25/6/08

ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΟΛΟΓΙΑ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης

Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 26/02/2008

Πριν από μερικά χρόνια ο Ιταλός φιλόσοφος Umberto Eco, απαντώντας στο ερώτημα ποιος είναι ο ρόλος του Κοινοβουλίου, σημείωνε με κάπως ειρωνική διάθεση ότι πρέπει να αντικατοπτρίζει όλες τις τάσεις, τις απόψεις, τις επιθυμίες, τις απαιτήσεις κάθε μέλους της κοινωνίας, άρα, γράφει ο Eco, ότι αποτελεί εξίσου χώρο έκφρασης των κερδοσκόπων, των διεφθαρμένων, των φοροφυγάδων, των εμπρηστών και των κάθε λογής προσώπων με παραβατική συμπεριφορά που συναντάει κανείς στο πλαίσιο της κοινωνικής συμβίωσης. Κατά τον Eco αποτελεί καθαρή αφέλεια να υποστηρίζεται ότι στη Βουλή, αλλά και ευρύτερα στα όργανα της πολιτείας, αναδεικνύονται μόνον «τίμιοι» άνθρωποι. Είναι όμως τελικά αυτός ο λόγος για τα αυξανόμενα κρούσματα διαφθοράς στον δημόσιο τομέα; Οφείλουμε, με βάση αυτή την αντίληψη, να θεωρήσουμε ως φυσικό επακόλουθο ότι ένας αριθμός κρατικών αξιωματούχων διαθέτει μειωμένες αντιστάσεις απέναντι στις Σειρήνες της εξουσίας, του εύκολου πλουτισμού και της διαφθοράς;
Εάν δεχτούμε ότι η διαφθορά στο κράτος και στην οικονομία δεν αποτελεί παρά αντανάκλαση της διαφθοράς της κοινωνίας και των μελών της, τότε όλη η συζήτηση μεταφέρεται κατ ανάγκην στο επίπεδο της ηθικολογίας. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, κρατικοί αξιωματούχοι χρηματίζονται ή χρησιμοποιούν δημόσιους πόρους για να εξυπηρετήσουν προσωπικά και κομματικά οφέλη, επειδή απλώς είναι αναπόφευκτο ένα ποσοστό αυτών να αποτελείται από ανέντιμα πρόσωπα. Αρα, τελικά, η ευθύνη για τα φαινόμενα διαφθοράς δεν είναι δημόσια ευθύνη, δεν οδηγεί σε πολιτικές ευθύνες, αλλά συνιστά ευθύνη ατομική.
Τέτοιου τύπου αντιλήψεις δεν συσκοτίζουν μόνο το πρόβλημα, αλλά ιδίως δυσχεραίνουν την αντιμετώπισή του. Η διαφθορά δεν οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιοι μεμονωμένοι πολιτικοί, ή δημόσιοι υπάλληλοι, ή δικαστές τυγχάνει να διαθέτουν περιορισμένες ηθικές αντιστάσεις, ούτε μπορεί να αντιμετωπίζεται με ηθικολογικές παραινέσεις και, τελικά, με προσφυγή στην ποινική Δικαιοσύνη. Τα φαινόμενα διαφθοράς είναι πολύ πιο σύνθετα, συναρτώνται με συγκεκριμένες δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, με απαρχαιωμένα μοντέλα οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης, με την πολυνομία και την ανορθολογική κατανομή αρμοδιοτήτων, με την υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση των ανεξάρτητων Αρχών και των ελεγκτικών μηχανισμών, με την κομματοκρατία, την αναξιοκρατία, την παγίωση μιας νοσηρής διοικητικής κουλτούρας και με πολλά άλλα.
Οι ηθικές σταυροφορίες, οι εντυπωσιακές προσαγωγές και η μεταβίβαση του βάρους σε επίπεδο ατομικών ευθυνών δεν πρόκειται ασφαλώς να προσφέρουν λύσεις. Η ευθύνη είναι συλλογική, ανήκει στην πολιτεία και πρωτίστως στην πολιτική τάξη, που αντί να προχωρήσει σε γενναίες θεσμικές παρεμβάσεις, αναλώνεται σε μικροκομματικές αντεγκλήσεις, χωρίς άλλο αντίκρισμα εκτός από την περαιτέρω απαξίωση της πολιτικής. Πριν από 15 χρόνια στην Ιταλία χρειάστηκε η επιχείρηση «Καθαρά Χέρια» για να αποκαλυφθεί πόσο η διαφθορά είχε διαποτίσει όλα τα πεδία της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης.
Ας ελπίσουμε ότι κάτι παρόμοιο δεν θα απαιτηθεί στη χώρα μας, διότι το κόστος μιας τέτοιας εκ θεμελίων «κάθαρσης» αφήνει εντέλει βαριά ίχνη, ακόμα ορατά στη γείτονα χώρα.

Η ΑΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 25/2/2008

Η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου και η αναγνώρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα τέσσερα μεγαλύτερα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Γερμανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ιταλία) και άλλους συνοδοιπόρους τους αποτελεί τη σοβαρότερη παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας από την εποχή που ο πολεμοκάπηλος πλανητάρχης και η «συμμαχία των προθύμων» υποτακτικών του εισέβαλαν στο Ιράκ το 2003. Η απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου από τη Σερβία, υπό την προστασία των νατοϊκών δυνάμεων κατοχής, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ αλλά και με το σχετικό ψήφισμα υπ αρ. 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπου προσυπέγραφαν ως ίσοι οι πρωταίτιοι της διεθνούς παρανομίας (ΗΠΑ, Γαλλία, Μ. Βρετανία). Το χειρότερο όμως από όλα είναι ότι αντικειμενικά δημιουργείται έτσι ένα προηγούμενο επαναχάραξης συνόρων στα Βαλκάνια, το οποίο μπορεί να βρει στη συνέχεια επίδοξους μιμητές, π.χ. στην Κύπρο και τη Θράκη.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η αντίθεση της Ελλάδας στο επιχειρούμενο διεθνές πραξικόπημα θα έπρεπε να ήταν πλήρης και η αντίδρασή της άμεση, με την ταχεία επάνοδο στην πατρίδα του ελληνικού αποσπάσματος, το οποίο μετέχει στη νατοϊκή κατοχή του Κοσσυφοπεδίου. Ωστόσο, η υποταγή του ελληνικού πολιτικού συστήματος στα κελεύσματα του υπερατλαντικού επικυρίαρχου φαίνεται πως είναι τόσο δουλική, ώστε να μη λειτουργούν πλέον ούτε τα στοιχειώδη αντανακλαστικά αυτοσυντήρησης της χώρας. Όχι μόνο δεν υπάρχει ούτε καν σκέψη, από ό,τι φαίνεται, για ανάκληση των ελληνικών κατοχικών δυνάμεων, αλλά η Ελλάδα περιορίστηκε να ψελλίσει ότι θα... εξετάσει το όλο θέμα σε επόμενη φάση (!), αδυνατώντας έτσι να αρθρώσει έστω μια σαφή καταδίκη αυτής της διεθνούς πειρατείας, όπως έκαναν άλλα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που μπορεί να αντιμετωπίσουν παρόμοια προβλήματα στο μέλλον, λόγω ύπαρξης μειονοτήτων στο έδαφός τους (π.χ. Ισπανία και Ρουμανία).
Η αφωνία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο θέμα του Κοσσυφοπεδίου προοιωνίζεται βέβαια τα χειρότερα και σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του θέματος της ονομασίας της γειτονικής μας FYROM. Και τούτο διότι ο πραγματικός μας συνομιλητής δεν είναι η πολιτική ηγεσία των Σκοπίων, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες, που επείγονται να επικυρώσουν και νομικά την πραγματική τους επιβολή στην περιοχή μας, με την είσοδο της FYROM στο ΝΑΤΟ. Αποτελεσματική διαπραγμάτευση εκ μέρους μας του θέματος αυτού, για να καταλήξουμε σε μια σύνθετη έστω ονομασία, τέτοια όμως ώστε να μην παραχαράσσεται η ιστορία και να μην προάγονται οι αλυτρωτικές βλέψεις των γειτόνων μας, θα μπορούσε να γίνει μόνο αν ο συνομιλητής μας αυτός ήταν πεπεισμένος ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα με συνείδηση των εθνικών συμφερόντων της και με ετοιμότητα να τα προασπίσει, ασκώντας όλα τα νόμιμα δικαιώματά της, όπως κατεξοχήν το δικαίωμα της αρνησικυρίας για την ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ. Δυστυχώς όμως η ως τώρα συμπεριφορά τόσο της κυβέρνησης όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η οποία θα έπρεπε να λειτουργεί ως το εσωτερικό «αντίπαλο δέος», δεν πείθουν ότι υφίσταται ούτε η συνείδηση ούτε η ετοιμότητα αυτή.
ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 12/2/2008, σελ. 8

Ανάμεσα στον Υπουργό Δικαιοσύνης και τους δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ξεσπάσει τις τελευταίες εβδομάδες μία ιδιότυπη «βεντέτα». Σε σειρά ομιλιών και άρθρων του στον Τύπο ο Υπουργός Δικαιοσύνης κάνει λόγο για «Κράτος των Δικαστών» υποστηρίζοντας ότι η δικαστική εξουσία, ιδίως το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν περιορίζεται πλέον στην εφαρμογή των νόμων και στον έλεγχο της συμφωνίας τους με το Σύνταγμα, αλλά υπεισέρχεται σε πεδία αρμοδιότητας της νομοθετικής εξουσίας, επιχειρώντας να υποκαταστήσει την πολιτική τάξη στη θέσπιση των νόμων και εκφέροντας κρίσεις επί πολιτικών και όχι αποκλειστικά επί νομικών ζητημάτων. Από την άλλη πλευρά, δικαστές του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου αλλά και μερίδα του νομικού και πολιτικού κόσμου θεωρούν ότι η Κυβέρνηση επιχειρεί να απαξιώσει το Δικαστήριο και να παρέμβει στη λειτουργία του.
Αφορμή για αυτή την οξεία αντιπαράθεση αποτέλεσαν κατά βάση δύο γεγονότα. Αφ’ ενός η έκδοση μίας καινοφανούς απόφασης του λεγόμενου «φιλοπεριβαλλοντικού» Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεση του εμπορικού κέντρου «The Mall», όπου γίνεται δεκτό ότι υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορεί να προσβληθεί απευθείας τυπικός νόμος, χωρίς δηλαδή να απαιτείται να έχει εκδοθεί υπουργική απόφαση ή άλλη διοικητική πράξη. Η δεύτερη αφορμή υπήρξε η επιλογή του Υπουργείου Δικαιοσύνης να προχωρήσει στη σύσταση ενός νέου Τμήματος στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με αντικείμενο τις διαφορές από δημόσιες συμβάσεις, καθώς και να τεθεί ανώτατο χρονικό όριο παραμονής των δικαστών στο ίδιο δικαστικό Τμήμα, ώστε να ανανεώνεται η σύνθεση των Τμημάτων. Η διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας χαρακτήρισε τις δύο αυτές επιλογές ως αντισυνταγματικές, θεωρώντας ότι επιχειρείται να τρωθεί η ανεξαρτησία του Δικαστηρίου και να τιθασευθεί η ενίοτε «ακτιβιστική» νομολογία του, ιδίως σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος.
Η διαμάχη ανάμεσα στην εκάστοτε Κυβέρνηση και στο Συμβούλιο της Επικρατείας υποβόσκει ωστόσο εδώ και πολλά χρόνια. Οι κυβερνώντες θεωρούν ότι το εν λόγω Δικαστήριο παρεμβαίνει υπέρμετρα στο έργο τους, ιδίως σε ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και μεγάλων έργων, προκαλώντας ανατροπές στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Η μομφή αυτή σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζεται δικαιολογημένη. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ενίοτε υπερέβη τον άγραφο κανόνα του «δικαστικού αυτοπεριορισμού» και με πρωτότυπες νομικές κατασκευές υπαγόρευσε στο νομοθέτη και στη διοίκηση πώς να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους.
Όμως σε μία χώρα ακραίας συχνά κρατικής αυθαιρεσίας ή «τυραννίας» της εκάστοτε πλειοψηφίας, ήταν αυτό ακριβώς το Δικαστήριο που είχε την τόλμη να σταματήσει την πλήρη καταστρατήγηση του κοινωνικού και του περιβαλλοντικού κεκτημένου. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι υπήρξε το Δικαστήριο εκείνο που με δημοκρατικό σθένος ύψωσε το ανάστημά του απέναντι στην Χούντα των συνταγματαρχών. Ίσως λοιπόν, εάν οι αποφάσεις του δεν εμφανίζονταν σε κάποιες περιπτώσεις υπέρ το δέον «στρατευμένες», η αναγνώριση της τόσο σημαντικής λειτουργίας του να ήταν ακόμη πιο ευρεία.
ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΚΕΝΑ ΚΑΙ ΟΛΙΓΩΡΙΕΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11/2/2008

Η υπόθεση Siemens άρχισε, επιτέλους, να απασχολεί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το χρονικό ενός προαναγγελθέντος σκανδάλου, αφού για πολλά χρόνια εμφανίζονταν δημοσιεύματα ότι η συγκεκριμένη εταιρεία κατέχει, κατά περίεργο τρόπο, θέση προνομιακού προμηθευτή του ΟΤΕ και γενικότερα του δημόσιου τομέα στο αντικείμενο των εργασιών της. Το περίεργο φαίνεται τώρα να εξηγείται από τις ομολογίες των ίδιων των στελεχών της μητρικής Siemens στις γερμανικές δικαστικές αρχές για καταβολή «δώρων» ύψους πολλών εκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα και μάλιστα για χρηματοδότηση της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2004. Αν τα παραπάνω επιβεβαιωθούν και προσωποποιηθούν μπορούν να συνταράξουν από τα θεμέλιά του το πολιτικό μας σύστημα.
Αξίζει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με όσα έχουν γραφεί στον Τύπο, οι ομολογίες αυτές χρονολογούνται από τα τέλη του 2006 και βρίσκονται σε γνώση των αρμόδιων ελληνικών εισαγγελικών αρχών από την άνοιξη του 2007. Παρά ταύτα μόλις τώρα η Εισαγγελία Πρωτοδικών ετοιμάζεται να στείλει μέλη της για να ενημερωθούν επιτόπου στη Γερμανία. Ο νωχελικός ρυθμός της έρευνας προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, αν αναλογιστεί κανείς τη σημασία της υπόθεσης, αφού μόνο το σύστημα ηλεκτρονικής παρακολούθησης που αγοράστηκε από τη Siemens για τους Ολυμπιακούς του 2004 στοίχισε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στον Ελληνα φορολογούμενο. Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί ωστόσο η σύγκριση προς άλλες υποθέσεις ευρύτερου ενδιαφέροντος. Έτσι, π.χ., η κατηγορούμενη στην υπόθεση Ζαχόπουλου συμβασιούχος του υπουργείου Πολιτισμού προφυλακίστηκε εντός ολίγων ημερών από την απόπειρα αυτοκτονίας του πρώην γενικού γραμματέα, παρά το γεγονός ότι προφανώς δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο (αφού ούτε οικονομικούς πόρους διέθετε για να διαφύγει στο εξωτερικό ούτε θα μπορούσε εύκολα να επαναλάβει τις ίδιες πρακτικές με τρίτα πρόσωπα).
Αντίθετα, στην υπόθεση Siemens, οι επικεφαλής της θυγατρικής της τελευταίας στην Ελλάδα, οι οποίοι, σύμφωνα με όσα έχουν γραφεί στον Τύπο, κατηγορούνται από τους Γερμανούς προϊσταμένους τους ότι λειτουργούσαν ως «δίαυλοι» για τεράστια χρηματικά ποσά προς εγχώριους δωρολήπτες, κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι και ανενόχλητοι (ένας από αυτούς μάλιστα βραβεύθηκε πρόσφατα από τον υπουργό Οικονομίας ως υπόδειγμα επιχειρηματία). Και τούτο παρά το γεγονός ότι οι «διαχειριστές» τέτοιων ποσών εκ των πραγμάτων τεκμαίρεται ότι έχουν την οικονομική τουλάχιστον δυνατότητα να διαφύγουν στο εξωτερικό και παρά (;) το γεγονός ότι η μαρτυρία τους είναι εκείνη που θα μπορούσε να οδηγήσει στην άκρη του νήματος για τους τελικούς παραλήπτες των χρημάτων.Το αίσθημα ανησυχίας που αποκομίζει κανείς από όλα αυτά ενισχύει και η ευκολία με την οποία η κυβέρνηση επικαλείται την καρκινοβατούσα εισαγγελική έρευνα για να αποκρούσει την πρόταση της αντιπολίτευσης για σύσταση κοινοβουλευτικής εξεταστικής επιτροπής. Έπεται συνέχεια...

24/6/08

ΤΟ "ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΟΜΜΑ"
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30/1/2008

Κάθε κόμμα έχει έναν αρχηγό, όχι δύο ή περισσότερους. Ενα κόμμα δεν ταυτίζεται όμως με τον αρχηγό του ούτε εξαντλείται σε αυτόν. Το πρώτο καθήκον του αρχηγού ενός κόμματος, ιδίως δε του αρχηγού ενός «κόμματος εξουσίας», είναι να διασφαλίσει την εσωτερική ενότητά του ως προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητά του και τη μεγιστοποίηση των στόχων του. Για να γίνει αυτό πρέπει ο αρχηγός να λειτουργεί με τέτοιον τρόπο ώστε όλα τα θεμελιώδη στοιχεία του κόμματος, δηλαδή τα μέλη του, τα κομματικά στελέχη, οι βουλευτές του και η ηγετική του ομάδα, να εναρμονίζονται σε μια κοινή στρατηγική.
Το πιο αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι η κατοχύρωση και η ανάπτυξη της εσωκομματικής δημοκρατίας, ο σεβασμός της διαλεκτικής πλειοψηφίας - μειοψηφίας, η προστασία της διαφωνίας και της ελευθερίας της κριτικής όσον αφορά την πολιτική γραμμή του κόμματος, με όριο τη μη αμφισβήτηση της ιδεολογικής ταυτότητάς του, ακόμη και η αναγνώριση της δυνατότητας δημιουργίας ιδεολογικών ρευμάτων και τάσεων, εφόσον δεν έχουν αυτόνομη οργανωτική δομή. Δεδομένου ότι τα κόμματα υπάρχουν για να εξασφαλίζουν την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση της εθνικής πολιτικής, οι εγγυήσεις που αφορούν την εσωτερική δημοκρατικότητά τους θα μπορούσαν να θεσπιστούν και με νόμο του Κράτους - μια προοπτική που αφήνει ανοικτή το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος. Αυτή είναι όμως μια άλλη συζήτηση.
Δυστυχώς, οι εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ, μετά την επανεκλογή του Γιώργου Παπανδρέου στη θέση του προέδρου του, φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτό που αρκετοί φοβόντουσαν πριν από τις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου, δηλαδή τον κίνδυνο μετασχηματισμού του ΠΑΣΟΚ σε ένα «προσωπικό κόμμα», ο Θεμελιώδης Κανόνας του οποίου θα είναι η βούληση του αρχηγού.
Σε ένα τέτοιο κόμμα υπάρχει αρχηγός, αλλά δεν υπάρχει ηγετική ομάδα. Πίσω από τον αρχηγό υπάρχει ένα αδιαφοροποίητο πλήθος κεντρικών πολιτικών στελεχών που ανταγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τον βαθμό της νομιμοφροσύνης τους προς αυτόν. Τα εσωτερικά συλλογικά όργανα δεν λειτουργούν ως χώροι επεξεργασίας της πολιτικής γραμμής του κόμματος, αλλά περιορίζονται στην επικύρωση των αποφάσεων του αρχηγού, τις οποίες αυτός λαμβάνει διαλεγόμενος με τους εκάστοτε έμπιστους συνεργάτες του. Ισως είναι και αυτό μια μορφή «διαβουλευτικής δημοκρατίας». Στο κόμμα αυτό είναι ανεκτή η ελευθερία έκφρασης της γνώμης των απλών μελών, ακόμη και όταν αμφισβητούνται οι ιδέες του αρχηγού. Κανείς δεν θα ασχοληθεί με τις γνώμες αυτές. Τα πράγματα είναι δυσκολότερα για τα πιο προβεβλημένα στελέχη, αυτά που θα συγκροτούσαν την ηγετική ομάδα του κόμματος, αν υπήρχε τέτοια: όποιο από αυτά δεν συμφωνεί με τις αποφάσεις του αρχηγού, ή υποτάσσεται σε αυτόν ή εξοστρακίζεται από το κόμμα. Στο κόμμα αυτό αναγνωρίζονται και οι «παράπλευρες οργανώσεις»: όμιλοι, ΜΚΟ, think tanks. Αλλά μόνο όταν εκφράζουν το ρεύμα του αρχηγού ή υπο-ρεύματα που συμπλέουν με αυτό.Μάλλον, κάπως έτσι διαγράφεται, υπό τις παρούσες συνθήκες, το οργανωτικό μέλλον του ΠΑΣΟΚ. Σε σχέση με τα άλλα «προσωπικά κόμματα» που έχουν εμφανισθεί κατά την τελευταία δεκαπενταετία στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, εξακολουθεί να υπάρχει βέβαια μια όχι ασήμαντη διαφορά: στο ΠΑΣΟΚ υπάρχει κάθε τέσσερα χρόνια η πραγματική δυνατότητα αλλαγής αρχηγού. Ή μήπως όχι;
Η ΓΕΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 29/01/2008
Τα πανεπιστήμια και τα ανώτατα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα βρίσκονται πάλι σε αναβρασμό. Οι φοιτητές ξεκίνησαν νέες κινητοποιήσεις, που αναμένεται να φουντώσουν μετά το πέρας της εξεταστικής περιόδου του Φεβρουαρίου και, ιδίως, μόλις το Υπουργείο Παιδείας δημοσιοποιήσει το εξαγγελθέν σχέδιο νόμου για τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών. Το σύνθημα που κυριαρχεί στις φοιτητικές διαμαρτυρίες δεν αφορά όμως μόνο τις σπουδές καθεαυτές, αλλά ευρύτερα τη μελλοντική ένταξη των πτυχιούχων στην αγορά εργασίας και τους όρους συμμετοχής τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή: «Δεν θα γίνουμε η γενιά των ανασφάλιστων». Ένα σύνθημα το οποίο απηχεί την κοινωνική ανασφάλεια και την ατομική αβεβαιότητα, που φαίνεται ήδη να είναι τμήμα της σημερινής πραγματικότητας των νέων. Η γενιά των 700 ευρώ, της ανασφάλιστης εργασίας, των άνεργων πτυχιούχων διαμαρτύρεται για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που πλέον δεν προάγει την κοινωνική κινητικότητα, τη βελτίωση των όρων κοινωνικής και επαγγελματικής ένταξης ή έστω την ουσιαστική παιδεία των αποφοίτων του, αλλά αντίθετα φαίνεται να οδηγεί, σε σημαντικό βαθμό, στην αναπαραγωγή κοινωνικών ανισοτήτων.
Το βασικό πρόβλημα της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα δεν είναι ασφαλώς το νομικό καθεστώς των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών. Ωστόσο η επαγγελματική ισοτιμία που κατοχυρώνεται για τα πτυχία που χορηγούν όσα ΚΕΣ είναι συνδεδεμένα με ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, σύμφωνα με την κοινοτική Οδηγία 2005/36 ΕΚ, πράγματι μετατρέπει τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών σε ισχυρούς ανταγωνιστές της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι η διαφορά μεταξύ επαγγελματικής και ακαδημαϊκής ισοτιμίας είναι στην πράξη επουσιώδης. Δυστυχώς τα περιθώρια που έχει πλέον σήμερα η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας ως προς τον τρόπο ενσωμάτωσης της Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Η χώρα μας, προκειμένου να μην διασυρθεί από τα κοινοτικά όργανα, είναι αναγκασμένη να ενσωματώσει την Οδηγία, επιβάλλοντας πάντως στα ΚΕΣ τις ευρύτερες δυνατές ακαδημαϊκές εγγυήσεις.
Ποια μπορεί όμως να είναι η απάντηση της ελληνικής πολιτείας μπροστά σε αυτά τα δεδομένα και ενόψει του εντεινόμενου πλέον ανταγωνισμού μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης, που υποθάλπτει περαιτέρω τις εκπαιδευτικές-κοινωνικές ανισότητες και την υποβάθμιση της «χρηστικής αξίας» των πτυχίων των δημόσιων πανεπιστημίων; Πρώτα απ’ όλα, μια πραγματική μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου, μετά από ουσιαστικό δημόσιο διάλογο, αντί για την ανούσια και αδιέξοδη τροποποίηση του νόμου-πλαισίου που επιχείρησε η παρέμβαση Γιαννάκου το 2007. Επίσης, ο σχεδιασμός μιας δημόσιας πολιτικής που θα διασυνδέει το εκπαιδευτικό σύστημα με την αγορά εργασίας και θα κατοχυρώνει επαγγελματικά δικαιώματα με αντίκρισμα για τους πτυχιούχους. Και, ακόμη σημαντικότερο ενόψει της «έξωθεν ανωτατοποίησης» των ΚΕΣ, η διασφάλιση της ελεύθερης πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση για όλους τους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ως κοινωνικού δικαιώματος που θα απέτρεπε τη σταδιακή μεταμόρφωση της πανεπιστημιακής μόρφωσης σε συνιστώσα αναπαραγωγής ταξικών σχέσεων.
Ο ξύλινος λόγος της πολιτικής τάξης και οι κούφιες, επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις για καλύτερες σπουδές και για κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων δεν φαίνεται να πείθουν πλέον τους φοιτητές και τους νέους πτυχιούχους. Η εξέγερσή τους είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Μια πολιτεία που δεν κατορθώνει να δώσει απαντήσεις σε τόσο κρίσιμα ζητήματα κινδυνεύει να τεθεί τελικά μπροστά σε μια ευρύτερη κοινωνική απαξίωση και να χαρακτηριστεί ως μια παρακμάζουσα πολιτεία και ως ένα πολιτικό σύστημα σε βαθειά κρίση.
ΓΙΑΤΙ ΥΠΟΧΩΡΕΙ Ο ΔΙΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟΣ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 15/01/2008

Η φθίνουσα πορεία του δικομματισμού αποτελεί ένα πρωτόγνωρο φαινόμενο για το ελληνικό πολιτικό τοπίο της μεταπολιτευτικής περιόδου. Οι δημοσκοπήσεις αποκαλύπτουν μια συνεχή συρρίκνωση της εκλογικής δύναμης, αλλά και ευρύτερα της πολιτικής αποδοχής και αξιοπιστίας τόσο της κυβερνώσας παράταξης όσο και του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τα δυο πολιτικά κόμματα που κυβερνούν εναλλάξ τη χώρα από το 1974 μέχρι σήμερα φαίνεται να έχουν απωλέσει πλέον τη δυνατότητα να επωφελείται το ένα από τη φθορά του άλλου, λειτουργώντας έτσι κατ’ ουσίαν ως συγκοινωνούντα δοχεία.
Βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος ενός συγκεκριμένου μοντέλου κομματικού συστήματος; Είναι παροδική ή δομική η μεταμόρφωση του πολιτικού σκηνικού; Πρόκειται εδώ για δημοσκοπικά ευρήματα που προκύπτουν ως αποτέλεσμα συγκυριακών γεγονότων και συνθηκών ή έχει πλέον εξαντλήσει τη δυναμική του ο δικομματισμός, ως σταθερό χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά προϋποθέτει καθαρές εξηγήσεις για τα αίτια της υποχώρησης του δικομματισμού σήμερα, στη ρίζα της οποίας δεν κρύβεται τίποτα άλλο από την ανεπάρκεια και την αδυναμία των δυο κομμάτων εξουσίας να εμπνεύσουν με τον πολιτικό λόγο που παράγουν, να σχεδιάσουν σοβαρές δημόσιες πολιτικές για την αντιμετώπιση κρίσιμων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, να πείσουν την κοινωνία ότι οι πολιτικές τους προτάσεις είναι αποτέλεσμα ώριμης επεξεργασίας, ή έστω να εφαρμόσουν με συνέπεια το όποιο πολιτικό τους πρόγραμμα.
Η μεν κυβερνητική παράταξη δεν κατόρθωσε κατά τα τέσσερα χρόνια άσκησης της εξουσίας να προχωρήσει τις επαγγελόμενες μεταρρυθμίσεις στο κράτος, την οικονομία, το εκπαιδευτικό σύστημα, την κοινωνική συνοχή, το περιβάλλον ή οποιοδήποτε άλλο πεδίο δημόσιας πολιτικής, ενώ παράλληλα σειρά σκανδάλων και κρουσμάτων διαφθοράς και κακοδιοίκησης αποδυνάμωσε το κεντρικό σύνθημα με το οποίο είχε επικρατήσει ήδη το 2004, δηλαδή την καταπολέμηση της διαφθοράς και της λεγόμενης «διαπλοκής». Από την άλλη πλευρά, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αφ’ ενός απέτυχε να πείσει ότι ξεπέρασε τα συμπτώματα αλαζονείας και διγλωσσίας που σημάδεψαν την τελευταία περίοδο της κυβερνητικής του θητείας, αφ’ ετέρου δε, και αυτό είναι το κυριότερο, δεν άρθρωσε έναν πραγματικά νέο πολιτικό λόγο, ώστε να πείσει τους πολίτες ότι μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη εναλλακτική λύση. Εξάλλου, η εσωκομματική αντιπαράθεση κατά το δίμηνο μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου ανέδειξε ακόμη περισσότερο τους λόγους της αδυναμίας του ΠΑΣΟΚ να ανακάμψει.
Είτε τα προηγούμενα οριοθετηθούν ως κρίση του δικομματισμού, είτε αναχθούν σε μια ευρύτερη κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, σε κάθε περίπτωση υποκρύπτουν την προϊούσα έκλειψη της Πολιτικής. Πολιτική σημαίνει, σε τελική ανάλυση, ανάδειξη ενός οράματος για την πολιτεία, παραγωγή ιδεών και προτάσεων για την εξειδίκευσή του σε επιμέρους τομείς δημόσιας πολιτικής, επίτευξη κοινωνικής αποδοχής επί αυτών και, τελευταίο αλλά ίσως σημαντικότερο, ικανότητα υλοποίησης των αντίστοιχων δημόσιων παρεμβάσεων με αποτελεσματικότητα και διαφάνεια.
Σήμερα φαίνεται ότι τα δύο κόμματα εξουσίας δεν πείθουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν σε τίποτα από τα προηγούμενα. Η Πολιτική, στην ουσία της, είναι απούσα. Βιώνουμε μια έκλειψη της Πολιτικής, που υποκαθίσταται από σπασμωδικές προσπάθειες επικοινωνιακής της διαχείρισης. Στον αντίποδα, τα μικρότερα κόμματα περιορίζονται σε έναν καταγγελτικό λόγο διαμαρτυρίας, χωρίς να φλερτάρουν έστω με την προοπτική συμμετοχής στα βάρη και την ευθύνη της εξουσίας. Ο χρόνος θα δείξει εάν η υποχώρηση του δικομματισμού και η έκλειψη της Πολιτικής θα επιφέρουν ευρύτερες ανατροπές και ανακατατάξεις στο πολιτικό σύστημα.
ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 14/1/2008

Το 2007 ήταν για την Ελλάδα ακόμη ένας χρόνος ουσιαστικής απραξίας απέναντι στη διαρκή και εντεινόμενη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος. Μια ένδειξη για το μέγεθος του προβλήματος ήταν οι χωρίς προηγούμενο πολύνεκρες δασικές πυρκαγιές κατά την προεκλογική περίοδο. Ισως ακόμη πιο ανησυχητική από τις ίδιες τις πυρκαγιές ήταν, όμως, η αντιμετώπισή τους από το πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση περιορίστηκε στη διακίνηση ανόητων σεναρίων για τους -άφαντους- εμπρηστές και τα υποτιθέμενα κίνητρά τους, καθώς και σε ψηφοθηρικές χρηματικές ενισχύσεις στους πυρόπληκτους. Η αντιπολίτευση αρκέστηκε στις συνήθεις καταγγελίες για κυβερνητική ανικανότητα και για κομματικές επιλογές προσώπων στην ηγεσία της Πυροσβεστικής. Κανείς δεν ασχολήθηκε με τα πραγματικά, μακροπρόθεσμα αίτια των πυρκαγιών, δηλ. με την κλιματική αλλαγή που προκαλείται από το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα έχει ήδη υπερβεί τα όρια αύξησης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τα οποία της έδινε το πρωτόκολλο του Κιότο για το έτος 2012! Με άλλα λόγια, στην επόμενη τετραετία η οικονομική μας «ανάπτυξη» πρέπει να συνεχιστεί όχι μόνο χωρίς καμία περαιτέρω αύξηση των εκπομπών, αλλά με μείωσή τους. Πώς, όμως, θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, όταν η πολιτεία, αντί για άμεση στροφή προς ανανεώσιμες, φιλικές προς το περιβάλλον, πηγές ενέργειας (γεωθερμική, αιολική κ.λπ.), προγραμματίζει παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με νέους σταθμούς λιγνίτη, λιθάνθρακα και πετρελαίου; Και όταν αντί να δοθεί, όπως θα όφειλε, απόλυτη προτεραιότητα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, κατασκευάζονται φαραωνικής κλίμακας οδικά έργα, που σύντομα θα αυτοαχρηστευτούν λόγω της συνεχούς αύξησης του αριθμού των (ρυπογόνων) αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης; Στα ζητήματα αυτά, εξάλλου, το καταστροφικό για το μέλλον της χώρας έργο της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί συνέχεια του αντίστοιχου της κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η οποία μάλιστα, λίγο πριν από το τέλος της, είχε φροντίσει να μειώσει τη φορολογία των αυτοκινήτων μεγάλου κυβισμού (και αντίστοιχα μεγάλης κατανάλωσης βενζίνης και υψηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα).Η υπερθέρμανση, η αποδάσωση και η διάβρωση του εδάφους κινδυνεύουν να οδηγήσουν, ύστερα από λίγες δεκαετίες, στην ερημοποίηση της χώρας, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας θα καταστεί ακατοίκητο. Ολα αυτά, βέβαια, δεν είναι άγνωστα στην πολιτική ηγεσία της χώρας. Η αιτία, όμως, της αδιαφορίας της είναι ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού προβλήματος έχει μεγάλο πολιτικό κόστος. Ετσι π.χ. το κλείσιμο των λιγνιτωρυχείων της ΔΕΗ θα προκαλούσε αύξηση της ανεργίας, η αύξηση της τιμής των αυτοκινήτων και των υγρών καυσίμων, για να ενθαρρυνθεί η μεγαλύτερη χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς, θα είχε ως συνέπεια άνοδο του πληθωρισμού και αυξημένη κοινωνική δυσαρέσκεια κ.ο.κ. Η πραγματικότητα είναι ότι οι σημερινοί πολιτικοί μας δεν έχουν το θάρρος να πουν στον λαό τις δυσάρεστες αλήθειες. Εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι η βραχυπρόθεσμη νομή της εξουσίας και όχι το μακροπρόθεσμο μέλλον του τόπου, το οποίο, κατά συνέπεια, προδιαγράφεται δυσοίωνο.

22/6/08

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΕΣΩΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Δημήτρης Τσάτσος

Εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 20/10/2007

1. Οι εκλογές για ανάδειξη προέδρου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις 11 Νοεμβρίου 2007 και όσα (κακώς ή καλώς) θεωρείται από πολλούς ότι συμβαίνουν στην προεκλογική διαδικασία, καθιστούν αναγκαία την αναφορά σε ορισμένα ζητήματα δημοκρατικής λειτουργίας του κόμματος και συνακόλουθα του πολιτεύματος.
2. Η τήρηση δημοκρατικών αρχών εδώ δεν αποτελεί κυρίως θέμα κομματικής «αισθητικής» ή πολιτικής «αξιοπιστίας», αλλά προκύπτει από αναγνώσιμο κανόνα του Συντάγματος. Εξηγούμαι: Γίνεται εύλογα δεκτό πως ο συνταγματικός κανόνας της εσωκομματικής δημοκρατίας ισχύει για κάθε πολίτευμα, έστω κι αν δεν υπάρχει στο Σύνταγμα ειδική διάταξη, και αυτό γιατί η αρχή της εσωκομματικής δημοκρατίας προκύπτει απ΄ ευθείας και άμεσα από τη δημοκρατική αρχή που το ελληνικό Σύνταγμα θεσπίζει στο Άρθρο 1 1. Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε εμμέσως πλην σαφώς και από το Άρθρο 29 1 του Συντάγματός μας, κατά το οποίο η οργάνωση και η δράση των πολιτικών κομμάτων «οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Κόμματα όμως χωρίς δημοκρατική οργάνωση, με δομή αρχηγική ή παραγοντική ή και με κυρίαρχους τους μηχανισμούς και με προβληματικές εσωκομματικές εκλογικές διαδικασίες δεν μπορούν να υπηρετούν, όπως θέλει το Σύνταγμα, τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το κόμμα είναι ο θεσμός συμμετοχής του πολίτη στα δημόσια πράγματα. Αυτό όμως επιτυγχάνεται μόνο με την εφαρμογή της αρχής της εσωκομματικής δημοκρατίας.
3. Από την ώρα που διεξάγονται «ανοιχτές» εκλογές με τρεις υποψηφίους και όχι έναν, η δημοκρατική αξιοπιστία της διαδικασίας, όπως την θέλει και το Σύνταγμα, εξαρτάται απολύτως από την τήρηση ορισμένων πιο ειδικών στοιχειωδών κανόνων που προκύπτουν αβίαστα από τα Άρθρα 1 1 και 29 1 του Συντάγματος και πιο γενικά από τις κατακτήσεις του ευρωπαϊκού δημοκρατικού συνταγματικού πολιτισμού.
4. Η πρωταρχική και θεμελιώδης αρχή που επιτάσσει ο συνταγματικός κανόνας της εσωκομματικής δημοκρατίας (και) για την εν εξελίξει εκλογική διαδικασία είναι η «ισότητα των όπλων» μεταξύ των τριών υποψήφιων προέδρων. Χωρίς οι τρεις υποψήφιοι πρόεδροι να έχουν από το κόμμα εξασφαλισμένες ΙΣΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ, η εκλογή θα είναι αποτέλεσμα μιας δημοκρατικά αναξιόπιστης διαδικασίας, ασύμφωνης με τις σχετικές συνταγματικές επιταγές.
5. Να μερικά ενδεικτικά παραδείγματα πεδίων εφαρμογής της αρχής της εσωκομματικής δημοκρατίας κατά την εκλογή προέδρου από τη βάση:
α. Το γεγονός ότι ένας από τους τρεις υποψηφίους είναι ο εν ενεργεία πρόεδρος του κόμματος δημιουργεί ορισμένα ευαίσθητα ζητήματα που πρέπει - είμαι βέβαιος και με δική του επιθυμία- να αντιμετωπιστούν. Ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πάντως, έως τις 11 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος οφείλει να διεξάγει τον αντιπολιτευτικό αγώνα με την ενίσχυση όλων. Αυτή είναι «η προς τα έξω» λειτουργία του, που είναι αυτονόητη. Προς τα έσω του κόμματος, όμως, πρέπει να τυγχάνει της μεταχείρισης που επιφυλάσσεται από το κόμμα και στους άλλους δυο υποψηφίους. Διαφορετικά, αν και εφ΄ όσον αυτό τυχόν δεν συμβαίνει, τότε θα ευτελίζεται η συνταγματικά αναγκαία δημοκρατικότητα της εκλογικής διαδικασίας.
β. Οι οργανώσεις του κόμματος οφείλουν να ανοίξουν τις πόρτες τους απολύτως ισότιμα και στους τρεις υποψηφίους στο μέτρο που επιθυμούν να επικοινωνήσουν με τους κατά τόπον συμπολίτες τους. Η κομματική οργάνωση, ως οργάνωση, δεν είναι επιτρεπτό να υποστηρίζει έναν ορισμένο υποψήφιο. Στην εκλογή προέδρου δεν μπορεί να θεωρείται ένας ως ο επίσημος κομματικός υποψήφιος που στηρίζεται από το ΚΟΜΜΑ και οι άλλοι να θεωρούνται «παράνομοι» ή «υπονομευτές». Το κόμμα είναι ο οργανωτής ελεύθερων εσωκομματικών εκλογών και έτσι πρέπει να λειτουργεί. Αντίθετες πρακτικές, αν και εφ΄ όσον τυχόν υφίστανται, θα θυμίσουν παλαιά και ξεχασμένα καθεστώτα, και θα ευτελίσουν τη συνταγματικά αναγκαία δημοκρατικότητα της εκλογικής διαδικασίας.
γ. Οι εγκαταστάσεις του κόμματος και το προσωπικό πρέπει κατά πλήρη ισοτιμία να βρίσκονται στη διάθεση και των τριών υποψηφίων, αλλά και των οπαδών τους. Θα ήταν απαράδεκτο ο οπαδός που ζητάει μια πληροφορία για τη διαδικασία της ψηφοφορίας και που (κακώς βέβαια) δηλώνει «τίνος είναι» να μην εξυπηρετείται αν δεν δηλώνει ότι είναι οπαδός του εν ενεργεία προέδρου. Αυτά, εφ΄ όσον και στο μέτρο που συμβαίνουν, ευτελίζουν τη συνταγματικά αναγκαία δημοκρατι- κότητα της εκλογικής διαδικασίας.
δ. Ο εκ των υποψηφίων εν ενεργεία πρόεδρος θα συνέβαλλε πολύ θετικά, αν απέτρεπε φίλους του να πιέζουν ψυχικά- δήθεν εκ μέρους του- πρόσωπα που έτυχε να τιμήσει ζητώντας τώρα «εξόφληση» της υποχρέωσης. Αν αυτό συμβαίνει, ευτελίζεται η συνταγματικά αναγκαία δημοκρατικότητα της εκλογικής διαδικασίας.
ε. Εάν ο εκλογικός αγώνας έχει οικονομικό κόστος, κι αν το κόμμα θελήσει να τον ενισχύσει οικονομικά, τότε πρέπει να τηρηθεί απόλυτη ισότητα μεταξύ των υποψηφίων. Διαφορετικά, αν και εφ΄ όσον αυτό τυχόν δεν συμβαίνει, ευτελίζεται η συνταγματικά αναγκαία δημοκρατικότητα της εκλογικής διαδικασίας.
στ. Το επιχείρημα: «Τον Α θεωρώ αντικειμενικά χρησιμότερο για το κόμμα, αλλά λόγω ιδιωτικών ηθικών και συναισθηματικών υποχρεώσεών μου στηρίζω τον Β ή τον Γ» νοθεύει τον δημοκρατικό χαρακτήρα της εκλογής. Κι αυτό διότι όταν κάποιος με επιρροή συνιστά στους συμπολίτες του τον Α (αυτό σημαίνει το ρήμα «στηρίζω» που διαφέρει από το ρήμα «ψηφίζω»), σε πολίτες δηλαδή που δεν έχουν τις ίδιες ηθικές και συναισθηματικές δεσμεύσεις με αυτόν, είναι σαν να χρησιμοποιεί και τη συνείδηση των άλλων που επηρεάζει, για να εμπλουτίσει την εκπλήρωση της κατά πάντα σεβαστής, προσωπικής του όμως, δέσμευσης. Και αυτό και στο μέτρο που συμβαίνει ευτελίζει τη συνταγματικά αναγκαία δημοκρατικότητα της εκλογικής διαδικασίας.
6. Έως τις 11 Νοεμβρίου υπάρχει καιρός για βελτιώσεις. Και για να προλάβω τις συνήθεις και αναμενόμενες διαστροφές των σκέψεων που εξέθεσα, συμπληρώνω:
α. Ο ευτελισμός της εκλογικής διαδικασίας, αν και στο μέτρο που τυχόν συντελείται, δεν πλήττει μόνο εκείνους εναντίον των οποίων συντελείται ο ευτελισμός, αλλά και εκείνους χάριν των οποίων συντελείται ο ευτελισμός. Κυρίως αυτούς!
β. Ο ευτελισμός της διαδικασίας, αν και στο μέτρο που τυχόν συντελείται, θα πλήξει όποιον κι αν εκλεγεί, είτε είναι εκείνος χάριν της εκλογής του οποίου οργανώθηκε είτε είναι ένας από αυτούς εναντίον των οποίων οργανώθηκε ο ευτελισμός. Άρα, έτσι κι αλλιώς, θα πλήξει τον κομματικό θεσμό, όπως τον θέλει το Σύνταγμα, και συνακόλουθα το πολιτικό μας σύστημα.
7. Είπαμε: καιρός υπάρχει. Βούληση υπάρχει;
ΕΛΕΟΣ ΚΥΡΙΟΙ!
Δημήτρης Τσάτσος
Εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 10/7/2007

1. Οι ύβρεις κυριαρχούν στην πολιτική αντιπαράθεση. Στον πολιτικό λόγο όμως δεν έχουν θέση διατυπώσεις όπως: «Αρχιερέας Διαπλοκής», «Νονός», «Σπείρα», «Τσίπα». Έλεος κύριοι!
2. Το ίδιο ισχύει και για αντιδικαιοκρατικές αιτιάσεις όταν μάλιστα εκτοξεύονται από την εκτελεστική εξουσία, δηλαδή το ίδιο το κράτος, εναντίον όσων πήγαν μάρτυρες για τα πρόσωπα (και όχι τις πράξεις) κατηγορουμένων. Δηλαδή τι; Το κράτος θεωρεί πως πριν από την έκδοση των αποφάσεων οι κατηγορούμενοι δεν θεωρούνται αθώοι αλλά ήδη τελεσίδικα απαξιωμένοι; Έλεος κύριοι!
3. Οι ύβρεις είναι ιδιωτικός λόγος και τιμωρείται. Η λειτουργία της πολιτικής είναι δημόσια διαδικασία και προϋποθέτει δημόσιο λόγο. Η παρεμβολή ύβρεων στον δημόσιο λόγο τον καθιστά ιδιωτικό και μάλιστα της χειρότερης μορφής. Έλεος κύριοι!
4.Οι ύβρεις δεν λειτουργούν στην κοινή γνώμη. Δεν υποκαθιστούν επιχειρήματα. Αντίθετα, επιβεβαιώνεται πως δεν υπάρχουν επιχειρήματα. Κι έτσι μπροστά μας αναπτύσσεται, μέρα με τη μέρα, μια εικόνα πολιτικής σύγκρουσης φυλάρχων και όχι πολιτικών. Κάντε κάτι! Δεν τσακώνεστε για δικά σας χωράφια, αλλά για δικά μας που είναι δημόσια χωράφια. Έλεος κύριοι! Έλεος!
Η ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ ΒΑΘΑΙΝΕΙ
Δημήτρης Θ. Τσάτσος
Εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 19/06/2007

Περίμενα να κοπάσει το εύλογο σοκ από τη βαρυσήμαντη δίκη και τις βαριές καταδίκες. Αν κριθεί και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πως τα αδικήματα τελέστηκαν, τότε η ζημιά για το Πανεπιστήμιο και για το κύρος και την αξιοπιστία του Καθηγητή θα είναι μεγάλη και η πικρία και η αγανάκτηση της κοινωνίας εύλογη.
Το κείμενο που ακολουθεί δεν αφορά την υπόθεση. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να την αφορά αφού, έχοντας φύγει προ πολλού από την πανεπιστημιακή υπηρεσία, δεν θα ήταν δυνατόν να έχω γνώση άρα και άποψη για τα γεγονότα. Το κείμενο αφορά ορισμένα «παρεπόμενα» που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «τα προσδοκώμενα κέρδη τηλεθέασης» από τη δίκη και ως η «κομματική της αξιοποίηση». Ως συνήθως έτσι και στο θέμα αυτό αποσιωπούνται τα αυτονόητα. Δηλαδή:

1. Έχεις συνταγματικό δικαίωμα, αναγνώστη, να σε πληροφορούν και να μη σε καθιστούν εργαλείο των τηλεοπτικών και των κομματικών τους συμφερόντων. Αυτό όμως έγινε στην περίπτωση αυτής της δίκης.

2. Η καταδίκη των κατηγορουμένων, σύμφωνα με τους νόμους της ίδιας της πολιτείας μας, είναι προσωρινή. Θα καταστεί οριστική (δηλαδή «τελεσίδικη») όταν αποφανθεί το Πενταμελές Εφετείο που θα ξαναδικάσει εξ αρχής, δηλαδή από το Α την υπόθεση. «Αμετάκλητη» δεν θα καταστεί η απόφαση όταν και αν ο Άρειος Πάγος δεν βρει νομικό σφάλμα στην απόφαση. Αυτά όλα, για λόγους ευνόητους, περίπου αποσιωπήθηκαν κατά την τηλεοπτική και κομματική αξιοποίηση της δραματικής δίκης. Πρόκειται για «νομικές λεπτομέρειες» που δεν «παίζουν δυνατά». Κυρίως θύμα της παρασιώπησης; Ο πολίτης.

3. Τα αδικήματα που οι πρωτοβάθμιοι δικαστές απέδωσαν στους κατηγορουμένους είναι βαρύτατα. Αλλά και οι ποινές ήταν πρωτόγνωρα αυστηρές. Οι δικαστές όμως -συνήθως- είναι ανεξάρτητοι και έχουν την απόλυτη εξουσία, στο πλαίσιο του νόμου να επιμετρήσουν, όπως εκείνοι κρίνουν, την ποινή. Το ίδιο απόλυτο όμως είναι και το δικαίωμα των πολιτών, χωρίς να αμφισβητήσουν αθεμελίωτα το νομικό κύρος της απόφασης, να διαφωνούν ή να συμφωνούν με τις ποινές. Το ίδιο ισχύει και για την επιστημονική προσέγγιση της απόφασης.

4. Χύθηκε πολύ αίμα, κυρίως κατά τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, μεταξύ άλλων και για τις θεμελιώδεις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του κράτους δικαίου. Από τις αρχές αυτές προκύπτει ο βασικός κανόνας της ποινικής δίκης, ότι ο κατηγορούμενος είναι, ως την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης, αθώος. Αυτό δεν ίσχυσε μόνο στην Ιερά Εξέταση και στις δικτατορίες παντός είδους. Η αρχή ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ως την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης, τυπικά μόνο ισχύει στην Ελλάδα. Κι αυτό γιατί η εφαρμογή της δεν βοηθάει την αξιοποίηση της ποινικής διαδικασίας ούτε με την άνοδο της τηλεθέασης ούτε για την κομματική αντιπαράθεση (τώρα λέμε: «ανέβασμα τόνων»). Και οι δυο αυτοί χώροι δεν χρειάζονται κατηγορουμένους. Χρειάζονται από την πρώτη ημέρα ενόχους.

5. Η ουσιαστική τηλεοπτική και κομματική κατάργηση της θεμελιώδους αυτής αρχής απέβη χρήσιμη και για να εμπλουτιστεί η τηλεοπτική και κομματική αξιοποίηση της δίκης με τις μομφές εναντίον εκείνων που προσήλθαν στη δίκη, καλούμενοι ως μάρτυρες υπεράσπισης. Όμως:

α. Πρώτον, κατά τον χρόνο της κατάθεσης οι κατηγορούμενοι ήταν, κατά τη θεμελιώδη αρχή που αναφέραμε, αθώοι.
β. Δεύτερον, κάθε κατηγορούμενος έχει αξίωση να αποδεχθεί το «έντιμον του προτέρου βίου» αφού είναι και αυτό κατά τον νόμο κριτήριο επιμέτρησης της ποινής.
γ. Τρίτον, ο τηλεοπτικός εκφοβισμός των μαρτύρων υπονομεύει τη δικαιοκρατική διεξαγωγή μιας δίκης, αφού δημιουργεί αναστολές στην εκπλήρωση της μαρτυρικής υποχρέωσης.

6. Για το τελευταίο αυτό θέμα όμως υπάρχει μια νομικά, ηθικά και ανθρώπινα έξοχη τοποθέτηση ενός πολιτικού με την πραγματική έννοια της λέξης, ενός ανεξάρτητου ανθρώπου με παιδεία και ήθος, του Θεόδωρου Πάγκαλου. Άσχετα με το αν και πότε κανείς συμφωνεί μαζί του, θα πρέπει να προσέξει πολύ αυτή του την τοποθέτηση. Την παραθέτω αυτούσια και δηλώνω πως συμφωνώ απολύτως και ως προς όλα τα σημεία με αυτήν:
«Ο κος Πάγκαλος προσήλθε ως μάρτυς χαρακτήρος και προτέρου εντίμου βίου υπέρ του κατηγορουμένου στην υπόθεση της Παντείου, καθηγητή κ. Κ. Για την υπόθεση δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τίποτα πέραν των όσων αναφέρονται στον Τύπο και το Δικαστήριο ουδεμία του έκανε επ΄ αυτού του θέματος ερώτηση.
Τα όσα είπε πρωτόδικα βεβαίως είναι διατεθειμένος να επαναλάβει και στην κατ΄ έφεση δίκη αν του ζητηθεί.
Επιτέλους κάποτε θα πρέπει κάποιοι να καταλάβουν ότι η δημοσιογραφική και πολιτική ζούγκλα έχει και τα όριά της και δεν είναι δυνατόν να καταργεί ανθρώπινες σχέσεις και την καλώς εννοούμενη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Και αν κάποιοι αυτό δεν μπορούν να το καταλάβουν, δεν θα έπρεπε οι αρμόδιοι να προστατέψουν την ομαλή λειτουργία των θεσμών, αν βεβαίως είμαστε μια πολιτισμένη ευρωπαϊκή κοινωνία;».

7. Αυτά ήταν κάποια σημαντικά παρεπόμενα μιας εξαιρετικά δυσάρεστης υπόθεσης. Η οριστική κρίση, με την οποία θα κλείσει η αυλαία είναι εκείνη του Πενταμελούς Εφετείου. Θα ήταν καλό για όλους, δηλαδή για την κοινωνία μας, για το Πανεπιστήμιό μας, για την έννοια και την αξιοπιστία του Καθηγητή, για τους ίδιους τους πρωτοβάθμια καταδικασθέντες και για τις οικογένειές τους, να αποδεικνυόταν ότι οι πράξεις δεν τελέστηκαν ή τουλάχιστον ότι δεν τελέστηκαν από τους πρυτάνεις, ώστε έτσι το Εφετείο να έφτανε σε διαφορετικές εκτιμήσεις από εκείνες των πρωτοβάθμιων δικαστών.

8. Θα μου πεις, αναγνώστη, πως αυτά όλα που έγραψα, τα έγραψα απολύτως άδικα καθ΄ ότι οι έχοντες τη δύναμη στα χέρια τους τα σημειώνουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους. Δίκαιο έχεις. Όμως εγώ δεν γράφω γι΄ αυτούς. Για σένα, και μόνο για σένα, γράφω.