Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 28.07.2008
Η ΓΕΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΝΑ ΜΗΝ ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ
Γιώργος Κατρούγκαλος
Εφημερίδα "Απογευματινή", 3/07/2008
Γιατί το σκάνδαλο της SIEMENS δημιούργησε τόσο θόρυβο; Στη νοσηρή ατμόσφαιρα σκανδαλοθηρικού μιθριδατισμού που επικρατεί, αιφνιδίασε κανένα η αποκάλυψη για τις μίζες ή για το «μαύρο χρήμα» προς πολιτικούς και κόμματα; Νομίζω ότι ο πραγματικός λόγος είναι ότι το σκάνδαλο αυτό δεν αφορά μόνον τους πολιτικούς και τα κόμματα, αλλά το σύνολο του πολιτικού και νομικού συστήματος της χώρας μας. Το σκάνδαλο SIEMENS θα έπρεπε να λέγεται σκάνδαλο C4-I, γιατί η γερμανική εταιρία ήταν απλώς ένας υπεργολάβος της αμερικανικής εταιρίας SAIC, αναδόχου του αμαρτωλού έργου. Αμαρτωλό πολλαπλά, γιατί δείχνει όλη την παθογένεια της πολιτικής ζωής της χώρας μας:
• Παθογένεια της αδυναμίας μας για ανεξάρτητη από πιέσεις εξωτερική πολιτική: Παραγγείλαμε ένα άχρηστο, κατά την ελληνική αστυνομία, σύστημα παρακολούθησης, γιατί αυτή ήταν η θέληση των ΗΠΑ, προκειμένου να άρουν τις επιφυλάξεις τους για την ασφαλή τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων. (Κατά την υπογραφή της τελικής σύμβασης ήταν παρών ως μεγαλοπλασιέ και ο Πρεσβευτής κ. Charles Ries).
• Παθογένεια της εκτελεστικής εξουσίας: Αφήστε τις μίζες στην άκρη. Όπως έχει ήδη αποφανθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο και παραδεχτεί ο τότε αρμόδιος υφυπουργός, η σύμβαση συνάφθηκε, σκόπιμα, με παράνομη διαδικασία (τις ειδικές διαδικασίες προμηθειών των ενόπλων δυνάμεων, ενώ επρόκειτο για σύστημα ασφαλείας). Με ευθύνη των αρμόδιων υπουργών και των δύο κυβερνητικών κομμάτων, το σύστημα αντί να είναι έτοιμο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, παραδόθηκε ημιτελές την 11-04-2005 και αντί να επιβληθούν ποινικές ρήτρες στους αμερικανογερμανούς αναδόχους για την καθυστέρηση και τις ελλείψεις, πληρώσαμε και 7.100.000 Ευρώ πάνω από την αρχική τιμή!
• Παθογένεια των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών και ελλείμματα της δικαστικής εξουσίας. Το χειρότερο με το σύστημα C4-I δεν είναι ούτε ότι ήταν αχρείαστο, ούτε ότι είναι πρακτικά άχρηστο για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ούτε ότι πληρώσαμε χρυσή την άχρηστη αυτή αχρησία. Είναι ότι πρόκειται για ένα σύστημα συνεχούς παρακολούθησης του δημόσιου χώρου. Οι κάμερες του δεν σκοπεύουν μόνον τις διαδηλώσεις, αλλά και τα σπίτια, τα αυτοκίνητα και τους περιπάτους μας. Και η ιδιωτικότητα μας δεν προστατεύτηκε αποτελεσματικά ούτε από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ούτε από την δικαιοσύνη. Τα μέλη της πρώτης παραιτήθηκαν όταν οι αποφάσεις της ποδοπατήθηκαν από τον αναρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας στην αρχική αίτηση ακύρωσης ανέβαλε τη συζήτηση, ούτως ώστε να καταργηθεί η σχετική δίκη. Οι θεσμικοί φύλακες δεν μας φυλάνε πλέον.
• Παθογένεια της νομοθετικής εξουσίας: Το κοινοβούλιο επιβράβευσε τις εισαγγελικές αυθαιρεσίες για την παρακολούθηση του δημόσιου χώρου ψηφίζοντας έναν αντισυνταγματικό νόμο που επιβάλλει τον πανοπτικό έλεγχο του δημόσιου χώρου.
Η κρίση, λοιπόν, είναι γενική και μπορεί να γεννήσει γενικευμένη αναξιοπιστία. Το πολιτικό σκηνικό χρειάζεται ριζική ανατροπή, αλλά αυτό δεν είναι αναγκαστικά ελπιδοφόρο: Ο μπερλουσκονισμός μπορεί να μην είναι μακριά. Ένα απομένει: Να αντιπαραβάλλουμε «στην απαισιοδοξία της γνώσης, την αισιοδοξία της δράσης».
ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30/06/2008
Οι πρόσφατες τελετές «πολιτικού γάμου» στο Δημαρχείο της Τήλου προκάλεσαν έντονη δημόσια συζήτηση. Το βασικό επιχείρημα υπέρ του κύρους αυτών των τελετών είναι ότι οι σχετικές διατάξεις του Νόμου 1250/1982 κάνουν λόγο γενικά για τα «πρόσωπα» των μελλονύμφων, χωρίς να απαιτούν ρητά αυτοί να ανήκουν σε αντίθετα φύλα. Το επιχείρημα, όμως, αυτό είναι έωλο, επειδή η παραπάνω απαίτηση προκύπτει από την ίδια την έννοια του γάμου. Ο όρος «γάμος» δεν είναι κενός περιεχομένου, ώστε να μπορεί ο κάθε δήμαρχος να τον (παρ)ερμηνεύσει κατά βούληση. Κατά την ίδια λογική του παραλόγου θα μπορούσε να τελεστεί «γάμος» μεταξύ ενός σωματείου (!) και μιας γυναίκας, αφού το σωματείο είναι νομικό πρόσωπο και η προαναφερόμενη νομοθεσία κάνει λόγο γενικά για πρόσωπα και όχι περιοριστικά για φυσικά πρόσωπα. Τέτοιοι γάμοι είναι νομικά ανυπόστατοι. Στην ελληνική έννομη τάξη ως γάμος (είτε πολιτικός είτε θρησκευτικός) νοείται μια κατ αρχήν μόνιμη συμβίωση προσώπων αντιθέτου φύλου, χαρακτηριζόμενη από την ελεύθερη σύναψη, τη νομική αναγνώριση και ρύθμιση και την ισονομία των συζύγων. Με αυτήν την έννοια προστατεύεται ο γάμος και από το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο νομοθέτης δεν μπορεί να καταργήσει τον γάμο, ούτε να μεταβάλει αυτά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του.
Από τη συνταγματική προστασία του γάμου, πάντως, δεν μπορεί να συναχθεί εξ αντιδιαστολής απαγόρευση κάθε νομοθετικής ρύθμισης ελεύθερων ενώσεων ή ακόμη και κάποιας μορφής νομικού δεσμού μεταξύ συμβιούντων ομοφυλοφίλων. Ο νομοθέτης είναι κατ αρχήν ελεύθερος να θεσπίσει ή να μη θεσπίσει διατάξεις σχετικές με παρόμοιες μορφές συμβίωσης, αφού αυτές ούτε προστατεύονται ούτε απαγορεύονται από το άρθρο 21 παρ. 1 Συντ. Προστατεύεται, βέβαια, τόσο από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ελευθερία ανάπτυξης και προσωπικότητας), όσο και από το άρθρο 8 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (σεβασμός του ιδιωτικού βίου) η σεξουαλική ελευθερία. Συνεπώς ο νομοθέτης δεν μπορεί να απαγορεύσει ούτε να απειλήσει οποιασδήποτε μορφής κυρώσεις για σεξουαλικές δραστηριότητες που τελούνται ιδιωτικά μεταξύ συναινούντων ενηλίκων, έστω και αν αυτές οι δραστηριότητες αποκλίνουν από τα κοινά παραδεκτά κοινωνικά πρότυπα. Τούτο, όμως, δεν συνεπάγεται και δικαίωμα νομικής τυποποίησης παρόμοιων σχέσεων. Σημειωτέον ότι η αρχή της ισότητας των φύλων στο άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος αφορά, όπως γίνεται σαφές τόσο από τη γραμματική διατύπωσή της όσο και από το ιστορικό της θέσπισής της, την ισότητα ανδρών και γυναικών και ότι συνεπώς δεν μπορούν να βρουν έρεισμα σε αυτήν δικαιώματα των ομοφυλοφίλων.Γενικότερα η τυχόν θέσπιση κάποιας μορφής ένωσης μεταξύ ομοφυλοφίλων συνιστά ουσιώδη μεταβολή στην ισχύουσα ρύθμιση των οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων. Αρμόδιος για κάτι τέτοιο είναι μόνον ο νομιμοποιημένος, από το σύνολο του εκλογικού σώματος, νομοθέτης (Βουλή) και όχι ο κάθε δημοτικός άρχοντας, που επιχειρεί, μέσω της παρερμηνείας των διατάξεων περί πολιτικού γάμου, να υφαρπάξει ουσιαστικά νομοθετική αρμοδιότητα.
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 17/06/2008
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι «εκτός μόδας». Τη θυμόμαστε συνήθως όταν κάποιος επίτροπος απειλεί με κυρώσεις ή παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ή όταν έρχεται η ώρα των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Όμως και η Ευρώπη μάλλον προσεγγίζει τους πολίτες της ως «οικονομικές μονάδες», που κυκλοφορούν, εργάζονται και καταναλώνουν ελεύθερα, αλλά κατ ουσίαν στερούνται πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για το λεγόμενο δημοκρατικό και κοινωνικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την περιορισμένη δημοκρατική συμμετοχή στη λήψη των κοινοτικών αποφάσεων, την πολυδαίδαλη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, την απουσία νομικά δεσμευτικών κοινωνικών εγγυήσεων σε επίπεδο ευρωπαϊκών θεσμών.
Διαπιστώνεται λοιπόν μία αμοιβαία αδιαφορία. Κλασικό παράδειγμα η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβόνας, που υπογράφηκε τον περασμένο Δεκέμβριο και κυρώθηκε από το ελληνικό Κοινοβούλιο την περασμένη εβδομάδα, αλλά πέρασε μάλλον απαρατήρητη στον δημόσιο διάλογο. Ελάχιστοι ενδιαφέρθηκαν πραγματικά για το περιεχόμενο της νέας Συνθήκης. Και όμως, αργά αλλά σταθερά, ολοένα περισσότερες κυριαρχικές αρμοδιότητες των εθνικών κρατών μεταφέρονται στα άδυτα των κοινοτικών οργάνων. Ολοένα μεγαλύτερο μέρος της νομοθεσίας αποφασίζεται εκτός εθνικών Κοινοβουλίων. Ήδη η πλειονότητα του ισχύοντος δικαίου παράγεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και απλώς ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη. Όμως, λες και υπάρχει μία συνωμοσία σιωπής, η ελληνική κοινωνία, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές, ελάχιστα ενδιαφέρεται για την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Ερήμην των ευρωπαϊκών λαών και χωρίς εμπνευσμένη ηγεσία η Ευρώπη κινδυνεύει να παραμείνει ένα πολιτικά πολυδιασπασμένο, αλλά πολιτιστικά ομογενοποιούμενο «φρούριο», χάνοντας το κοινωνικό της πρόσωπο, όλες εκείνες τις κοινωνικές εγγυήσεις που τη διαφοροποιούν από το αμερικανικό μοντέλο του άκρατου οικονομικού φιλελευθερισμού. Ταυτόχρονα συρρικνώνονται σταδιακά θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, διαβρώνονται βασικές ελευθερίες, αποψιλώνονται κατακτήσεις για τις οποίες οι λαοί και οι εργαζόμενοι αγωνίστηκαν πολλές δεκαετίες. Πρωτίστως απουσιάζει η ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή κατά τη διαμόρφωση των μεγάλων πολιτικών αποφάσεων για το μέλλον της Ευρώπης και των λαών της. Την ίδια στιγμή η Ευρώπη είναι απούσα ως αυτόνομος παίκτης στη διεθνή σκακιέρα και σύρεται άφωνη πίσω από τις εκάστοτε επιλογές των ΗΠΑ σε ζητήματα εξωτερικής - αμυντικής πολιτικής.
Μήπως η απότομη διεύρυνση από τα 15 στα 27 κράτη-μέλη αποτέλεσε την ταφόπλακα της ιδέας μιας ισχυρής πολιτικής Ευρώπης; Πώς θα μπορούσε να εκδημοκρατιστεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα τη στιγμή που δεν είναι δυνατόν σήμερα να γίνεται λόγος για έναν ευρωπαϊκό δήμο, για κοινές αξίες, για μία ενιαία ευρωπαϊκή κοινωνία πολιτών; Πώς θα ενισχυθεί η δημοκρατία και θα προστατευθούν τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα όταν οι πολίτες δεν φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει τις κοσμογονικές αλλαγές που συντελούνται; Πότε θα γίνει αντιληπτό ότι πολύ σύντομα οι διαδηλώσεις έξω από τα υπουργεία Οικονομίας ή Αγροτικής Ανάπτυξης ίσως να έχουν ελάχιστη σημασία, αφού οι αποφάσεις θα λαμβάνονται αλλού; Το μέλλον της Ευρώπης δεν είναι προκαθορισμένο και προαποφασισμένο, τουλάχιστον όπως σήμερα έχουν ακόμη τα πράγματα. Μία Ευρώπη δημοκρατική και κοινωνική δεν πρόκειται όμως να συγκροτηθεί εάν δεν αποφασίσουν οι πολίτες να συμμετάσχουν και να συγκαθορίσουν με τη στάση, ή με την αντίστασή τους, την ευρωπαϊκή φυσιογνωμία.
ΠΡΟΚΡΙΜΑΤΙΚΕΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 3/06/2008
Η αντιπαράθεση Ομπάμα-Κλίντον για το χρίσμα των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ πλησιάζει στο τέλος της. Πρόκειται για μία εσωκομματική σύγκρουση με αρκετές ακραίες στιγμές και χτυπήματα κάτω από τη ζώνη. Όμως, όσα μειονεκτήματα και αν μπορεί να προσάψει κανείς στο αμερικανικό μοντέλο δημοκρατίας, οφείλει πάντως να αναγνωρίσει ότι κατά την ανάδειξη των υποψήφιων προέδρων οι εκλογικές διαδικασίες είναι ανοιχτές για όλους τους πολίτες. Αντίθετα, στη χώρα μας ένα παρεμφερές σύστημα εκλογής αρχηγού-υποψήφιου πρωθυπουργού δοκιμάστηκε μόλις πρόσφατα, στην κομματική αναμέτρηση για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ στις 11 Νοεμβρίου. Είχε βέβαια προηγηθεί η εκλογή του Γ. Παπανδρέου με άμεση ψηφοφορία τον Φεβρουάριο του 2004, με δημοψηφισματικό όμως χαρακτήρα, καθώς την ψήφο των μελών και φίλων του κόμματος είχε διεκδικήσει μόνον ένας υποψήφιος.
Πέρασαν ήδη περισσότεροι από έξι μήνες από εκείνη την εσωκομματική αναμέτρηση, γεγονός που επιτρέπει μία πιο νηφάλια και αποστασιοποιημένη αξιολόγησή της. Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν τότε σχετικά με το κατά πόσον τηρήθηκε στην πράξη η «ισότητα των όπλων» μεταξύ των υποψηφίων, ωστόσο αναμφίβολα αποτέλεσε ένα μεγάλο βήμα για την ανάπτυξη της εσωκομματικής δημοκρατίας. Σε μια εποχή έντονης αποϊδεολογικοποίησης, αποπολιτικοποίησης και απομάκρυνσης των πολιτών από τα κόμματα, η συμμετοχή περίπου 700.000 ατόμων στις εσωκομματικές εκλογές συνιστά ένα επιτυχημένο πείραμα, που εάν διευρυνόταν και έβρισκε μιμητές θα μπορούσε να συμβάλει στην αναζωογόνηση του κομματικού συστήματος.
Μήπως ωστόσο θα ήταν σκόπιμο να ενισχυθεί η εσωκομματική δημοκρατία με νομοθετική παρέμβαση; Η απάντηση είναι ότι το Σύνταγμα προτρέπει μεν τα κόμματα να οργανώνονται με δημοκρατικό τρόπο, όμως κυρίαρχη αρχή αποτελεί η ελάχιστη παρέμβαση στην εσωκομματική τους λειτουργία. Η επιλογή αυτή έχει μια ιστορική εξήγηση, δηλαδή τις μεσοπολεμικές και μετεμφυλιακές, αυταρχικές απαγορεύσεις στην πολιτική και κομματική ζωή. Η εύλογη δυσπιστία απέναντι σε οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση στην κομματική ζωή δεν σημαίνει, πάντως, ότι τα χέρια του νομοθέτη είναι δεμένα, καθώς θα μπορούσε να θεσπίσει κίνητρα για τα κόμματα που επιλέγουν να εφαρμόσουν διαδικασίες προκριματικών εκλογών και άμεσης ανάδειξης του αρχηγού τους ή και των υποψήφιων βουλευτών τους. Ένα τέτοιο κίνητρο θα αποτελούσε ιδίως η επιπρόσθετη χρηματοδότησή τους. Η πρόταση αυτή δικαιολογείται ειδικά ως προς την εκλογή αρχηγού, ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο τα κόμματα, αλλά και μία σειρά σημαντικών κρατικών λειτουργιών.
Μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση εμπεριέχει πρωτίστως μία ισχυρή συμβολική δύναμη με ευρύτερες πολιτικές και αξιακές προεκτάσεις. Άλλωστε, σε τελική ανάλυση, η αξία της διασφάλισης της εσωκομματικής δημοκρατίας για τη λειτουργία του πολιτεύματος δεν αποτιμάται με οικονομικούς όρους. Ο περιορισμός των ολιγαρχικών-γραφειοκρατικών τάσεων στη λειτουργία των κομμάτων αποτελεί κρίσιμη παράμετρο για την αναβάθμιση του πολιτικού και κομματικού μας συστήματος.
Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 20/05/2008
Ποιον εξυπηρετεί η απαξίωση του δημόσιου πανεπιστημίου; Πού οφείλονται οι επιθέσεις που δέχεται από διαφορετικές πλευρές; Γιατί επέλεξε τη συγκεκριμένη περίοδο ο υπ. Παιδείας για να διατυπώσει οξεία κριτική ως προς τη λειτουργία των πανεπιστημίων, το διδακτικό τους προσωπικό και τους συνδικαλιστικούς φορείς των πανεπιστημιακών, αλλά και για να «απειλήσει» με διακοπή της χρηματοδότησης εφόσον δεν εφαρμοστούν οι νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν πριν από έναν χρόνο;
Είναι αναμφισβήτητο ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο βρίσκεται σήμερα σε κρίσιμη καμπή. Κατ αρχάς, επειδή δεν μπορεί πλέον να αντλεί κύρος από το μονοπώλιο της ανώτατης εκπαίδευσης. Η «αγορά» υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης έχει ανοίξει. Δεν είναι μόνο τα ιδιωτικά κολέγια, που πλέον με βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο χορηγούν πτυχία με επαγγελματική ισοτιμία, αλλά και το γεγονός ότι έχει προχωρήσει η συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης, που διευκολύνει ακόμη περισσότερο τη φοιτητική μετανάστευση. Επιπλέον, οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν την εξ αποστάσεως εκπαίδευση σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Σε αυτά πρέπει να προστεθεί κάτι ακόμα: Η κοινωνία δεν πιστεύει πια στο «μαγικό πτυχίο», καθώς έχει αφομοιώσει πλήρως ότι δεν αρκεί για την επαγγελματική εξασφάλιση. Οι στρατιές άνεργων και υποαμειβόμενων πτυχιούχων δεν επιτρέπουν σήμερα καμία αυταπάτη.
Πέρα όμως από τις εξωτερικές μεταβολές, το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει εξαντλήσει προ πολλού τη δυναμική που ανέπτυξε τις δεκαετίες του 80 και του 90, όταν επεδίωξε δύο κυρίως στόχους: Τον εκδημοκρατισμό και το άνοιγμά του σε νέους επιστήμονες, με τον νόμο-πλαίσιο του 1982, και εν συνεχεία με την αύξηση του αριθμού των εισακτέων και τον πολλαπλασιασμό των πανεπιστημιακών Τμημάτων σε όλη τη χώρα. Ομως τα δύο αυτά σημαντικά εγχειρήματα παρουσίασαν στην πορεία αρκετές παρεκκλίσεις και «παρενέργειες»: Υπαλληλοποίηση διδασκόντων και βόλεμα διδασκομένων, ασφυκτικός κρατικός έλεγχος, περιορισμός κάθε πρωτοβουλιακότητας και καινοτομίας, ομογενοποίηση προς τα κάτω, ποικίλες συναλλαγές, άμβλυνση των ακαδημαϊκών αντανακλαστικών, ίδρυση Τμημάτων με αντικείμενα εκτός τόπου και χρόνου. Σε τελική ανάλυση, γραφειοκρατικοποίηση των δομών και αποστέωση από την πραγματική πανεπιστημιακή αποστολή, δηλαδή την παραγωγή νέας γνώσης και τη διαμόρφωση σκεπτόμενων και με επαγγελματικές δεξιότητες ανθρώπων.
Το δημόσιο πανεπιστήμιο πρέπει να αλλάξει, πριν απολέσει πλήρως τη νομιμοποίηση και το συμβολικό αλλά και το ακαδημαϊκό του κεφάλαιο. Δεν θα αλλάξει ούτε με καταστροφολογική κριτική, ούτε με υπουργικές απειλές ή δήθεν μεταρρυθμιστικούς νόμους που ανακυκλώνουν προβλήματα, ούτε με φοιτητικούς τσαμπουκάδες, ούτε με έναν βαθιά συντηρητικό, ψευδοαριστερό λόγο, που αποσκοπεί στη διασφάλιση κεκτημένων προνομίων και στην αναπαραγωγή νοσηρών νοοτροπιών. Αν δεν ξεκινήσει ένας ανοιχτός και απροκατάληπτος διάλογος για όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, η απαξίωση του δημόσιου πανεπιστημίου θα εξελιχθεί σε διεύρυνση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων και των χαμηλής ποιότητας εκπαιδευτικών-ερευνητικών αποτελεσμάτων, σε ακόμη μεγαλύτερους αριθμούς άνεργων και απογοητευμένων πτυχιούχων, αλλά και στην εντεινόμενη οργή της ελληνικής κοινωνίας.
ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΕΥΕΛΙΞΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 06/05/2008
Κανένα κοινωνικό πρόβλημα δεν είναι σήμερα τόσο σύνθετο, οξύ και πολυδιάστατο όσο η ανεργία. Ακόμη και η μέτρησή της κρύβει παγίδες. Πώς καταμετρώνται όσοι δεν έχουν εισέλθει στην αγορά εργασίας, ιδίως οι άνεργοι νέοι πτυχιούχοι; Γιατί δεν υπολογίζονται εκείνοι που κατορθώνουν να εργαστούν ελάχιστες ώρες κάθε μήνα, αλλά καταγράφονται ως εργαζόμενοι; Πώς καταμετρώνται όσοι δεν έχουν σταθερή, τυπική σχέση εργασίας και διάγουν σε καθεστώς διαρκούς ανασφάλειας και υποαπασχόλησης; Πού κατατάσσονται όσοι εμφανίζονται ως αυτοαπασχολούμενοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες, αλλά κατ ουσίαν βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ μερικής, συγκεκαλυμμένης εξαρτημένης εργασίας και διαρκούς αναζήτησης περιοδικής απασχόλησης; Πώς υπολογίζονται και σε ποια κατηγορία εντάσσονται εκείνοι που η αμοιβή για την εργασία που προσφέρουν δεν επαρκεί για να καλύψουν στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες τους;
Ασφαλώς αν ληφθούν υπόψη όλοι όσοι τελούν σε μία από τις προηγούμενες καταστάσεις, η εικόνα και τα μεγέθη της απασχόλησης αποδεικνύεται ότι είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που εμφανίζονται στις επίσημες στατιστικές. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό. Για να αποκτήσει κανείς πλήρη εικόνα της ανεργίας και των συνεπειών της οφείλει να προχωρήσει πέρα από την οικονομική και την κοινωνική διάσταση. Η αποδόμηση της προσωπικότητας, αυτό που έχει εύγλωττα αποκληθεί «οδύνη των ανέργων», το αίσθημα εγκατάλειψης και ανημπόριας, η κατάρρευση της αυτοεκτίμησης, έχουν συντριπτικά αποτελέσματα. Δεν είναι βέβαια δύσκολο για ορισμένους να επιχειρηματολογούν υπέρ της ενίσχυσης της ευελιξίας στην απασχόληση. Ως γνωστόν, άλλωστε, η επόμενη κυβερνητική «μεταρρύθμιση» έχει εξαγγελθεί στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων. Όμως για ποια ευελιξία μπορεί να γίνεται λόγος, εάν δεν αναδειχθεί προηγουμένως η πραγματική κατάσταση της ελληνικής αγοράς εργασίας; Τι θα σήμαινε επέκταση της μερικής απασχόλησης στη χώρα μας, τη στιγμή που τα επίπεδα του βασικού μισθού είναι τόσο χαμηλά; Πώς υποστηρίζεται η μείωση των αποζημιώσεων απόλυσης, όταν τα επιδόματα ανεργίας είναι σήμερα υποτυπώδη; Τι θα σήμαινε, όπως έχει επίσης προταθεί, διευκόλυνση των απολύσεων για τις επιχειρήσεις, όταν δεν υφίστανται σοβαρές ενεργητικές πολιτικές επαναπροώθησης στην εργασία, ενώ ταυτόχρονα απουσιάζει η κατοχύρωση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος;
Δεν είναι μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στην οδύνη και την οργή των ανέργων, των υποαπασχολούμενων, των υποαμειβόμενων, των κοινωνικά αποκλεισμένων. Η πολιτική τάξη και οι σχεδιαστές της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής είναι επικίνδυνο να επιχειρούν ασκήσεις επί χάρτου ερήμην της κοινωνικής πραγματικότητας, αγνοώντας βασικές προϋποθέσεις της εργασιακής ειρήνης. Η ελληνική αγορά εργασίας δεν χρειάζεται απορρύθμιση και ευελιξία, αλλά ρύθμιση, κοινωνική προστασία και αποτελεσματικό κρατικό έλεγχο των ποικίλων πρακτικών εργασιακού μεσαίωνα, όπως η ασύδοτη εφαρμογή του δανεισμού εργαζομένων και η απροκάλυπτη εκμετάλλευση των πιο ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού. Υγιής οικονομία δεν σημαίνει μόνο υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, αλλά και σεβασμό της αξίας και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων.
ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ;
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 22/04/2008
Η συνταγματική αναθεώρηση που ξεκίνησε πριν από δύο ακριβώς χρόνια, με πρωτοβουλία της Ν.Δ., βαίνει άδοξα τις επόμενες μέρες προς ένα προαναγγελθέν αδιέξοδο. Η οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτει το κυβερνών κόμμα δεν επιτρέπει την ολοκλήρωσή της χωρίς τη σύμπραξη ενός μέρους τουλάχιστον των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Όμως από την πλευρά όλων των λοιπών πολιτικών κομμάτων είναι σαφής η πρόθεση να μη στηρίξουν τις προτάσεις αναθεώρησης που ψηφίστηκαν από την προηγούμενη Βουλή. Πώς εξηγείται αυτό το αδιέξοδο; Γιατί την περίοδο 1998-2001 όλα τα κόμματα συνέπραξαν ώστε να ολοκληρωθεί, με ευρύτατη συναίνεση, η συνταγματική αναθεώρηση του 2001, ενώ κατά την προηγούμενη διετία δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν σε τίποτα; Και, σε τελική ανάλυση, είναι αναγκαία σήμερα η αναθεώρηση του Συντάγματος ή, όπως υποστηρίζουν αρκετοί, εντελώς περιττή;
Ξεκινώντας από το τελευταίο: Ασφαλώς και η μεταρρύθμιση του Συντάγματος θα ήταν αναγκαία και χρήσιμη, αρκεί αυτό να γινόταν σε μια προοδευτική κατεύθυνση. Αρκετές διατάξεις του αποδείχθηκε, κατά τη δοκιμασία τους στην πράξη, ότι παρουσιάζουν σημαντικές αδυναμίες. Κορυφαίο παράδειγμα το περίφημο άρθρο 14 παρ. 9 για τον βασικό μέτοχο, που όχι μόνο προκάλεσε τον ευρωπαϊκό διασυρμό της χώρας μας, αλλά παρέμεινε κατ ουσίαν ανεφάρμοστο και αλυσιτελές. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, αποτελεί στοιχειώδες σφάλμα, ή ενίοτε και σκόπιμη παραπλάνηση, να υποστηρίζεται ότι μέσω μιας συνταγματικής αναθεώρησης θα λύνονταν κρίσιμα προβλήματα του κράτους, της κοινωνίας και της οικονομίας. Ήταν λοιπόν άστοχο να χαρακτηριστεί από την κυβέρνηση η αναθεωρητική πρωτοβουλία ως «ναυαρχίδα των μεταρρυθμίσεων». Στην πραγματικότητα, η αναθεώρηση του Συντάγματος χρησιμοποιείται ενίοτε για να συγκαλυφθεί η απουσία ουσιαστικών δημόσιων πολιτικών για την αντιμετώπιση εξαιρετικά σοβαρών προβλημάτων της ελληνικής πολιτείας. Κατ΄αυτό τον τρόπο όμως αποδυναμώνεται παράλληλα και η ίδια η συμβολική και πολιτική λειτουργία του Συντάγματος.
Η Νέα Δημοκρατία «έπαιξε» λοιπόν με την αναθεώρηση του Συντάγματος, χωρίς να κερδίσει τελικά τίποτα. Άλλωστε εξαρχής η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν επέδειξε βούληση επίτευξης των συναινέσεων που απαιτούνται για να ολοκληρωθεί ένα αναθεωρητικό εγχείρημα. Όμως με την αναθεώρηση «έπαιξε» και το ΠΑΣΟΚ, που αρχικά την απαξίωσε, εν συνεχεία κατέθεσε τη δική του συνολική πρόταση και στο τέλος αποχώρησε από τη διαδικασία, κατά τρόπο προσχηματικό, προκειμένου να μην κορυφωθούν οι εσωκομματικές διαμάχες που πυροδότησε η επιμονή της ηγεσίας του να στηρίξει την αναθεώρηση του άρθρου 16. Κάποια αδιευκρίνιστα σενάρια φέρουν και το ΚΚΕ να «παίζει» σήμερα με την αναθεώρηση, σχεδιάζοντας να υπερψηφίσει μια-δυο διατάξεις ώστε η αναθεώρηση να ολοκληρωθεί τύποις, αλλά στην πράξη να μπλοκαριστεί η δυνατότητα μιας νέας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας, τουλάχιστον για την επόμενη πενταετία. Και τούτο, δεδομένου ότι κατά το Σύνταγμα αναθεώρηση δεν είναι επιτρεπτό να κινηθεί αν δεν παρέλθουν πέντε χρόνια από την ολοκλήρωση της προηγούμενης.
Όλα αυτά δεν προμηνύουν τίποτα θετικό για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Το Σύνταγμα υπηρετεί πρωτίστως τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα των κανόνων του πολιτικού γίγνεσθαι καθώς και την προστασία των ποικιλοτρόπως απειλούμενων σήμερα ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Παιχνίδια με το Σύνταγμα και την αναθεώρησή του μπορεί όμως να οδηγήσουν σε πλήρη απαξίωση των θεσμών και της πολιτικής τάξης.