23/9/08

ΤΟ "ΚΟΜΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΕΝΑ"
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 23.9.2008

Δεν είναι περίεργο που ενισχύεται διαρκώς το «Κόμμα του Κανένα». Το αίτημα για σεμνότητα και ταπεινότητα βουλιάζει κάτω από τις πιο απίθανες ανομίες. Η παράταξη που έθεσε ως κεντρικό σύνθημα τον ηθικό πόλεμο κατά της διαφθοράς φέρεται εμπλεκόμενη σε πάσης φύσεως σκάνδαλα, ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση δεν πείθει ότι οι λόγοι για τους οποίους αποδοκιμάστηκε εκλογικά έχουν πλέον εκλείψει. Τούτο καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις με χαμηλά ποσοστά των δύο κομμάτων εξουσίας. Ανάμεσα στη συγκυρία του 2004, όταν έπνεε τα λοίσθια η «οκταετία του εκσυγχρονισμού», και στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, δεν διαπιστώνεται όμως ως βασική διαφορά μόνο η έλλειψη πειστικής εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, αλλά και το ότι έχουν μεταστραφεί οι οικονομικοί δείκτες και κρίσιμες κοινωνικές συνιστώσες.
Σημαντικό είναι ιδίως ότι διευρύνθηκαν οι οικονομικές ανισότητες, ενώ περιορίστηκαν οι δημόσιες πολιτικές για την αναδιανομή του εισοδήματος. Μελέτες αποδεικνύουν τη συμπίεση των μεσαίων στρωμάτων και την αύξηση του ποσοστού των Ελλήνων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Η ακρίβεια, η υπερχρέωση και η υποαπασχόληση συγκροτούν τη μία όψη του προβλήματος. Την άλλη όψη συνιστά η μείωση των κρατικών δαπανών για συλλογικές υπηρεσίες που απευθύνονται πρωτίστως στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, όπως είναι οι υπηρεσίες υγείας, η εκπαίδευση και οι κοινωνικές υποδομές. Στις παραδοσιακές κατηγορίες των κοινωνικά αποκλεισμένων προστίθενται πλέον ομάδες «νεόπτωχων», που προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν μέσα στο νέο οικονομικο-κοινωνικό περιβάλλον. Στα προηγούμενα πρέπει να προστεθεί ένα επιπλέον δεδομένο, που δεν καταγράφεται μόνο στις έρευνες κοινής γνώμης, με τη μορφή της προτίμησης του «Κόμματος του Κανένα», αλλά είναι εμφανώς αντιληπτό στην καθημερινή ζωή. Πρόκειται για την οργή και την απόγνωση, την απουσία της προσδοκίας ότι η πολιτική τάξη διαθέτει εκείνες τις εφεδρείες που θα μπορούσαν να μεταστρέψουν την καθοδική οικονομική, πολιτική και ηθική πορεία. Αυτή η απελπισία δεν απέχει πολύ από το να μεταμορφωθεί σε καθολική αποδοκιμασία ενός πολιτικού-αναπτυξιακού μοντέλου που υποθάλπει τη διαφθορά και τη συνενοχή, εντείνει τις ανισότητες, εξουθενώνει κάθε προοπτική κοινωνικής κινητικότητας.
Τι μπορεί να σημαίνει λοιπόν η συνεχιζόμενη ενίσχυση του «Κόμματος του Κανένα», δηλαδή η αύξηση εκείνων που απαξιώνουν όλα τα πολιτικά κόμματα και τους αρχηγούς τους; Δύο σενάρια είναι πιθανότερα: είτε να αποτυπωθεί η αποδοκιμασία αυτή σε ένα ρεκόρ εκλογικής αποχής και άκυρων/λευκών ψηφοδελτίων, με σαφείς επιπτώσεις για τη νομιμοποίηση και το μέλλον των δύο κομμάτων εξουσίας, είτε να δημιουργηθεί ένας νέος, ενδιάμεσος πολιτικός σχηματισμός, που θα απορροφήσει τμήμα των απογοητευμένων ψηφοφόρων. Εάν μεν το νέο κομματικό μόρφωμα συγκροτηθεί από δοκιμασμένα στελέχη διαφόρων πολιτικών αποχρώσεων, τότε το στοίχημα θα είναι η υπέρβαση του χαρακτηρισμού τους ως «αποστατών» ή ως «αναλωθέντων».
Στην περίπτωση, πάλι, που ένα νέο κόμμα ιδρυθεί από καινούργια πρόσωπα, το ερώτημα είναι εάν θα συμβάλουν στην ανανέωση της πολιτικής ή θα αποδειχθούν μπερλουσκονικά κακέκτυπα, που απλώς θα εκμεταλλευθούν την αναξιοπιστία, την αναποτελεσματικότητα και τη (δια)φθορά των παλαιών πολιτικών δυνάμεων, όπως συνέβη στην Ιταλία μετά την επιχείρηση «Καθαρά Χέρια». Δεν αποκλείεται όμως και ένα άλλο σενάριο: από το «Κόμμα του Κανένα» να εκκολαφθεί ένα «αβγό του φιδιού», όπως συνέβη αρκετές φορές τον 20ό αιώνα, ιδίως σε περιόδους οικονομικής κρίσης και απαξίωσης της πολιτικής τάξης.

22/9/08

ΒΑΤΟΠΕΔΙ ΚΑΙ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 22.9.2008

Η «ανταλλαγή» οικοπέδων μεταξύ του κράτους και της Μονής Βατοπεδίου (ή μάλλον κατά του κράτους και υπέρ της Μονής) αποτελεί τον τελευταίο, προς το παρόν, κρίκο σε μια αλυσίδα σκανδάλων διασπάθισης του δημόσιου πλούτου που έχουν έρθει στη δημοσιότητα τα τελευταία χρόνια. Η Νέα Δημοκρατία κατέλαβε την εξουσία το 2004 καταγγέλλοντας ως διεφθαρμένες τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και επαγγελλόμενη την κάθαρση του δημόσιου βίου. Σήμερα καθίσταται πλέον πασιφανές ότι οι εξαγγελίες της αυτές ήταν κενές περιεχομένου, αν μη και συνειδητά παραπλανητικές. Η διαφθορά είναι βαθιά ριζωμένη στις δομές του πολιτικού μας συστήματος και η καταπολέμησή της θα προϋπέθετε μια συνολική ανατροπή και μετεξέλιξή του, όπως εκείνη που ακολούθησε την επανάσταση στο Γουδή και την έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου, πριν από περίπου έναν αιώνα (1909-1910).
Η ιδιαιτερότητα πάντως του σκανδάλου της Μονής Βατοπεδίου είναι ακριβώς το γεγονός ότι ο ωφελημένος σε βάρος της περιουσίας του κράτους, δηλαδή του ελληνικού λαού, δεν ήταν, όπως συνήθως, κάποιος ιδιώτης ή ένας επιχειρηματικός φορέας, αλλά ένα μοναστήρι του Αγίου Όρους, το οποίο εμφανίζεται ότι λειτούργησε με τη λογική αρπακτικού. Τίθεται λοιπόν επί τάπητος το θέμα της αμαρτωλής διαπλοκής μεταξύ κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, καθώς και της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ειδικά μάλιστα ορισμένες Μονές του Αγίου Όρους έχουν συσσωρεύσει επί εκατονταετίες τεράστια ακίνητη και άλλη περιουσία, που φαίνεται να τη χρησιμοποιούν για οτιδήποτε άλλο εκτός από κοινωφελείς αγαθοεργίες. Οι διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις (όπως άλλωστε και οι Οθωμανοί δυνάστες πριν από αυτές) ανέχθηκαν και ευνόησαν τον αδικαιολόγητο αυτόν, από άποψη χριστιανικής ηθικής και όχι μόνον, πλουτισμό των Μονών, χορηγώντας τους, μεταξύ άλλων, εξαιρετικά εκτεταμένες φοροαπαλλαγές με μια σειρά νομοθετημάτων. Κατά παγκόσμια, μάλιστα, πρωτοτυπία το ίδιο το ελληνικό Σύνταγμα, στο άρθρο 105 παρ. 5, κατοχυρώνει, χρησιμοποιώντας τον σεμνότυφο όρο «φορολογικά πλεονεκτήματα», την παραπάνω προνομιακή μεταχείριση. Το γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν με τόσο ευνοϊκό τρόπο τις οικονομικές αξιώσεις ανθρώπων που θα έπρεπε να είναι απαλλαγμένοι από υλικά πάθη, όπως οι αγιορείτες μοναχοί, τη στιγμή κατά την οποία οι ίδιες αυτές κυβερνήσεις συχνά αποκρούουν εύλογα αιτήματα πενόμενων κοινωνικών ομάδων με την επίκληση των δυσχερειών του προϋπολογισμού, είναι ένα ανοιχτό ερώτημα.
Ούτως ή άλλως, όμως, το διαχρονικό αυτό πολιτικό και εκκλησιαστικό σκάνδαλο πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Εφόσον οι μονές, ή και συγκεκριμένα πρόσωπα μέσα ή «κοντά» σ' αυτές, εννοούν να συμπεριφέρονται ως στυγνοί επιχειρηματίες, είναι απαράδεκτη η συνέχιση της φορολογικής ασυλίας τους. Πρέπει να αντιμετωπισθούν ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και να υπαχθούν σε φορολόγηση και φορολογικούς ελέγχους, όπως ισχύει για όλους. Ιδιαίτερα σήμερα, όταν το κράτος εξαπολύει ολόκληρη φοροεπιδρομή (τεκμήρια, κατάργηση αφορολόγητου για τους ελεύθερους επαγγελματίες κ.λπ.), προκειμένου να καλύψει τα ελλείμματά του, η φορολόγηση των μοναστηριών αποτελεί στοιχειώδη απαίτηση φορολογικής και κοινωνικής δικαιοσύνης.

10/9/08

ΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 10.9.2008

Φαίνεται να υπάρχει κάποια σύγχυση στην κυβέρνηση γύρω από την έννοια της πολιτικής ευθύνης. Η πολιτική ευθύνη είναι μια ιδιότυπη ευθύνη που υπερβαίνει τη νομική σφαίρα, μπορεί δηλαδή να υπάρχει από μόνη της, χωρίς να συνοδεύεται από νομική ευθύνη. Αυτό είναι το άλφα και το ωμέγα του συνταγματικού δικαίου. Ό,τι είναι νόμιμο, δεν είναι αυτομάτως και άμεμπτο ή ανεκτό, όταν αφορά πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων που ασκούν πολιτική εξουσία. Μάλιστα, οι πράξεις και οι παραλείψεις των προσώπων αυτών μπορούν να γίνουν αντικείμενο καταλογισμού πολιτικής ευθύνης, όχι μόνο όταν αφορούν την πολιτική αλλά και την ιδιωτική δραστηριότητά τους.
Ας περιοριστούμε εδώ στο τρέχον ζήτημα, δηλαδή την υπόθεση Βουλγαράκη, χωρίς να συζητήσουμε το ενδεχόμενο ύπαρξης νομικής ευθύνης λόγω παραβίασης του κοινοβουλευτικού ή υπουργικού ασυμβιβάστου. Ας δεχθούμε μάλιστα ότι τα ασυμβίβαστα αυτά δεν συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι όμως σύμφωνο με τη δημόσια ηθική, ένας εν ενεργεία υπουργός να προβαίνει σε επιχειρηματικές κινήσεις μέσω της σύστασης εμπορικών εταιρειών; Δεν εκτίθεται έτσι στην καχυποψία της κοινής γνώμης ότι μπορεί να επωφεληθεί, έστω έμμεσα, από το αξίωμά του, προκειμένου να αυξήσει την περιουσία του;
Αλλά και ο διορισμός του διαχειριστή μιας από τις ΕΠΕ του υπουργού στη θέση του προέδρου του ΝΑΤ δεν δημιουργεί δυσμενείς εντυπώσεις ή και υπόνοιες στην κοινή γνώμη; Ακόμη λοιπόν και αν η ιδιωτική - επιχειρηματική δραστηριότητα του συγκεκριμένου υπουργού είναι καθ όλα σύννομη, στην προκειμένη περίπτωση τίθεται αντικειμενικά ζήτημα πολιτικής ευθύνης.
Θεωρητικά, η ενεργοποίηση και ο καταλογισμός της πολιτικής ευθύνης ενός μεμονωμένου υπουργού μπορεί να γίνει με την υποβολή πρότασης δυσπιστίας εναντίον του, για την έγκριση της οποίας χρειάζονται τουλάχιστον 151 ψήφοι. Εάν γίνει δεκτή η πρόταση δυσπιστίας, ο υπουργός οφείλει να παραιτηθεί. Σε συστήματα πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, όπως το δικό μας, είναι μάλλον απίθανο η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που στηρίζει την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τον ελεγχόμενο υπουργό στην τύχη του. Άλλωστε, τυχόν αποδοχή της πρότασης δυσπιστίας θα οδηγούσε μάλλον με βεβαιότητα στην παραίτηση της κυβέρνησης, μολονότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει νομική υποχρέωσή της προς παραίτηση. Όμως, οι υπουργοί δεν είναι πολιτικώς υπεύθυνοι μόνο έναντι του Κοινοβουλίου αλλά και έναντι του πρωθυπουργού, ο οποίος τους επιλέγει και μπορεί ανά πάσα στιγμή να τους απομακρύνει ή να ζητήσει την παραίτησή τους.
Ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του στη ΔΕΘ προσέφερε πλήρη πολιτική κάλυψη στον υπουργό Ναυτιλίας, προσχωρώντας και αυτός στην άποψη ότι η πολιτική ευθύνη προϋποθέτει τη νομική ευθύνη. Το μήνυμα του πρωθυπουργού προς τους υπουργούς του είναι ότι θα πρέπει να έχουν καλούς νομικούς συμβούλους. Θα έπρεπε όμως να αντιληφθεί έγκαιρα, πριν έλθουν να το επιβεβαιώσουν οι δημοσκοπήσεις, ότι με την επιλογή του αυτή μείωσε πρωτίστως τη δική του πολιτική νομιμοποίηση, από την οποία εξαρτάται και η τύχη της Νέας Δημοκρατίας στις επόμενες εκλογές.

9/9/08

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 9.9.2008

Τι πολιτικές οφείλει να υιοθετήσει μια κυβέρνηση όταν διευρύνονται τα φαινόμενα φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης; Ποιες κρατικές παρεμβάσεις απαιτούνται όταν η πραγματική ανεργία εκτοξεύεται σε επίπεδα που απειλούν την κοινωνική συνοχή, η ακρίβεια γίνεται έντονα αισθητή στις μεσαίες τάξεις και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα διαβιούν σε συνθήκες που δεν χαρακτηρίζονται ως αξιοπρεπείς; Αν ληφθεί υπόψη ότι το Σύνταγμα επιτάσσει τη φορολογική δικαιοσύνη και κατοχυρώνει το κοινωνικό κράτος δικαίου ως θεμελιώδη αρχή που διέπει τη λειτουργία της πολιτείας, η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα προκύπτει αβίαστα: Απαιτείται δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, μέριμνα για τις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων.
Αντ’ αυτού όμως η κυβέρνηση ανακοινώνει δημοσιονομικές και φορολογικές επιλογές που δεν αρμόζουν σε ένα κοινωνικό κράτος δικαίου. Τη στιγμή που το ποσοστό των (κοινωνικά άδικων) έμμεσων φόρων στη χώρα μας κρίνεται ήδη υψηλό, επιλέγεται να αυξηθεί περαιτέρω. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η κατάργηση του αφορολόγητου για τους ελεύθερους επαγγελματίες, που συνεπάγεται ότι θα επιβαρυνθούν πρωτίστως εκείνοι που έχουν οριακά ετήσια εισοδήματα. Επ ονόματι της πάταξης της φοροδιαφυγής επιβάλλεται κεφαλικός φόρος ιδίως σε νέους ανθρώπους που επιχειρούν τα πρώτα τους βήματα στην άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος. Δεν πρόκειται όμως μόνο για παρεμβάσεις ασύμβατες προς την αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης, αλλά και για απροκάλυπτη παραδοχή της αναποτελεσματικότητας του κράτους. Πρόκειται για ομολογία της κυβέρνησης ότι οι εξαγγελίες περί πάταξης της φοροδιαφυγής δεν ήταν παρά κενή ρητορεία. Ακριβώς αυτή η αποτυχία αντιμετωπίζεται με αποφάσεις που πλήττουν τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικές τάξεις, ενώ επιφέρουν ασήμαντες απώλειες για τα υψηλά εισοδηματικά στρώματα.
Ένα κράτος που δεν διστάζει να «επιτίθεται» στους πιο αδύναμους, λες και εκείνοι είναι υπεύθυνοι για την αναποτελεσματικότητά του, δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως κράτος δικαίου, αλλά ως κράτος αδίκου. Όταν η κυβέρνηση δεν τηρεί όσα υποσχέθηκε για να λάβει τη λαϊκή εντολή, δεν μπορεί να θεωρείται αξιόπιστη. Ούτε κρίνεται ως ορθή μια φορολογική πολιτική, η οποία πορεύεται με στόχο να καλύψει πρόχειρα τα ελλείμματα που προκλήθηκαν από την αλόγιστη αύξηση των δαπανών του Δημοσίου, τις απίστευτες γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις και τις δυσλειτουργίες των μηχανισμών είσπραξης φόρων και εισφορών.
Τα νέα φορολογικά μέτρα επιβεβαιώνουν ότι σε μια σειρά δημόσιων πολιτικών η χώρα μας απομακρύνεται από επιλογές που να ανταποκρίνονται, έστω οριακά, στις επιταγές του Συντάγματος, αν και θεωρούνται σήμερα αυτονόητες σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Εν μέσω μιας εικονικής κατάστασης αφθονίας, η ελληνική κοινωνία βουλιάζει καθημερινά στη μιζέρια και την απογοήτευση. Όπως προκύπτει και από τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών, η απογοήτευση δεν αγγίζει την κυβέρνηση περισσότερο απ ό,τι την αξιωματική αντιπολίτευση, που θεωρείται εξίσου ανεπαρκής να προσφέρει λύσεις. Λαμβανομένου υπόψη του ελλείμματος του προγραμματικού λόγου των μικρότερων κομμάτων, το πολιτικό σύστημα φαίνεται να έχει εισέλθει σε βαθιά κρίση.

8/9/08

ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΩΝ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 8.9.2008

Στην ελληνική πολιτική επικαιρότητα της προηγούμενης εβδομάδας κυριάρχησαν, παράλληλα με τη σχεδιαζόμενη κυβερνητική φοροεπιδρομή σε βάρος κυρίως των μεσαίων και κατώτερων εισοδημάτων, οι καταγγελίες της αξιωματικής αντιπολίτευσης περί νοθείας στην ψηφοφορία της Βουλής, τον περασμένο Μάιο, σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος. Βέβαια η αναθεώρηση του 2008 ήταν τελικά εντελώς ανούσια, αφού περιορίστηκε σε ελάχιστες και μάλλον ασήμαντες τροποποιήσεις του ισχύοντος Συντάγματος, λόγω της αποχώρησης του ΠΑΣΟΚ από τη διαδικασία και της αδυναμίας να συγκεντρωθεί η απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των τριών πέμπτων (δηλαδή 180 βουλευτών). Παρά ταύτα κάθε συνταγματική αναθεώρηση δεν παύει να αποτελεί κορυφαία πολιτειακή διαδικασία και η ενδεχόμενη νόθευσή της συνιστά εξαιρετικά ανησυχητικό φαινόμενο συνταγματικής ανωμαλίας.
Το τι πραγματικά συνέβη αποτελεί αντικείμενο συνεχιζόμενης πολιτικής αντιδικίας και πάντως δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί με βάση απλές δημοσιογραφικές πληροφορίες, εφόσον δεν υπάρχει έγκυρη και ενδελεχής δικαστική διερεύνηση του θέματος. Τέτοια διερεύνηση δεν είναι όμως εφικτή, αφού το θέμα ανάγεται στα λεγόμενα interna corporis της Βουλής, δηλαδή στις εσωτερικές διαδικασίες της, για τις οποίες δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Ένας τέτοιος έλεγχος μπορούσε και έπρεπε να ανήκει στις αρμοδιότητες ενός ειδικού συνταγματικού δικαιοδοτικού οργάνου, όπως εκείνα που υπάρχουν στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συνήθως με την ονομασία Συνταγματικό Δικαστήριο (όπως π.χ. στη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία κ.ά.) ή κάποια άλλη παρεμφερή (π.χ. Συνταγματικό Συμβούλιο στη Γαλλία).
Η μη πρόβλεψη στο ισχύον Σύνταγμα ενός παρόμοιου δικαιοδοτικού οργάνου έχει ως συνέπεια ότι μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα, σχετικά με τον τρόπο ανάδειξης και άσκησης των αρμοδιοτήτων των κυριότερων κρατικών οργάνων, όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Βουλή και η κυβέρνηση, δεν μπορούν να αχθούν σε δικαιοδοτική κρίση, ώστε να εκτονωθεί η προκαλούμενη από αυτά πολιτική αντιπαράθεση. Παρόμοια ζητήματα είχαν αναφυεί πριν από τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975, όπως π.χ. η διαφωνία βασιλιά και πρωθυπουργού (Γεωργίου Παπανδρέου) για την ανάληψη από τον τελευταίο και του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, το 1965, αλλά εξακολούθησαν να ανακύπτουν και αργότερα, όπως π.χ. η περιβόητη «ψήφος Αλευρά» το 1985. Οι συνέπειες μπορούν να φθάσουν ενίοτε έως το σημείο της πολιτειακής κρίσης και, από την άποψη αυτή, είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι υφίσταται ένα σοβαρό έλλειμμα στο ελληνικό σύστημα παροχής δικαστικής προστασίας.
Είναι τελικά παράλογο υποθέσεις συχνά ήσσονος σημασίας, όπως π.χ. η αμφισβήτηση της νομιμότητας μιας ατομικής διοικητικής πράξης με ενδιαφέρον μόνο για ένα πρόσωπο, να μπορούν να κριθούν δικαστικά και να μην υφίσταται η ίδια δυνατότητα για μείζονα θέματα λειτουργίας του πολιτεύματος. Γι αυτό και είναι αναγκαία, στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση, η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο να μπορεί να επιλύει τέτοιες διαφορές και ακόμη να ακυρώνει τους αντισυνταγματικούς νόμους, τερματίζοντας έτσι την ανασφάλεια δικαίου που συνεπάγεται το ισχύον απαρχαιωμένο σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητάς τους.

5/9/08

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: ΕΥΚΑΙΡΙΑ Ή ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ;
Ναπολέων Μαραβέγιας
Βήμα Ιδεών, 5.9.2008

Η πλεονάζουσα ζήτηση βασικών αγροτικών προϊόντων, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης και της υιοθέτησης δυτικών διατροφικών συνηθειών σε χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία , καθώς και η υποχώρηση της προσφοράς λόγω της μείωσης της παραγωγής,(η οποία οφείλεται στην παρατεταμένη ξηρασία στην Αυστραλία, αλλά και στην αύξηση των εκτάσεων, που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων αντί τροφίμων, στις ΗΠΑ, στην Βραζιλία και σ’ άλλες χώρες) έχει οδηγήσει τους τελευταίους μήνες σε μεγάλη αύξηση των τιμών των προϊόντων αυτών. Προφανώς, ένα μέρος της αύξησης των τιμών οφείλεται και στην αύξηση του κόστους παραγωγής, λόγω της ραγδαίας αύξησης της τιμής του πετρελαίου, ενώ ένα ακόμη μέρος της αύξησης αυτής των τιμών οφείλεται και στην κερδοσκοπία σε παγκόσμια κλίμακα, όπως συμβαίνει συνήθως με τα προϊόντα των οποίων οι τιμές έχουν αυξητική τάση.
Η αύξηση των τιμών των βασικών αγροτικών προϊόντων, που συχνά ξεπερνά το 50% κατά μέσο όρο, έχει επιβαρύνει το κόστος διατροφής σε όλες τις χώρες του κόσμου με διαφορετική προφανώς ένταση. Στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που είναι καθαροί εισαγωγείς τροφίμων η κατάσταση, είτε λόγω της αύξησης των τιμών είτε λόγω ελλείψεων στην αγορά έχει προκαλέσει κοινωνικές εκρήξεις.
Όμως όπως ήδη αναφέρθηκε, η εξέλιξη των τιμών των βασικών τροφίμων συνδυαζόμενη προφανώς και με την αύξηση των τιμών του πετρελαίου έχει προκαλέσει πληθωριστικές πιέσεις και στις πλουσιότερες χώρες. Ειδικότερα στη χώρα μας, οι πληθωριστικές πιέσεις είναι εντονότερες λόγω των γνωστών ολιγοπωλιακών δομών της εγχώριας αγοράς, των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στο χώρο του εμπορίου αλλά και της πολύ υψηλότερης εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από το πετρέλαιο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ταυτόχρονα, η αύξηση του όγκου και των τιμών των εισαγωγών όχι μόνο πετρελαίου αλλά και τροφίμων έχει προκαλέσει τεράστια επιβάρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που έχει φθάσει πλέον στο 15% του ΑΕΠ έναντι 5% πριν από μερικά χρόνια. Είναι ίσως ενδιαφέρον να τονισθεί ότι η χώρα μας έχει γίνει πλέον μεγάλος εισαγωγέας αγροτικών προϊόντων δεδομένου ότι ο λόγος κάλυψης των εισαγωγών από εξαγωγές στον τομέα αυτό μόλις ξεπερνά το 50% έναντι 80-90% πριν από δέκα χρόνια.
Ας σημειωθεί ότι η υποχώρηση της ελληνικής αγροτικής παραγωγής σε απόλυτα μεγέθη δεν μπορεί να αποδοθεί στη μείωση του ενεργού αγροτικού πληθυσμού, δεδομένου ότι στη χώρα μας το ποσοστό παραμένει υψηλότερο από το μέσο ευρωπαϊκό όρο (περίπου 10% στην Ελλάδα έναντι 5% στην Ευρώπη 27). Η εξέλιξη αυτή είναι αποτέλεσμα της χαμηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας της αγροτικής παραγωγής, η οποία οφείλεται σε μια σειρά γνωστές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής αγροτικής οικονομίας.
Το υψηλό κόστος παραγωγής, λόγω της προβληματικής οργάνωσης και διαχείρισης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και του αναποτελεσματικού συνδυασμού των παραγωγικών συντελεστών (που συχνά οφείλεται στο χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης των αγροτών αλλά και στο μικρό μέγεθος του αγροτικού κλήρου, αποτελεί μαζί με την μέτρια ποιότητα ( σε σχέση με την τιμή) το βασικό παράγοντα που εξηγεί την αδυναμία διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγροτικής παραγωγής σε συνθήκες σχεδόν ελεύθερου πλέον διεθνούς εμπορίου. Βεβαίως, η κατάσταση αυτή επιβαρύνεται με τις αδυναμίες στο επίπεδο της μεταποίησης και της εμπορίας των αγροτικών προϊόντων όπου μόνο «νησίδες» εκσυγχρονισμού διακρίνονται μέσα στο πέλαγος των παραδοσιακών πρακτικών.
Το ερώτημα που προβάλει είναι αν η παγκόσμια διατροφική κρίση με την αύξηση των τιμών των τροφίμων που παρατηρείται διεθνώς εκτός από τα προβλήματα που προκαλεί στην ελληνική οικονομία, τα οποία ήδη σκιαγραφήθηκαν, μπορεί να αποτελέσει και μια ευκαιρία για την ελληνική αγροτική οικονομία και συνεπώς για την ελληνική οικονομία γενικότερα.
Δεδομένου ότι το βασικό πρόβλημα της έλλειψης διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγροτικής παραγωγής είναι το κόστος της (σε σχέση με την ποιότητα) και συνεπώς η ανάγκη για υψηλότερες τιμές στην αγορά (που θα καλύπτουν αυτό το κόστος), θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι στη σημερινή συγκυρία, όπου οι τιμές των αγροτικών προϊόντων έχουν αυξηθεί διεθνώς, η ελληνική αγροτική οικονομία θα μπορούσε να επωφεληθεί αυξάνοντας την παραγωγή της, αυξάνοντας τα μερίδια αγοράς στην εγχώρια την Ευρωπαϊκή και τη διεθνή αγορά και προκαλώντας έτσι μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας μας στον τομέα των τροφίμων.
Υπάρχουν, ωστόσο, δύο προϋποθέσεις: Πρώτη προϋπόθεση είναι, η ευνοϊκή αυτή συγκυρία να έχει διάρκεια. Δεύτερη προϋπόθεση είναι η ελληνική αγροτική οικονομία να επωφεληθεί μονιμότερα από αυτή την ευκαιρία. Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση, οι διεθνείς προβλέψεις θεωρούν ότι η κατάσταση αυτή θα έχει ορίζοντα δεκαετίας μέχρι η παραγωγή αγροτικών προϊόντων (δημητριακών κυρίως) να αυξηθεί ώστε να καλύψει την αυξανόμενη ζήτηση. Σ’ αυτό προφανώς θα συμβάλει η παραγωγή γενετικά τροποποιημένων αγροτικών προϊόντων, η οποία προβάλει πλέον ως αναπόφευκτη λύση μ’ όλους τους κινδύνους που ενδεχομένως περικλείει.
Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή υπόκειται σε μια σειρά άλλων προϋποθέσεων. Η ελληνική αγροτική οικονομία μπορεί να επωφεληθεί σε μονιμότερη βάση, αν η δυνατότητα που έχει να παράγει σε υψηλότερες τιμές στη χρονική περίοδο που διαρκεί η σημερινή συγκυρία, δεν χρησιμοποιηθεί απλώς ως μια παράταση για την επιβίωση των σημερινών δομών του αγροτικού τομέα. Τέτοιες παρατάσεις επιβίωσης των παραδοσιακών δομών της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, έχουν υπάρξει και στο παρελθόν, ιδίως μετά την ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ε. και την γενναιόδωρη εφαρμογή της ΚΑΠ στη δεκαετία του ’80, οι οποίες και οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση .
Η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία για την ελληνική αγροτική οικονομία μπορεί να αντισταθμίσει τις αρνητικές επιπτώσεις της συγκυρίας αυτής για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, μόνο στο μέτρο που τόσο οι αγρότες-παραγωγοί , όσο και οι δημόσιες αρχές σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, αντιληφθούν ότι πρόκειται για μια ευνοϊκή χρονική περίοδο που και αυτή θα τελειώσει και ότι πρέπει έστω ως τελευταία ευκαιρία να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές θεσμών και συμπεριφορών προκειμένου να βελτιωθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων.

27/8/08

Η ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 27.08.2008

Στις εκλογές του 2004 η Νέα Δημοκρατία επαγγέλθηκε την επανίδρυση του Κράτους. Τεσσεράμισι χρόνια μετά είναι πλέον φανερό ότι αυτό που κυρίως την ενδιέφερε ήταν η «επανακατάληψη» του Κράτους και η χρησιμοποίησή του για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Οι επεμβάσεις στη Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη, που δεν ήταν σπάνιες κατά την περίοδο των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, αυξήθηκαν και κορυφώθηκαν κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπόθεση Παυλίδη, η οποία φανέρωσε όχι μόνο την αυθαιρεσία του συστήματος της κομματικής διοίκησης, αλλά και την εισχώρηση κομματικού πνεύματος στη δικαστική διαχείριση υποθέσεων πολιτικού ενδιαφέροντος.
Πέρα όμως από αυτό ή το άλλο ειδικό γεγονός, θα πρέπει ίσως να δεχθούμε ότι κάθε κόμμα που κυβερνά τείνει να εξέλθει από τον κύκλο της συνταγματικής του αποστολής, που είναι η διεύθυνση της γενικής πολιτικής της χώρας (άρθρο 82 παρ. 1 Συντ.), και έχει τη ροπή να ασκεί επίδραση στη διοίκηση και τη Δικαιοσύνη με σκοπό να διατηρήσει και να επεκτείνει τη δύναμή του. Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η αντιμετώπιση του κινδύνου των κομματικών καταχρήσεων δεν είναι μόνο ηθικό ή πολιτικό ζήτημα, είναι προπάντων ζήτημα δημοσίου δικαίου. Μάλιστα, όταν το κακό υπερβεί κάποιο βαθμό και προσλαμβάνει αφόρητες διαστάσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα, είναι ίσως ευκολότερο να αρχίσει η προσπάθεια για τη θεραπεία του. Έτσι, νομίζω ότι έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για να συγκροτηθεί μια ευρεία συμμαχία πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων με κεντρικό αίτημα την «αποκομματικοποίηση» του Κράτους. Για να πραγματοποιηθεί το αίτημα αυτό είναι απαραίτητες οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις και στις τρεις παραδοσιακές εξουσίες του Κράτους, στη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική.
Στο επίπεδο της νομοθετικής λειτουργίας, το ζητούμενο είναι η χειραφέτηση της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας από τον ασφυκτικό κομματικό έλεγχο. Δεν μπορεί να υπάρχει ζωντανό Κοινοβούλιο χωρίς κάποια αυτονομία του από τα κόμματα. Αυτό προϋποθέτει αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί θεσμικά η δημοκρατική λειτουργία των κοινοβουλευτικών ομάδων και να διασφαλισθεί σε κάποιο βαθμό η αυτονομία των μεμονωμένων βουλευτών έναντι των κοινοβουλευτικών τους ομάδων αλλά και αυτών των τελευταίων έναντι των κομμάτων τους.
Στο επίπεδο της Δημόσιας Διοίκησης πρέπει να μειωθεί δραστικά ο αριθμός των δημοσίων θέσεων που διανέμονται εν είδει ανταμοιβής σε στελέχη, φίλους και θεράποντες του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος. Κυρίως όμως πρέπει να καταργηθούν όλες οι διατάξεις που επιτρέπουν την παράκαμψη του ΑΣΕΠ στις διαδικασίες προσλήψεων στον δημόσιο τομέα. Τέλος, στο επίπεδο της Δικαιοσύνης η πείρα απέδειξε ότι το άρθρο 90 παρ. 5 Συντ. που προβλέπει την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο, χρησιμοποιείται συνήθως για την επιλογή όχι των καλύτερων δικαστών αλλά των κομματικά αρεστών, από τους οποίους αναμένεται να επιδείξουν κάποια επιμέλεια για τα συμφέροντα του κυβερνώντος κόμματος. Αν χρειάζεται μια νέα συνταγματική αναθεώρηση, είναι κυρίως για να καταργηθεί η διάταξη αυτή.

26/8/08

"ΑΝΤΑΡΣΙΕΣ" ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΝΤΟΛΗ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 26.08.2008

Τις τελευταίες εβδομάδες εντάθηκαν τα φαινόμενα δημόσιας διαφοροποίησης βουλευτών, και των δύο κομμάτων εξουσίας, από τις επίσημες κομματικές θέσεις. Οι διαφοροποιήσεις αυτές θα κλιμακώνονται όσο συνεχίζει να φθίνει η εκλογική δύναμη των μεγάλων κομμάτων. Για την κυβέρνηση, που διαθέτει οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κάθε δήλωση των «ανταρτών» βουλευτών της εμφανίζεται ως απειλή για την κυβερνητική σταθερότητα. Από την άλλη πλευρά, οι αποκλίσεις που καταγράφονται σε επιμέρους θέματα από αρκετούς βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέναντι στις επιλογές ή στις ανακοινώσεις της κομματικής ηγεσίας τροφοδοτούν μία συνεχή συζήτηση σχετικά με την πολιτική ικανότητα του κόμματος να διεκδικήσει την εξουσία.
Η αντίδραση των κομματικών ηγεσιών, τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΠΑΣΟΚ, συνίσταται στην άμεση ή έμμεση διάχυση της απειλής διαγραφών προς τους διαφωνούντες βουλευτές, ως δείγματος αρχηγικής πυγμής και ως μέσου διαφύλαξης της κομματικής πειθαρχίας. Για τον πρωθυπουργό μία απόφαση διαγραφής ασφαλώς εμπεριέχει υψηλό βαθμό ρίσκου, τη στιγμή που το κόμμα του διαθέτει μόλις 152 βουλευτές, ενώ ταυτόχρονα εκκρεμούν σοβαρά σκάνδαλα στα οποία κατηγορούνται ως εμπλεκόμενοι βουλευτές της πλειοψηφίας. Από την πλευρά του ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν δίστασε να διαγράψει τον πρώην πρωθυπουργό Κ. Σημίτη, με μία θεσμικά πρωτοφανή απόφαση, επειδή διατύπωσε διαφορετική γνώμη σε ένα ζήτημα «υψηλής πολιτικής», προφανώς με σκοπό να προειδοποιήσει τους βουλευτές που εκφράζουν ελεύθερα τις τυχόν διαφορετικές τους θέσεις. Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω είναι ότι τείνει πλέον να επικρατήσει μία στρεβλή αντίληψη περί υποχρέωσης των βουλευτών να χειροκροτούν πειθήνια κάθε πράξη, παράλειψη και δήλωση των κομματικών ηγεσιών ή, τουλάχιστον, να σιωπούν. Η δημόσια διατύπωση μίας άλλης άποψης θεωρείται, κατά την αντίληψη αυτή, ως ατόπημα που ευλόγως θα επέσυρε τη διαγραφή από την Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Ανάμεσα στις ποικίλες θεσμικές και πολιτικές παθογένειες που συνοδεύουν την εντεινόμενη κρίση του πολιτικού συστήματος φαίνεται, λοιπόν, να εγκαθιδρύεται ένας νέου τύπου «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός», που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν ίδιον μόνο της κομμουνιστικής Αριστεράς. Έτσι αναιρείται άλλωστε και η συνταγματική επιταγή της ελεύθερης εντολής, που κατοχυρώνει την κατά συνείδηση γνώμη και ψήφο των βουλευτών. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η διαφοροποίηση του βουλευτή σε μείζονος σημασίας ζητήματα, όπως είναι, παραδείγματος χάριν, η ψήφιση του προϋπολογισμού, στερείται συνεπειών ως προς τη σχέση του με το κόμμα. Όμως, αποτελεί θεσμική και πολιτική έκπτωση να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό ατόπημα ο ανοικτός δημόσιος διάλογος, ειδικά όταν μετέχουν σε αυτόν πρόσωπα περιβεβλημένα με την εμπιστοσύνη των πολιτών. Η επιχειρούμενη φίμωση των βουλευτών υπό την απειλή της διαγραφής και, κατ επέκταση, του αποκλεισμού τους από τα ψηφοδέλτια του κόμματος στις επόμενες εκλογές, συνιστά στρέβλωση του πολιτικού συστήματος που, σε συνδυασμό με τα σοβαρά ελλείμματα εσωκομματικής δημοκρατίας, ενισχύει την υποβάθμιση της πολιτικής ζωής και την αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική.

25/8/08

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΗΠΑ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 25.08.2008

Ο όρος «αυτοκρατορία του κακού» (Evil Empire) χρησιμοποιήθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν, τη δεκαετία του 1980, στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής ρητορικής του για να χαρακτηρίσει την τότε Σοβιετική Ένωση. Αν υπάρχει σήμερα κάποιος που να αξίζει τον παραπάνω χαρακτηρισμό, αυτός είναι το πολιτικό σύστημα των ίδιων των ΗΠΑ, όπως επιβεβαιώνει ο ρόλος του στην τελευταία κρίση του Καυκάσου. Το ισχυρότερο κράτος του κόσμου, αντί να δίνει το παράδειγμα μιας συμπεριφοράς σύμφωνης με το διεθνές δίκαιο, δρα ως διεθνής ταραχοποιός, πότε με τυχοδιωκτικές κατακτητικές περιπέτειες τύπου Ιράκ, πότε με δολοφονικούς βομβαρδισμούς αμάχων, όπως στη Σερβία το 1999, και πότε υποκινώντας τρίτους σε παιχνίδια πολέμου, όπως τώρα στον Καύκασο.
Οι ΗΠΑ ενορχήστρωσαν την άνοδο στην εξουσία, πριν από λίγα χρόνια, του σημερινού προέδρου της Γεωργίας και υποστηρίζουν παντοιοτρόπως το αυταρχικό καθεστώς του. Μεταξύ άλλων, εξόπλισαν και εκπαίδευσαν τον στρατό της Γεωργίας, ο οποίος εισέβαλε, την ημέρα της έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2008, στην αποσχισθείσα de facto πριν από 15 χρόνια επαρχία της Νότιας Οσετίας.
Ο πραγματικός σκοπός της εισβολής δεν ήταν, βέβαια, η κατάληψη της μικρής και καθεαυτής ασήμαντης, ορεινής εκείνης περιοχής, αφού πρόκειται για ρωσικό προτεκτοράτο και ο στρατιωτικός συσχετισμός μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας είναι συντριπτικός σε βάρος της δεύτερης. Ο πραγματικός σκοπός ήταν προφανώς να παρασυρθεί η Ρωσία, αντιτιθέμενη, στην κατοχή ολόκληρης της Γεωργίας, ώστε να απομονωθεί διεθνώς και να εμπλακεί σε έναν ατέρμονα ανταρτοπόλεμο, όπως η τέως Σοβιετική Ενωση στο Αφγανιστάν. Ωστόσο, η ρωσική ηγεσία δεν ενέδωσε στον πειρασμό και έτσι το μόνο που απομένει στον πολεμοκάπηλο πλανητάρχη και τους Ευρωπαίους υποτακτικούς του είναι να κλαυθμυρίζουν για τη (χαμένη προ πολλού) εδαφική ακεραιότητα της Γεωργίας.
Και, όμως, οι ίδιοι πριν από λίγους μήνες ολοκλήρωσαν τον εδαφικό ακρωτηριασμό της Σερβίας, αναγνωρίζοντας και επίσημα την απόσχιση του ΝΑΤΟϊκού προτεκτοράτου του Κοσόβου. Η υποκρισία αποτελεί, άλλωστε, πάγιο χαρακτηριστικό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Έτσι, π.χ., ενώ το υπουργείο Εξωτερικών της Υπερδύναμης συντάσσει ετήσιες εκθέσεις για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε καθεμιά από τις υπόλοιπες χώρες, οι ίδιες οι ΗΠΑ δεν έχουν επικυρώσει σειρά σημαντικών σχετικών διεθνών συμβάσεων και δεν αναγνωρίζουν τη δικαιοδοσία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβιάσεις των Δικαιωμάτων αυτών στο εσωτερικό τους, ούτε και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για εγκλήματα πολέμου των στρατιωτικών.
Θα ήταν ευκταίο, προκειμένου να υπάρξει ένας πιο ισορροπημένος πλανητικός συσχετισμός δυνάμεων και να ενισχυθεί έτσι η διεθνής σταθερότητα, να μετασχηματιστεί η ΕΕ τις επόμενες δεκαετίες σε ένα μικρότερο και πιο συνεκτικό μόρφωμα, και να αποκτήσει πραγματική ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ. Διαφορετικά, η άνευ όρων πρόσδεση στο αμερικανικό άρμα θα έχει ολοένα και πιο οδυνηρές συνέπειες για τις ευρωπαϊκές χώρες μέσα σε συνθήκες εντεινόμενης, ούτως ή άλλως, κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού.

13/8/08

ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 13.08.2008

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες θεωρείται περίπου αυτονόητο ότι ο νομοθέτης έχει μια σχεδόν απεριόριστη ελευθερία ρύθμισης του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους, που μπορεί να φθάσει μέχρι και στην πλήρη απαγόρευση του καπνίσματος, ακόμη και στα μπαρ, τα εστιατόρια και τις ταβέρνες, τα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης, ενδεχομένως και στις πλατείες, τα πάρκα ή τις παραλίες. Έχει δηλαδή επικρατήσει η αντίληψη ότι το δικαίωμα στην υγεία των μη-καπνιστών διαθέτει μια απόλυτη προτεραιότητα απέναντι στην ελευθερία του καπνίσματος. Από τη στιγμή που ο νομοθέτης αποφασίσει να περιορίσει ή και να απαγορεύσει την ελευθερία του καπνίσματος, καμιά αμφισβήτηση δεν προβάλλεται ως προς τη συνταγματική νομιμότητα των παρεμβάσεών του. Την αντίληψη ότι η ελευθερία του καπνίσματος στερείται συνταγματικής προστασίας υιοθετεί και το νομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας, το οποίο, μεταξύ άλλων, υποχρεώνει τους ιδιοκτήτες μπαρ, εστιατορίων, ντισκοτέκ κ.λπ. να διαθέτουν ειδικούς κλειστούς χώρους για τους καπνιστές, ρύθμιση που θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2010.
Η πρόσφατη απόφαση (30.7.2008) του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε ως αντισυνταγματική την απόλυτη απαγόρευση του καπνίσματος στα μικρά μπαρ -τα περίφημα eckkneipen-, που δεν μπορούσαν να έχουν ειδική αίθουσα για τους καπνιστές, ανέδειξε και μια άλλη πλευρά του ζητήματος που αφορά την επαγγελματική ελευθερία. Η επιχειρηματολογία του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και από τον Ελληνα νομοθέτη, έτσι ώστε να υπάρξει ειδική ρύθμιση για τα μπαρ ή τα εστιατόρια τα οποία έχουν μόνο μια μικρή αίθουσα, και θα αναγκαστούν να απαγορεύσουν πλήρως το κάπνισμα στον χώρο αυτό, χάνοντας τους καπνιστές πελάτες τους.
Οι οργανωμένες κοινότητες των καπνιστών στον ευρωπαϊκό χώρο χαιρέτισαν την απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου ως μια νίκη της ελευθερίας του καπνίσματος. Τα επιχειρήματα όμως των δικαστών της Καρλσρούης στηρίζονται αποκλειστικά στην επαγγελματική ελευθερία και όχι στην ελευθερία του καπνίσματος. Θα περίμενε κανείς από το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο να αναδείξει και τη συνταγματική διάσταση της ελευθερίας του καπνίσματος. Το κάπνισμα μπορεί να βρει συνταγματική προστασία στο δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, το οποίο κατοχυρώνεται τόσο στο γερμανικό όσο και στο ελληνικό Σύνταγμα.
Η αναγνώριση ενός συνταγματικού θεμελίου της ελευθερίας του καπνίσματος δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί να θεσπίσει περιορισμούς και απαγορεύσεις που αποσκοπούν στην προστασία του δικαιώματος στην υγεία των μη-καπνιστών, από τη στιγμή μάλιστα που έχουν πιστοποιηθεί επιστημονικά οι βλαπτικές συνέπειες του παθητικού καπνίσματος. Η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη θα πρέπει όμως να υπακούει σε κριτήρια ορθολογικότητας και αναλογικότητας, έτσι ώστε σε ορισμένους δημόσιους χώρους, όπως στα μπαρ, τα εστιατόρια και τα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης, να αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των ιδιοκτητών η δυνατότητα να απαγορεύσουν, να περιορίσουν ή να επιτρέψουν το κάπνισμα. Έτσι, τόσο οι καπνιστές όσο και οι μη-καπνιστές θα έχουν δικαίωμα επιλογής.

12/8/08

ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 12.08.2008

Τη στιγμή που οι τιμές του πετρελαίου καλπάζουν, θα ήταν αναμενόμενο να ενθαρρυνθούν και να επιταχυνθούν από την πολιτεία οι πρωτοβουλίες και οι παρεμβάσεις που αφορούν εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Δεν είναι άλλωστε μόνο οικονομικά-ενεργειακά τα επιχειρήματα υπέρ των εναλλακτικών ενεργειακών πηγών, αλλά πρωτίστως περιβαλλοντικά. Κι όμως, ακριβώς σε μια περίοδο που τα προβλήματα της ενέργειας και της οικολογικής καταστροφής εμφανίζονται παγκοσμίως ως οι μείζονες προκλήσεις για τις επόμενες δεκαετίες, το ελληνικό κράτος επιδεικνύει πρωτοφανή αδυναμία ακόμη και να εφαρμόσει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο.
Συμπληρώθηκαν αυτές τις μέρες δύο χρόνια από την ψήφιση του νόμου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που αποσκοπούσε στην επιτάχυνση της ανάπτυξής τους. Αντί να επιτευχθεί ωστόσο ο στόχος αυτός, οι γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες χαρακτηρίζονται ως πρωτοφανείς. Ενώ στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες οι σχετικές διαδικασίες προωθούνται με ταχύτατους ρυθμούς, η Ελλάδα κατατάσσεται, με βάση έρευνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στη δεύτερη χειρότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ζήτημα της διοικητικής αποτελεσματικότητας ως προς την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στην Ελλάδα, χώρα του ήλιου και των ανέμων, εγκαταστάθηκαν κατά την τελευταία διετία 327 μεγαβάτ ανανεώσιμων πηγών, ενώ ως προς την ηλεκτροπαραγωγή από γεωθερμία η χώρα μας πέτυχε το απόλυτο μηδέν. Την ίδια ώρα η ΔΕΗ επιχειρεί με παραδοσιακές, κοστοβόρες και περιβαλλοντοκτόνες τεχνολογίες να καλύψει τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες, ως αποτέλεσμα της απουσίας ενός συνεκτικού ενεργειακού σχεδιασμού και, ευρύτερα, ενός ορθολογικού και περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένου μοντέλου ανάπτυξης από την πλευρά της πολιτείας.
Ενδεικτικές είναι οι επιδόσεις στα φωτοβολταϊκά, όπου ο χρόνος έγκρισης της παραγωγής μικρών συστημάτων, που προβλέπεται να μην υπερβαίνει τις δέκα ημέρες, στην πράξη υπολογίζεται λόγω των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων σε αρκετούς μήνες. Στα γραφεία της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας έχουν σωρευτεί χιλιάδες αιτήσεις για άδειες παραγωγής φωτοβολταϊκών συστημάτων, των οποίων η αξιολόγηση δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών. Εύλογη είναι η αγανάκτηση των υποψήφιων επενδυτών, που έχουν δαπανήσει συνολικά τουλάχιστον 50 εκατ. ευρώ σε μελέτες, ασφαλιστικές εισφορές κ.λπ., χωρίς να καθίσταται προβλέψιμο εάν και πότε θα κατορθώσουν να ασκήσουν επιχειρηματική δραστηριότητα στο πεδίο των ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών. Ανάλογη είναι η εικόνα και στην αιολική ενέργεια, όπου οι νέες διαδικασίες και τα πρόσθετα διοικητικά βάρη συνεπάγονται αύξηση του μέσου χρόνου για την έκδοση άδειας εγκατάστασης κατά είκοσι δύο επιπλέον μήνες.
Η πολιτεία όχι μόνο δεν έχει θεσπίσει επαρκή κίνητρα για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά με τις απίστευτες διοικητικές επιβαρύνσεις και τις χρονοβόρες διαδικαστικές εμπλοκές αποθαρρύνει τόσο τους μεγάλους επενδυτές όσο και εγχειρήματα σε νέες τεχνολογίες που αφορούν τον οικιακό τομέα. Οι γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες επενεργούν ως μηχανισμός στρέβλωσης των αγορών, ενισχύουν τη διαφθορά και την ακρίβεια, δυσχεραίνουν την προστασία του περιβάλλοντος. Οι εκκλήσεις των περιβαλλοντικών οργανώσεων παραμένουν αναπάντητες από τους αρμοδίους. Αποτελεί λοιπόν επιτακτική ανάγκη να δραστηριοποιηθεί περαιτέρω, με κάθε θεμιτό μέσο, η κοινωνία πολιτών, για να αποτρέψει τη διαιώνιση αυτού του ενεργειακού και περιβαλλοντικού παραλογισμού.

11/8/08

Η ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.08.2008

Οι επικείμενες απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο «κοινοτήτων» για την επίλυση του Κυπριακού αποτελούν ίσως την τελευταία ευκαιρία για τη μερική έστω ανατροπή των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής του 1974. Είναι φανερό πως μια νέα αποτυχία, όπως αυτή στην οποία οδηγήθηκε το σχέδιο Ανάν το 2004, θα έχει αυτή τη φορά ως αποτέλεσμα την οριστική αλλαγή στάσης της διεθνούς κοινότητας και την αναγνώριση του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους από μεγάλο αριθμό κρατών.
Ωστόσο, οι θέσεις με τις οποίες, σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, προσέρχονται οι δύο πλευρές στις συνομιλίες δεν δικαιολογούν καμία αισιοδοξία. Ο μέσος όρος μεταξύ των θέσεων αυτών, όπου είναι λογικό να καταλήξει (αν καταλήξει) πάνω- κάτω η διαπραγμάτευση, ισοδυναμεί με μια ελαφρά παραλλαγή του σχεδίου Ανάν, ελαφρώς βελτιωμένου στην καλύτερη περίπτωση και ελαφρώς επιδεινωμένου στη χειρότερη. Μια «λύση» αυτής της μορφής, όμως, δεν είναι απλά κακή αλλά και μακροπρόθεσμα επικίνδυνη για την ίδια την επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού. Πολύ συνοπτικά μπορεί να επισημανθεί ότι, με αντίτιμο την επιστροφή ενός μικρού μέρους των κατεχόμενων, οι δήθεν Τουρκοκύπριοι (στην πραγματικότητα κατά πλειοψηφία Τούρκοι έποικοι) θα καταστούν συγκύριοι της κυπριακής Δημοκρατίας και συγκυρίαρχοι ολόκληρου του νησιού. Ο νέος αυτός «συνεταιρισμός» θα είναι όμως ετεροβαρής, αφού εκ των πραγμάτων οι Ελληνοκύπριοι, με τα υψηλότερα εισοδήματά τους, θα είναι οι σχεδόν αποκλειστικοί χρηματοδότες του κοινού κράτους. Έτσι το τελευταίο θα λειτουργεί de facto ως μηχανισμός οικονομικής αναδιανομής υπέρ των Τούρκων και σε βάρος των Ελλήνων, αλλά και πολιτικής καταπίεσης των τελευταίων από τους Ιρώτους.
Φοβάμαι ότι το σχήμα αυτό θα αποδειχθεί βραχύβιο. Η πρόσφατη διεθνής εμπειρία μάς διδάσκει ότι κρατικοί σχηματισμοί με παρόμοια χαρακτηριστικά παρουσιάζουν εγγενείς τάσεις κατάρρευσης, ακόμη και όταν πρόκειται για λαούς με κοινή ιστορία, όπως οι Φλαμανδοί και οι Βαλλόνοι στο Βέλγιο ή οι λαοί της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πολύ πιο επικίνδυνο να καταρρεύσει θα είναι το νέο κυπριακό «κράτος» (στην πραγματικότητα, ένωση προτεκτοράτων της Τουρκίας και της Ελλάδας, αφού μόνο δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν στο νησί), όπου υπάρχει η γνωστή αιματηρή διένεξη εδώ και πολλές δεκαετίες και τεράστιο πολιτισμικό, οικονομικό και κοινωνικό χάσμα μεταξύ δύο διαφορετικών πια λαών. Το τελικό επακόλουθο της κατάρρευσης, λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική θέση της Κύπρου και το καταθλιπτικό δημογραφικό και πολιτικοστρατιωτικό βάρος της «προστάτιδας» Τουρκίας, ενδέχεται να είναι η προσφυγοποίηση του κυπριακού ελληνισμού.
Αν υπήρχε πολιτικός ρεαλισμός, θα έπρεπε να είχε γίνει από καιρό αντιληπτό ότι η διχοτόμηση του 1974 δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο σε βάρος των Ελληνοκυπρίων και ότι το μόνο ουσιαστικό αντικείμενο διαπραγμάτευσης θα έπρεπε να είναι οι τουρκικές εδαφικές παραχωρήσεις. Επιδιώκοντας το ανέφικτο, δηλαδή την επανένωση του νησιού υπό συνθήκες πραγματικής ισότητας και ελευθερίας των κατοίκων του, ο κυπριακός ελληνισμός διακινδυνεύει μακροπρόθεσμα την ίδια την ύπαρξή του.

30/7/08

Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30.07.2008

Kατά το μέρος του που αφορά τα δικαιώματα των πολιτών, το ελληνικό Σύνταγμα, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 2001, είναι ένα από τα πιο προωθημένα Συντάγματα στον ευρωπαϊκό χώρο. Eκεί που υστερεί εν συγκρίσει προς ορισμένα ευρωπαϊκά Συντάγματα, όπως ιδίως το ιταλικό, το ισπανικό και το πορτογαλικό, είναι στην πληρότητα των εγγυήσεων της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Tο κενό αυτό δεν καλύπτεται από την προνομιακή μισθολογική μεταχείριση των δικαστών. Eίναι άλλωστε περισσότερο από προφανές ότι οι πρόσφατες προκλητικές αυξήσεις στις αποδοχές τους δεν έχουν τόσο ανιδιοτελή κίνητρα.

H ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στην αρμοδιότητα του Yπουργικού Συμβουλίου να επιλέγει τους προέδρους και τους αντιπροέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων και τον εισαγγελέα του Aρείου Πάγου.

Aυτό γίνεται για να διασφαλιστεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της δικαστικής λειτουργίας. Πλην όμως, η νομιμοποίηση της δικαστικής λειτουργίας δεν έχει συναινετικό ή αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα αλλά βρίσκεται αποκλειστικά στην εγγύηση της αμερόληπτης διάγνωσης της αλήθειας.

Kαλός δικαστής δεν είναι εκείνος που «συνεκτιμά» τα συμφέροντα ή τη βούληση της πλειοψηφίας κατά τη διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας, π.χ. κατά τη διερεύνηση υποθέσεων πολιτικής ή διοικητικής διαφθοράς - το παράδειγμα δεν είναι φυσικά τυχαίο.

Oσο διατηρείται αυτό το σύστημα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης -το οποίο δυστυχώς δεν μπορεί να αλλάξει χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος- οι εκάστοτε κυβερνώντες θα αναζητούν πάντοτε εκείνους που θα είναι πρόθυμοι να ασκήσουν τις κρίσιμες οργανωτικές και διοικητικές αρμοδιότητές τους με κάποιο αίσθημα ευγνωμοσύνης γι' αυτούς που τους επέλεξαν - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι επιλεγέντες δείχνουν πάντοτε την προσδοκώμενη ευμένεια.

H συγκριτική συνταγματική εμπειρία δείχνει ότι η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από διευρυμένα σώματα στα οποία συμμετέχουν κατά πλειοψηφία αιρετοί εκπρόσωποι των δικαστών αλλά και «λαϊκά μέλη» εκλεγόμενα από το Kοινοβούλιο με αυξημένη πλειοψηφία, είναι το σύστημα που διασφαλίζει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την εξωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Πρόκειται για το μοντέλο που εισήγαγε το ιταλικό Σύνταγμα και το οποίο υιοθετήθηκε στη συνέχεια από το ισπανικό και πορτογαλικό Σύνταγμα. Στις χώρες αυτές τα έτσι συγκροτούμενα ανώτατα δικαστικά συμβούλια αποτελούν τα όργανα διοίκησης της Δικαιοσύνης, ενώ ο ρόλος του υπουργού Δικαιοσύνης έχει περιοριστεί ουσιωδώς. Mάλιστα στην Iταλία η βαθμολογική και σε κάθε περίπτωση η μισθολογική εξέλιξη των δικαστών, εξαρτάται πλέον μόνο από την αρχαιότητα. Aυτό φαίνεται πολύ ρηξικέλευθο, στην πράξη όμως έχει διασφαλίσει σε πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα βαθμό την εσωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Xωρίς αυτές τις εγγυήσεις εξωτερικής και εσωτερικής ανεξαρτησίας καθώς και εκείνες που αφορούν την αυτόνομη λειτουργία των εισαγγελικών αρχών και την ανεξαρτησία τους από τον υπουργό Δικαιοσύνης, δεν θα ήταν δυνατή η επιχείρηση «καθαρά χέρια». Kατά μία άποψη βέβαια αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα στην Eλλάδα δεν είναι φύλακες της «δημόσιας αρετής» αλλά πολιτικούς που μπορούν να επιλύσουν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Θα συμμεριζόμασταν ευχαρίστως την άποψη αυτή, αν στην πολιτική και τη δημόσια σφαίρα κυριαρχούσε η νομιμότητα. Δυστυχώς όμως δεν είναι αυτή η ελληνική περίπτωση.

29/7/08

ΤΑ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 29.07.2008

Πέρασε ήδη ένας χρόνος από τις καταστροφικότερες πυρκαγιές που έπληξαν ποτέ τη χώρα και ακόμη δεν έχουν αποσαφηνιστεί τα ακριβή αίτια, ούτε αποδόθηκαν συγκεκριμένες ευθύνες για ό,τι συνέβη. Η διερεύνηση των αιτιών και η απόδοση ευθυνών δεν έχουν ιδίως τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούν προϋπόθεση τόσο για τη βελτίωση των μηχανισμών πρόληψης όσο και για την αποτελεσματικότερη καταστολή. Σήμερα, ανά πάσα στιγμή, ο δασικός πλούτος, περιουσίες και ανθρώπινες ζωές παραμένουν εκτεθειμένες σε νέες απειλές, καθώς δεν έχουν ολοκληρωθεί οι απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις στην πυροπροστασία.

Ωστόσο στην καρδιά του προβλήματος της δασοπροστασίας δεν βρίσκεται ούτε η λειτουργία της Πυροσβεστικής, ούτε η επάρκεια των τεχνικών μέσων πυρόσβεσης, ούτε η έλλειψη εθελοντών που προσφέρονται να συνδράμουν. Ο πυρήνας των ελλειμμάτων εντοπίζεται πρωτίστως στη χαοτική θεσμική και διοικητική οργάνωση του κράτους.

Ενδεικτικός είναι κατ αρχάς ο κατακερματισμός του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, που αποτελείται από διάσπαρτες ρυθμίσεις σε 29 ετερόκλητα νομοθετήματα. Ακόμη χαρακτηριστικότερο εμφανίζεται το περιεχόμενο αυτών των νομοθετημάτων: στο έργο της πρόληψης των πυρκαγιών εμπλέκονται 45 διαφορετικές υπηρεσίες, στις οποίες έχουν κατανεμηθεί 9 αρμοδιότητες χωρίς να αποσαφηνίζονται επαρκώς ζητήματα συνεργιών και συντονισμού. Περαιτέρω, στο έργο της καταστολής-κατάσβεσης εμπλέκονται 20 υπηρεσίες, στις οποίες έχουν απονεμηθεί 16 αρμοδιότητες. Με βάση λοιπόν το υφιστάμενο πλαίσιο τα όρια δράσης και ευθύνης των εμπλεκόμενων στη δασοπροστασία παραμένουν συγκεχυμένα, με αποτέλεσμα τις αμοιβαία επιρριπτόμενες κατηγορίες και ευθύνες, αλλά και την αδυναμία αποτελεσματικής παρέμβασης. Πώς μπορούν να αναζητηθούν ευθύνες, για παράδειγμα, στο πεδίο του καθαρισμού των δασών, που αποσκοπεί στον περιορισμό του κινδύνου ανάφλεξης, τη στιγμή που εμπλέκονται 11 διαφορετικοί φορείς, μεταξύ των οποίων τα υπουργεία Άμυνας και Πολιτισμού, οι δήμοι, οι νομαρχίες, οι περιφέρειες κ.λπ.;

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι δεν έχει θεσμοθετηθεί ο «φάκελος καταστροφής», δηλαδή ο μηχανισμός συγκέντρωσης και αποτίμησης των στοιχείων που αφορούν τις πράξεις και παραλείψεις σε κάθε περίπτωση πυρκαγιάς. Μόνο μέσα από τη θεσμοθέτηση μίας τέτοιας συστηματικής έρευνας μπορεί να καταστεί εφικτό να αποσαφηνιστούν τα αίτια, να αποδοθούν ευθύνες και να πραγματοποιηθούν οι αναγκαίες διορθωτικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος δασοπροστασίας. Η συστημική ανεπάρκεια του κράτους να παράσχει στους πολίτες του εγγυήσεις εσωτερικής ασφάλειας και να ενεργοποιήσει λυσιτελώς τους μηχανισμούς πολιτικής προστασίας, με ακραία εκδήλωση την αδυναμία συντονισμένης παρέμβασης μπροστά σε φυσικές καταστροφές, αποτελεί δείγμα ενός ευρύτερου ελλείμματος ως προς την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Όλα τα προηγούμενα είναι γνωστά στην ηγεσία του υπουργείου Εσωτερικών, που φαίνεται αποφασισμένη για ριζικές τομές. Ας ελπίσουμε ότι ήρθε η ώρα να τελεσφορήσει η σχεδιαζόμενη οργανωτική αναδιάρθρωση στο κρίσιμο πεδίο της δασοπροστασίας και ότι δεν θα βιώσουμε αυτόν τον Αύγουστο μία νέα εθνική οικολογική καταστροφή.

28/7/08

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 28.07.2008

Πριν από λίγες ημέρες συμπληρώθηκαν 34 χρόνια από τη μεταπολίτευση του 1974 και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στον τόπο μας. Επιφανειακά, τα 34 αυτά χρόνια ήταν η καλύτερη, από την άποψη της ομαλής λειτουργίας των συνταγματικών θεσμών, περίοδος της νεοελληνικής Ιστορίας. Φαινόμενα όπως εκλογές βίας και νοθείας, επεμβάσεις του στρατού και των ανακτόρων στην πολιτική, καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης και άλλων ατομικών δικαιωμάτων κ.λπ., που ενδημούσαν τις προηγούμενες δεκαετίες, κυριολεκτικά εξαφανίσθηκαν. Παράλληλα η Ελλάδα εντάχθηκε στην ΕΟΚ και αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ΟΝΕ, δηλαδή στον σκληρό πυρήνα του ευρωπαϊκού, και κατ επέκταση του παγκόσμιου, καπιταλισμού και γνώρισε μια χωρίς προηγούμενο οικονομική ανάπτυξη (έστω κι αν η τελευταία ωφελεί κυρίως συγκεκριμένες μερίδες του πληθυσμού και επιτυγχάνεται με δυσανάλογο περιβαλλοντικό κόστος).

Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια της αδιατάρακτης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και της καπιταλιστικής ευδαιμονίας, εξακολουθούν να υπάρχουν, ή και ενισχύονται, εξουσιαστικές δομές φεουδαρχικού χαρακτήρα, όπως η μεταλλαγμένη επιβίωση του δυναστικού συνδρόμου στην πολιτική ζωή. Παρά την κατάργηση της βασιλείας με το δημοψήφισμα του 1974, και συνεπώς της δυναστικής διαδοχής ως μεθόδου ανάδειξης του αρχηγού του κράτους, πολυάριθμες πολιτικές δυναστείες εξακολουθούν να κυριαρχούν στην παράξενη ελληνική δημοκρατία των γόνων. Η κυριαρχία των οικογενειακών δεσμών στη δόμηση της εξουσίας είναι όμως ένα από τα γνωρίσματα των φεουδαρχικών κοινωνικών σχηματισμών, απότοκο της ανυπαρξίας, στις κοινωνίες εκείνες, πολιτικών θεσμών γενικά. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα η οικογενειοκρατία είναι το αποτέλεσμα της ανυπαρξίας ειδικά ενός πολιτικού θεσμού, δηλαδή του δημοκρατικού (σε ό,τι αφορά την εσωτερική δομή και λειτουργία του) πολιτικού κόμματος.

Ένα περαιτέρω μεσαιωνικής-φεουδαρχικής προέλευσης χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος είναι η σύζευξη εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας. Όχι μόνο δεν έχει επιτευχθεί, σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο ουσιαστικός και αποτελεσματικός χωρισμός εκκλησίας και κράτους, αλλά παρατηρείται και μία εντεινόμενη μάλλον τάση μελών του ιερατείου για ευθεία ανάμειξη σε θεσμικά θέματα (π.χ. ταυτότητες), ή ακόμη και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής κ.ά. Τα φαινόμενα αυτά δεν συνδέονται μόνο με την ιδιοσυγκρασία συγκεκριμένων προσώπων, αλλά κυρίως με τη νοοτροπία του ποιμνίου της Εκκλησίας.

Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η σταδιακή σύντηξη της δημόσιας και της ιδιωτικής εξουσίας, αφού το αποτελεσματικότερο μέσο πλουτισμού στην Ελλάδα φαίνεται πως είναι η νομή, άμεσα ή έμμεσα, του κράτους. Η διαφθορά, μερικές πτυχές της οποίας αποκαλύπτονται όταν έρχονται στο φως της δημοσιότητας σκάνδαλα όπως το πρόσφατο της Siemens, δεν αποτελεί παθολογικό σύμπτωμα, αλλά οργανική ιδιότητα του πολιτικού συστήματος, σε μια χώρα όπου και ο «ιδιωτικός» τομέας είναι σε μεγάλο βαθμό κρατικοδίαιτος. Η αδυναμία σαφούς διάκρισης δημόσιου και ιδιωτικού είναι όμως κι αυτή διακριτικό της μεσαιωνικής φεουδαρχίας κι όχι της αστικής δημοκρατίας.

Ο εκφεουδαρχισμός του πολιτικού συστήματος σε μια κατά τα άλλα καπιταλιστική κοινωνία αποτελεί το ελληνικό παράδοξο του 21ου αιώνα. Η ανατροπή του είναι το ζητούμενο για τη δική μας γενιά και για εκείνες που έρχονται.

16/7/08

ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 16.07.2008


Το τελευταίο στάδιο εξέλιξης της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση είναι... ο σταχανοβισμός: πάνω από όλα η παραγωγικότητα, ανεξάρτητα από το ανθρώπινο κόστος της. Αυτό προκύπτει από την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου των υπουργών Εργασίας της ΕΕ, με την οποία αποφασίστηκε η τροποποίηση της οδηγίας 2003/88/ΕΚ, έτσι ώστε τα κράτη-μέλη να μπορούν να θεσπίσουν εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας 60 ωρών, σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι 65 ωρών. Όπως και σε άλλα θέματα κοινωνικής πολιτικής, έτσι και στο θέμα αυτό επικράτησε η νεοφιλελεύθερη γραμμή της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία στην περίπτωση αυτή βρήκε συμμάχους τη Γαλλία και την Ιταλία.
Με την πρόταση της νέας οδηγίας, η οποία θα πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διαφώνησαν μόνο πέντε χώρες - η Ισπανία, η Ελλάδα, το Βέλγιο, η Ουγγαρία και η Κύπρος. Σύμφωνα με τη νέα οδηγία, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι σε αυτές θα μπορούν εφεξής να συμφωνούν «ελεύθερα» στην αύξηση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από 48 ώρες σε 60 ώρες. Όπως ακριβώς συνέβαινε στις αρχές του 20ού αιώνα, πριν από την κατάρτιση της πρώτης διεθνούς σύμβασης εργασίας (1919), με την οποία κατοχυρώθηκε ο κανόνας του 48ώρου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας. Φαίνεται ότι στην Ευρώπη των «27» η μόνη δυνατή εκδοχή της κοινωνικής διάστασης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι η σύγκλιση προς τα πιο χαμηλά στάνταρτ κοινωνικής προστασίας.
Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό είναι ότι η προϊούσα κοινωνική οπισθοδρόμηση στον τομέα των εργασιακών σχέσεων όχι μόνο δεν ανακόπτεται, αλλά αντίθετα επιταχύνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ). Σε τρεις πρόσφατες αποφάσεις του, τη Laval, τη Viking και τη Ruffert, το ΔΕΚ επαναπροσδιόρισε τα δικαιώματα των Ευρωπαίων εργαζομένων με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτά να εξαρτώνται πλήρως από τη λογική και τις αναγκαιότητες του οικονομικού συστήματος της ΕΕ, η εξυπηρέτηση του οποίου παίρνει πλέον απόλυτη προτεραιότητα σε σχέση με τη συνδικαλιστική ελευθερία, τη συλλογική αυτονομία, το δικαίωμα της απεργίας και την αρχή του κατώτατου ορίου μισθού. Συγκεκριμένα, στις δύο πρώτες αποφάσεις το ΔΕΚ θεώρησε ότι τα δικαιώματα της απεργίας και της συλλογικής διαπραγμάτευσης δεν θα πρέπει να ασκούνται σε βάρος της ελευθερίας του ανταγωνισμού, ενώ στην τρίτη αναγνώρισε το δικαίωμα σε μια πολωνική εταιρεία, ανάδοχο δημόσιου έργου στη Γερμανία, να αμείβει τους αποσπασμένους στη Γερμανία εργαζομένους της με τον μισθό που προβλέπεται στην Πολωνία και όχι στη Γερμανία.
Είναι φανερό πια ότι τα όργανα διακυβέρνησης της ΕΕ με τη σύμπραξη πλέον και του ΔΕΚ θέλουν να αφαιρέσουν από το εργατικό δίκαιο τη «συνταγματική» του διάσταση και να επαναφέρουν τη σχέση εργασίας στα σχήματα του Αστικού Δικαίου, εκεί όπου η εργασία είναι απλώς ένα ανταλλάξιμο και εναλλάξιμο εμπόρευμα. Έτσι, όμως, έρχονται σε μετωπική σύγκρουση με απαραβίαστες αρχές των εθνικών Συνταγμάτων. Από την έκβαση αυτής της σύγκρουσης θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό το μέλλον των εθνικών Συνταγμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο.

15/7/08

Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 15/07/2008

Διεμβόλισε τον δικομματισμό και μπορεί να πρωταγωνιστήσει στην ανανέωση της Πολιτικής.
Οι συνθήκες δεν θα μπορούσαν να είναι πιο πρόσφορες για τη στροφή του εκλογικού σώματος προς την Αριστερά. Η πολιτική τάξη βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα από τα σοβαρότερα σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης. Τα δύο κόμματα εξουσίας παραπαίουν μεταξύ κατηγοριών για διαφθορά στελεχών τους, αποκαλύψεων για έκνομες μεθόδους χρηματοδότησής τους και καθημερινών εσωτερικών αντιμαχιών. Η έκρηξη της ακρίβειας τροφοδοτείται τόσο από την προϊούσα διεθνή οικονομική κρίση όσο και από δομικές δυσλειτουργίες της ελληνικής αγοράς. Τα φαινόμενα φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης εντείνονται, ενώ η πραγματική ανεργία εκτοξεύεται σε επίπεδα που απειλούν την κοινωνική συνοχή. Η μεσαία τάξη συμπιέζεται και οι συνθήκες διαβίωσης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων μακράν απέχουν από το να χαρακτηριστούν ως αξιοπρεπείς.

Την ίδια ώρα οι παγιωμένες δυσλειτουργίες της ανώτατης εκπαίδευσης έχουν καταστεί αφορμή διαρκούς αναταραχής στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, η περίφημη μεταρρύθμιση του νόμου-πλαισίου έναν χρόνο μετά την ολοκλήρωσή της αποδεικνύεται ατελέσφορη, ενώ μια σειρά πολιτικών επιλογών πιστοποιεί ότι η κρίση στα πανεπιστήμια συνδέεται με τάσεις ιδιωτικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας έχει παύσει πλέον να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας και σταδιακά μετατρέπεται σε μέσο αναπαραγωγής και διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.
Οι δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν την απογοήτευση των πολιτών από τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Η ελληνική κοινωνία δεν προσδοκά βελτίωση των όρων διαβίωσης τα επόμενα χρόνια, αλλά αναμένει την επιδείνωσή τους. Οι νέοι αντιλαμβάνονται ότι το πτυχίο και οι μεταπτυχιακοί τίτλοι κατά κανόνα δεν διασφαλίζουν το επαγγελματικό τους μέλλον, ενώ συχνά δεν πιστοποιούν καν την απόκτηση επαρκών επιστημονικών ή τεχνολογικών γνώσεων και δεξιοτήτων. Η γενιά των ανασφάλιστων και υποαμειβόμενων εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις να εκφράζει με τον πιο ηχηρό τρόπο την απαξίωση έναντι των κομμάτων και των πολιτικών θεσμών. Εξάλλου, οι παλαιότερες γενιές δεν φαίνεται να εμπιστεύονται πλέον το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και βιώνουν ένα καθεστώς διαρκούς επαγγελματικής και οικονομικής ανασφάλειας.
Η Αριστερά εύλογα εμφανίζεται λοιπόν σημαντικά ενισχυμένη στις δημοσκοπήσεις. Υπό τις σημερινές συνθήκες το αντίθετο θα προκαλούσε έκπληξη. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σε άλλες χώρες, όπως επί παραδείγματι στη Γερμανία, όπου το κόμμα της Αριστεράς (Linke) συνεχώς διευρύνει την επιρροή του απέναντι στον μεγάλο συνασπισμό των κομμάτων εξουσίας.
Παρά τα εμφανή ιδεολογικά ελλείμματα και την αδυναμία της να αρθρώσει έναν ολοκληρωμένο και συνεκτικό πολιτικό λόγο για την αντιμετώπιση κρίσιμων προβλημάτων δημόσιας πολιτικής, ιδίως για την κρίση του κοινωνικού κράτους σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η Αριστερά ήδη έχει διεμβολίσει και στη χώρα μας το παραδοσιακό δικομματικό σκηνικό, έτσι ώστε η κυβερνητική αυτοδυναμία να εμφανίζεται άπιαστος στόχος για τα δύο κόμματα εξουσίας. Δεν μένει παρά να αποδειχθεί στην πράξη εάν η Αριστερά θα καταφέρει να αξιοποιήσει τη σημερινή πολιτική και κοινωνική συγκυρία για να συμβάλει στην ανανέωση της Πολιτικής ή θα εγκλωβιστεί στην κομματική εσωστρέφεια, τη διατύπωση ενός αμιγώς καταγγελτικού λόγου και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, χάνοντας άλλη μία ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει.

14/7/08

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ
Κώστας Χρυσόγονος

Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 14/07/2008

Τι δείχνουν οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Siemens, η αδράνεια και οι πολιτικές συμπεριφορές;
Οι συνεχιζόμενες αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Siemens απλώς επιβεβαιώνουν τα συμπεράσματα πλειάδας εκθέσεων διεθνών οργανώσεων και οργανισμών σχετικά με ζητήματα διαφθοράς, που έχουν δημοσιοποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι η Ελλάδα έχει μεγάλο πρόβλημα διαφθοράς, πολύ μεγαλύτερο από άλλα, συγκρίσιμα ευρωπαϊκά κράτη. Η όλη εξέλιξη του σκανδάλου Siemens αφήνει να εννοηθεί ότι αυτό το πρόβλημα είναι δομικό, δηλαδή δεν αφορά μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο έχουν δομηθεί η κρατική εξουσία και το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας.
Σκανδαλώδης είναι, κατά πρώτο λόγο, η αδράνεια της Δικαιοσύνης στην αντιμετώπιση της ποινικής πτυχής της υπόθεσης. Ενώ η ύπαρξη σωρείας παράνομων χρηματοδοτήσεων της Siemens είχε γίνει γνωστή στη Γερμανία από το 2006, οι ελληνικές εισαγγελικές αρχές συγκινήθηκαν μόλις πριν από λίγους μήνες. Και τότε, όμως, η έρευνα ανατέθηκε σε έναν και μόνο εισαγγελικό λειτουργό, ο οποίος μάλιστα, όταν οι μάρτυρες αναφέρονταν αόριστα σε υπουργούς, «δίσταζε» να τους ρωτήσει περισσότερα και έτσι, από ό,τι φαίνεται, δεν κατόρθωσε (ή μήπως δεν επεδίωξε;) να εντοπίσει ποινικές ευθύνες εν ενεργεία πολιτικών. Και βέβαια σκανδαλώδες και απαράδεκτο είναι ότι δεν έχουν προφυλακιστεί και κυκλοφορούν ακόμη ελεύθεροι οι μεγαλοδιακινητές προμηθειών ανώτατοι υπάλληλοι της Siemens στην Ελλάδα. Όλα αυτά συνδέονται προφανώς με το πραγματικό έλλειμμα δικαστικής ανεξαρτησίας, εξωτερικής (έναντι της κυβέρνησης) αλλά και ιδίως εσωτερικής (έναντι των προϊσταμένων), που υπάρχει στον τόπο μας.
Σκανδαλώδης είναι, κατά δεύτερο λόγο, η αδράνεια των αρμόδιων διοικητικών οργάνων, όπως η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών και η Αρχή για την καταπολέμηση του «βρώμικου χρήματος», που φαίνεται ότι δεν έχουν τίποτα αντιληφθεί (ή μήπως δεν θέλουν να αντιληφθούν;) για το οργιώδες «ξέπλυμα» τέτοιου χρήματος, το οποίο συντελείται ανενόχλητα εδώ και χρόνια από τους δωρολήπτες. Αυτά συνδέονται με το ογκώδες έλλειμμα ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και αποτελεσματικότητας γενικά της δημόσιας διοίκησης στον τόπο αυτόν.
Σκανδαλώδης είναι, κατά τρίτο λόγο, η αναίδεια με την οποία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μεταβαπτίζει σε «παρρησία» το ακριβώς αντίθετό της, δηλαδή την άρνηση ανάληψης πολιτικής ευθύνης από τον υπουργό-εξάδελφο, ο οποίος, ως μη όφειλε, ανέπτυσσε κοινωνικές και οικογενειακές συναναστροφές με τον κύριο προμηθευτή της εποπτευόμενης από τον ίδιο μεγάλης δημόσιας επιχείρησης. Οπως επίσης σκανδαλώδης είναι η άρνηση του κληρονομικού ηγεμόνα του ΠΑΣΟΚ να συστήσει εσωτερική εξεταστική επιτροπή για να αποκαθαρίσει τα του οίκου του, αν και ο ίδιος απαιτεί τη σύσταση κοινοβουλευτικής εξεταστικής επιτροπής για να διερευνηθούν οι ευθύνες της κυβέρνησης. Οι συμπεριφορές αυτές καταδεικνύουν κραυγαλέο έλλειμμα δημοκρατικού ήθους και χαρακτηριστική ασέβεια των εκλεγμένων αντιπροσώπων του απέναντι στον ελληνικό λαό.Από αυτόν και μόνο, τον κυρίαρχο λαό, μπορεί να προέλθει, με αρχή τις επερχόμενες ευρωεκλογές, η ανατροπή του οικογενειοκρατικού και φαυλοκρατικού πολιτικού συστήματος που λυμαίνεται τη χώρα, εξευτελίζοντας την ίδια την έννοια της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

3/7/08

Η ΓΕΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΝΑ ΜΗΝ ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ
Γιώργος Κατρούγκαλος
Εφημερίδα "Απογευματινή", 3/07/2008

Γιατί το σκάνδαλο της SIEMENS δημιούργησε τόσο θόρυβο; Στη νοσηρή ατμόσφαιρα σκανδαλοθηρικού μιθριδατισμού που επικρατεί, αιφνιδίασε κανένα η αποκάλυψη για τις μίζες ή για το «μαύρο χρήμα» προς πολιτικούς και κόμματα; Νομίζω ότι ο πραγματικός λόγος είναι ότι το σκάνδαλο αυτό δεν αφορά μόνον τους πολιτικούς και τα κόμματα, αλλά το σύνολο του πολιτικού και νομικού συστήματος της χώρας μας. Το σκάνδαλο SIEMENS θα έπρεπε να λέγεται σκάνδαλο C4-I, γιατί η γερμανική εταιρία ήταν απλώς ένας υπεργολάβος της αμερικανικής εταιρίας SAIC, αναδόχου του αμαρτωλού έργου. Αμαρτωλό πολλαπλά, γιατί δείχνει όλη την παθογένεια της πολιτικής ζωής της χώρας μας:
• Παθογένεια της αδυναμίας μας για ανεξάρτητη από πιέσεις εξωτερική πολιτική: Παραγγείλαμε ένα άχρηστο, κατά την ελληνική αστυνομία, σύστημα παρακολούθησης, γιατί αυτή ήταν η θέληση των ΗΠΑ, προκειμένου να άρουν τις επιφυλάξεις τους για την ασφαλή τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων. (Κατά την υπογραφή της τελικής σύμβασης ήταν παρών ως μεγαλοπλασιέ και ο Πρεσβευτής κ. Charles Ries).
• Παθογένεια της εκτελεστικής εξουσίας: Αφήστε τις μίζες στην άκρη. Όπως έχει ήδη αποφανθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο και παραδεχτεί ο τότε αρμόδιος υφυπουργός, η σύμβαση συνάφθηκε, σκόπιμα, με παράνομη διαδικασία (τις ειδικές διαδικασίες προμηθειών των ενόπλων δυνάμεων, ενώ επρόκειτο για σύστημα ασφαλείας). Με ευθύνη των αρμόδιων υπουργών και των δύο κυβερνητικών κομμάτων, το σύστημα αντί να είναι έτοιμο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, παραδόθηκε ημιτελές την 11-04-2005 και αντί να επιβληθούν ποινικές ρήτρες στους αμερικανογερμανούς αναδόχους για την καθυστέρηση και τις ελλείψεις, πληρώσαμε και 7.100.000 Ευρώ πάνω από την αρχική τιμή!
• Παθογένεια των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών και ελλείμματα της δικαστικής εξουσίας. Το χειρότερο με το σύστημα C4-I δεν είναι ούτε ότι ήταν αχρείαστο, ούτε ότι είναι πρακτικά άχρηστο για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ούτε ότι πληρώσαμε χρυσή την άχρηστη αυτή αχρησία. Είναι ότι πρόκειται για ένα σύστημα συνεχούς παρακολούθησης του δημόσιου χώρου. Οι κάμερες του δεν σκοπεύουν μόνον τις διαδηλώσεις, αλλά και τα σπίτια, τα αυτοκίνητα και τους περιπάτους μας. Και η ιδιωτικότητα μας δεν προστατεύτηκε αποτελεσματικά ούτε από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ούτε από την δικαιοσύνη. Τα μέλη της πρώτης παραιτήθηκαν όταν οι αποφάσεις της ποδοπατήθηκαν από τον αναρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας στην αρχική αίτηση ακύρωσης ανέβαλε τη συζήτηση, ούτως ώστε να καταργηθεί η σχετική δίκη. Οι θεσμικοί φύλακες δεν μας φυλάνε πλέον.
• Παθογένεια της νομοθετικής εξουσίας: Το κοινοβούλιο επιβράβευσε τις εισαγγελικές αυθαιρεσίες για την παρακολούθηση του δημόσιου χώρου ψηφίζοντας έναν αντισυνταγματικό νόμο που επιβάλλει τον πανοπτικό έλεγχο του δημόσιου χώρου.
Η κρίση, λοιπόν, είναι γενική και μπορεί να γεννήσει γενικευμένη αναξιοπιστία. Το πολιτικό σκηνικό χρειάζεται ριζική ανατροπή, αλλά αυτό δεν είναι αναγκαστικά ελπιδοφόρο: Ο μπερλουσκονισμός μπορεί να μην είναι μακριά. Ένα απομένει: Να αντιπαραβάλλουμε «στην απαισιοδοξία της γνώσης, την αισιοδοξία της δράσης».

2/7/08

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΑΤΟΚΡΑΤΙΑΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 2/07/2008

Από ένα φαινομενικά ελάσσονος σημασίας γεγονός μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τις αιτίες και τη φύση της κρίσης του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Όπως ότι τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν χάσει πλέον την επαφή τους με την πραγματικότητα.
Έτσι, ακριβώς τη στιγμή που η απαξίωση του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής τάξης είναι πιο έντονη από ποτέ άλλοτε, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ -με τη συνέργεια του ΛΑΟΣ- αποφάσισαν να «τακτοποιήσουν» τους μετακλητούς και τους αποσπασμένους υπαλλήλους της Βουλής, τους νυν αλλά... και τους επόμενους, μέχρι τη λήξη της βουλευτικής περιόδου. Χρησιμοποίησαν δηλαδή τον θεσμό της «αυτονομίας» της Βουλής ως μέσο άσκησης πολιτικής πατρωνίας. Το χειρότερο είναι όμως ότι τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ αδιαφόρησαν πλήρως για τη δημόσια κριτική εναντίον αυτής της «εναρμονισμένης» πρακτικής τους, επιβεβαιώνοντας τελικά την αυτοαναφορικότητα και την εναλλαξιμότητά τους στο πλαίσιο του πελατειακού κομματοκρατικού συστήματος που καθιερώθηκε στην Ελλάδα κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο.
Αλλά το σύστημα αυτό είναι πλέον ένας «γίγαντας με πήλινα πόδια». Στα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησής της η ΝΔ κατάφερε να εξαντλήσει το αρχικό «ηθικό κεφάλαιό» της, υιοθετώντας όλες τις γνώριμες στην ελληνική πολιτική πελατειακές πρακτικές και επινοώντας καινούργιες (π.χ. τη γενικευμένη χρήση της συνέντευξης για τις προσλήψεις στο Δημόσιο). Ενα όχι ευκαταφρόνητο μέρος των εκλογέων της σίγουρα δεν είναι ενθουσιασμένο από αυτές τις πρακτικές.
Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ μόνο κατά περίπτωση απαρνείται το κομματοκρατικό παρελθόν του. Οι προγραμματικές του υποσχέσεις για την καταπολέμηση των πελατειακών πρακτικών έχουν προς το παρόν μόνο θεωρητική αξία, αφού το κόμμα αυτό βρίσκεται στην αντιπολίτευση, και δεν επαληθεύτηκαν πάντως στην περίπτωση της προνομιακής μεταχείρισης των υπαλλήλων της Βουλής - όπου μόνον ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ διαχώρισαν τη θέση τους. Εν τω μεταξύ, ο αρχηγός του έχει επιβάλει ένα καθεστώς «πειθαρχικής κομματοκρατίας» στο εσωτερικό του κόμματος, που ταιριάζει περισσότερο σε μονολιθικά κόμματα της κομμουνιστικής παράδοσης παρά σε ένα σύγχρονο σοσιαλιστικό κόμμα. Άλλωστε, κατά την παρούσα φάση, φαίνεται ότι αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι να διατηρήσει τον μονοπωλιακό έλεγχο ενός μέρους του εκλογικού σώματος παρά να κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Όμως, από ένα σημαντικό μέρος των μελών και των εκλογέων του ΠΑΣΟΚ, ο μετασχηματισμός του σε ένα «προσωπικό κόμμα» δεν είναι πλέον υποφερτός.
Υπό αυτές τις συνθήκες ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης -τουλάχιστον 25% σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις- βρίσκεται σε πορεία εξόδου από τα δύο μεγάλα κόμματα, χωρίς να στρέφεται προς τον ΣΥΡΙΖΑ, η επέκταση του οποίου φαίνεται ότι έχει φθάσει στα όριά της. Έτσι δημιουργούνται για πρώτη φορά κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός «τρίτου πόλου», φιλελεύθερου - δημοκρατικού - σοσιαλιστικού, ο οποίος θα μπορούσε να δώσει -ίσως- μια νέα πνοή στην καθηλωμένη ελληνική πολιτική.