεγαλύτερης κατανόησης των ελληνικών θέσεων θα είναι ασφαλώς χρήσιμη και ευπρόσδεκτη, αλλά το κρίσιμο ζήτημα είναι τελικά η δική μας πολιτική. Και για την αποτελεσματικότητα της τελευταίας δεν μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι, όσο υφίσταται το σημερινό οικογενειοκρατικό και διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας στη χώρα μας.

5/11/08

ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 5.11.2008

Το ελληνικό συνταγματικο-πολιτικό σύστημα, όπως διαμορφώθηκε κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, αποτελεί τυπικό παράδειγμα «πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού». Στα συστήματα του «πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού» οι εκλογές επιτρέπουν τον σχηματισμό μιας συμπαγούς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αποτελούμενης από ένα μόνον κόμμα, όταν το κομματικό σύστημα είναι δικομματικό, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, ή συνασπισμό κομμάτων, όταν το κομματικό σύστημα είναι διπολικό, όπως συμβαίνει τώρα στην Ιταλία. Αυτή η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στηρίζει την κυβέρνηση σε όλη τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου, εκτός εάν μεταβληθεί, μετά τις εκλογές, ο συσχετισμός των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, λόγω αποχώρησης ή διαγραφής βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος ή διάσπασής του ή διάλυσης του συνασπισμού των κομμάτων που κέρδισε τις εκλογές, οπότε διενεργούνται κατά κανόνα πρόωρες εκλογές.
Στα συστήματα αυτά, η κοινοβουλευτική πολιτική ευθύνη των μεμονωμένων υπουργών έχει στην πράξη πλήρως ατονήσει, τουλάχιστον όσον αφορά τον καταλογισμό της μέσα από την υποβολή πρότασης δυσπιστίας, αφού η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που στηρίζει την κυβέρνηση επιβεβαιώνει, θέλοντας και μη, την εμπιστοσύνη της προς τον υπουργό εναντίον του οποίου έχει κατατεθεί τέτοια πρόταση. Στην περίπτωση, μάλιστα, που ο πρωθυπουργός δεν προβαίνει ο ίδιος στον καταλογισμό της πολιτικής ευθύνης των υπουργών του, απομακρύνοντάς τους ή ζητώντας την παραίτησή τους, οι υπουργοί μπορούν να συνεχίσουν απερίσπαστοι να εκτίθενται σε συμπεριφορές που θέτουν ζήτημα πολιτικής ευθύνης, φοβούμενοι πλέον μόνον τον τυχόν καταλογισμό της από τους εκλογείς τους.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η μόνη αποτελεσματική μορφή πολιτικής ευθύνης των υπουργών είναι η «διάχυτη» πολιτική τους ευθύνη, δηλαδή εκείνη που καταλογίζεται σε αυτούς μέσα από την άσκηση της ελευθερίας της πολιτικής κριτικής από τα μέσα ενημέρωσης. Οταν η κριτική αυτή είναι αιτιολογημένη και ανταποκρίνεται προς το λαϊκό αίσθημα, μπορεί να επιφέρει τις ίδιες συνέπειες με την αποδοχή της πρότασης δυσπιστίας κατά ενός μεμονωμένου υπουργού, να προκαλέσει δηλαδή την παραίτησή του.
Η πρόσφατη ελληνική εμπειρία παρέχει μια σειρά από παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την υποκατάσταση της «τυποποιημένης» πολιτικής ευθύνης από τη «διάχυτη» πολιτική ευθύνη. Οι παραιτήσεις Τσιτουρίδη, Μαγγίνα, Βουλγαράκη και Ρουσόπουλου -ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες παραμέτρους της καθεμιάς από αυτές- υπήρξαν όλες αποτέλεσμα της ενεργοποίησης της «διάχυτης» πολιτικής ευθύνης, δηλαδή της «κυρωτικής» λειτουργίας της άσκησης της πολιτικής κριτικής από τα μέσα ενημέρωσης. Μπορούμε, λοιπόν, να αντιληφθούμε τη θεμελιώδη σημασία που έχει για την εφαρμογή του θεσμού της πολιτικής ευθύνης, ιδίως σε κοινοβουλευτικά συστήματα στα οποία έχουν χάσει κάθε αποτελεσματικότητα οι άλλες μορφές καταλογισμού της, ο σεβασμός της ελευθερίας και του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να επανεξετασθεί, μεταξύ άλλων, το ισχύον σύστημα αστικής ευθύνης των μέσων ενημέρωσης, με τα υψηλά κατώτατα χρηματικά όριά του, που λειτουργούν ως «φόβητρο» για την ελευθερία της πολιτικής πληροφόρησης και κριτικής.

4/11/08

ΛΙΣΤΑ ΚΑΙ ΗΓΕΣΙΕΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 4.11.2008

Εάν προκηρυχθούν βουλευτικές εκλογές προτού συμπληρωθούν 18 μήνες από τη διενέργεια των προηγούμενων, δηλαδή μέχρι τη 15η Μαρτίου 2009, τότε αυτές θα πραγματοποιηθούν με το σύστημα των δεσμευμένων συνδυασμών (λίστα). Ενα τέτοιο ενδεχόμενο δεν θεωρείται καθόλου απίθανο, λαμβανομένης υπόψη της οριακής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που διαθέτει η Νέα Δημοκρατία, σε ένα περιβάλλον αλλεπάλληλων σκανδάλων, οικονομικής κρίσης αλλά και «αντάρτικου» από την πλευρά αρκετών βουλευτών της. Αλλωστε, έχει αποτελέσει κατ επανάληψη αντικείμενο πολιτικής συζήτησης τους τελευταίους μήνες ότι η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες συνιστά κρυφό όπλο για τον πρωθυπουργό, προκειμένου να «εκκαθαρίσει» την Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ από τους διαφωνούντες βουλευτές.
Σύμφωνα, λοιπόν, με μια διαδεδομένη αντίληψη, τίθεται στη διακριτική ευχέρεια των κομματικών ηγεσιών να καταρτίσουν τις εκλογικές λίστες, χωρίς να δεσμεύονται από τη νωπή λαϊκή ψήφο με σταυροδοσία. Η αντίληψη αυτή είναι λανθασμένη τόσο από νομική όσο και από πολιτική άποψη. Στην εκλογική νομοθεσία προβλέπεται η λίστα ως εξαίρεση στον κανόνα του σταυρού προτίμησης, προκειμένου να μην επιβαρύνονται οι βουλευτές με συχνές εκλογικές αναμετρήσεις. Αντίθετα, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί σκοπό του εκλογικού νομοθέτη να καταστήσει τη λίστα μέσο χειραγώγησης των βουλευτών από τις κομματικές ηγεσίες. Στην αντίθετη εκδοχή, ο θεσμικός ρόλος των βουλευτών θα αλλοιωνόταν, αφού θα τελούσαν υπό καθεστώς έμμεσης απειλής ότι δεν θα συμπεριληφθούν σε εκλόγιμη θέση στους εκλογικούς συνδυασμούς.
Η ορθή ερμηνεία της ρύθμισης περί διενέργειας εκλογών με λίστα, όταν δεν έχει παρέλθει δεκαοκτάμηνο, είναι ότι η λίστα δεν καταρτίζεται αυθαίρετα από την κομματική ηγεσία, αλλά υποχρεωτικά ακολουθείται η σειρά εκλογής των βουλευτών και των επιλαχόντων στις προηγούμενες εκλογές. Τρεις εξαιρέσεις μπορούν να γίνουν δεκτές από αυτόν τον κανόνα. Πρώτον, οι βουλευτές Επικρατείας, που ούτως ή άλλως δεν έχουν εκλεγεί με σταυρό προτίμησης. Δεύτερον, προφανώς αποκλείονται από τα ψηφοδέλτια όσοι παραιτήθηκαν ή διαγράφηκαν από το κόμμα. Τρίτον, εάν συγκροτηθεί συνασπισμός κομμάτων ή νέο κόμμα η κατάρτιση των ψηφοδελτίων του νέου πολιτικού υποκειμένου δεν μπορεί παρά να είναι αντικείμενο εξ αρχής πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Η επιλογή από τον νομοθέτη του συστήματος του σταυρού προτίμησης οφείλεται κατ ουσίαν στην αναγνώριση του γεγονότος ότι στη χώρα μας τα πολιτικά κόμματα δεν είναι οργανωμένα κατά τρόπο ώστε να λαμβάνονται με δημοκρατικές διαδικασίες κρίσιμες αποφάσεις, όπως η κατάρτιση δεσμευμένων συνδυασμών. Η λίστα ενσωματώθηκε στο εκλογικό σύστημα ως εξαιρετική περίπτωση ακριβώς για να μην υπόκεινται οι βουλευτές στον «εκβιασμό» των πρόωρων εκλογών. Αυτός ο «εκβιασμός» επιτυγχάνεται, όμως, πολύ περισσότερο εφόσον γίνει δεκτό ότι η λίστα είναι αντικείμενο ανέλεγκτης επιλογής από τις κομματικές ηγεσίες. Δεν χωρεί συνεπώς αμφιβολία ότι η σειρά εκλογής στις πρόσφατες εκλογές πρέπει να αποτυπωθεί και στη λίστα. Μια διαφορετική εξέλιξη, που θα συνεπαγόταν άλλωστε δικαστικές και πολιτικές περιπέτειες, θα είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την παραποίηση της λαϊκής βούλησης, αλλά παράλληλα την περαιτέρω απαξίωση του κομματικού θεσμού και την αποδοκιμασία των κομματικών ηγεσιών. (Τις επόμενες ημέρες θα δημοσιευτεί εκτενής σχετική επιστημονική μελέτη του υπογράφοντος, από κοινού με τον Ανδρέα Λοβέρδο).

3/11/08

"ΜΑΥΡΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ" ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 3.11.2008

Η συνταγματική νομιμότητα έχει αρχίσει να παραβιάζεται στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό με ανησυχητική συχνότητα. Το τελευταίο κρούσμα ήταν τα συμβάντα της Παρασκευής 24ης Οκτωβρίου 2008, μιας ημέρας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «Μαύρη Παρασκευή» για τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό. Στην ημερομηνία αυτή είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί στην Ολομέλεια της Βουλής η πρόταση των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, κατά το άρθρο 86 παρ. 3 του Συντάγματος, για άσκηση δίωξης κατά δύο υπουργών και ενός υφυπουργού των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας, για ποινικά αδικήματα στο πλαίσιο των «ανταλλαγών» ακινήτων μεταξύ του Δημοσίου και της Μονής Βατοπεδίου. Προκειμένου να προχωρήσει η Βουλή στη συγκρότηση της προβλεπόμενης από την παραπάνω συνταγματική διάταξη επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης της κατηγορίας απαιτούνταν η απόλυτη πλειοψηφία, δηλαδή 151 βουλευτές, σε μυστική ψηφοφορία σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής.
Η ψηφοφορία αυτή ωστόσο ουδέποτε έλαβε χώρα, διότι νωρίτερα η κυβερνητική επιτροπή (!) αποφάσισε να απουσιάσει ολόκληρη η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας από τη συζήτηση και την ψηφοφορία. Το πρωτοφανές στα κοινοβουλευτικά μας χρονικά φαινόμενο της αποχώρησης της συμπολίτευσης (αφού στο παρελθόν είχαν αποχωρήσει σε κάποιες περιπτώσεις, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για κυβερνητικές πρακτικές, οι βουλευτές κομμάτων της αντιπολίτευσης) είχε ως αποτέλεσμα να μείνει στην αίθουσα αριθμός βουλευτών κάτω των 150 και έτσι να σταματήσει η διαδικασία. Πρόκειται βέβαια για ωμή και ανερυθρίαστη παραβίαση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Αντισυνταγματική ήταν, πρώτα απ όλα, η ανάμειξη της κυβερνητικής επιτροπής, αφού η τελευταία είναι ολιγομελές κυβερνητικό όργανο (αποτελούμενο από τον πρωθυπουργό και μερικούς υπουργούς), ενώ η διαδικασία της ποινικής ευθύνης των υπουργών είναι, κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, μια αμιγώς κοινοβουλευτική διαδικασία, η οποία μάλιστα στρέφεται κατά της κυβέρνησης.
Ουσιαστικά φθάσαμε έτσι στο σημείο ο ελεγχόμενος (δηλαδή η κυβέρνηση) να ματαιώνει εκ των προτέρων κάθε προοπτική και πιθανότητα να ελεγχθεί για όσα (δι)έπραξε. Αντισυνταγματική και αντίθετη στον Κανονισμό της Βουλής είναι περαιτέρω και η, με τον τρόπο αυτόν, καταστρατήγηση της μυστικότητας της ψηφοφορίας, αφού οποιοσδήποτε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας αποτολμούσε να παραστεί στη Βουλή θα στοχοποιούνταν και, κατά πάσα πιθανότητα, θα διαγραφόταν αμέσως από το κόμμα. Ετσι, αντί για ψήφο των βουλευτών κατά συνείδηση, όπως είναι επιβεβλημένη και κατοχυρωμένη σε μια τέτοια ποινικής φύσης διαδικασία, καταλήξαμε στην επιβολή κομματικής πειθαρχίας, με στόχο να διαφύγουν από τη δίωξη οι κατηγορούμενοι.
Με όλα αυτά αποδεικνύεται ότι ο πιο κρίσιμος ίσως για την αποτροπή της πολιτικής διαφθοράς συνταγματικός θεσμός, δηλαδή η ποινική ευθύνη των υπουργών, ουσιαστικά δεν λειτουργεί. Η λεηλασία της δημόσιας περιουσίας φαίνεται πως θα μείνει ατιμώρητη. Το χειρότερο όμως είναι ότι οι εξουσιαστές της χώρας αυτής δίνουν έτσι, πρώτοι αυτοί, το παράδειγμα της ανομίας στους πολίτες της. Ο ελληνικός δημόσιος βίος έχει εισέλθει σε μια πορεία εξευτελισμού, χωρίς ορατό τέλος.