7/4/09

ΤΟ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 7.7.2009

Σχεδόν άπαντες προεξοφλούν τους τελευταίους μήνες ότι οι βουλευτικές εκλογές δεν αργούν. Ακόμη και υψηλόβαθμα στελέχη της κυβερνώσας παράταξης έχουν προσανατολίσει τον πολιτικό τους σχεδιασμό με απώτατο ορίζοντα 6-10 μηνών. Η λογική των σχετικών αναλύσεων βασίζεται σε τρία αλληλένδετα δεδομένα: Πρώτον στη ραγδαία φθορά της κυβέρνησης, σε συνάρτηση με την οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεύτερον, στις εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες για την οικονομία και την κοινωνία, που οφείλονται πρωτίστως στη διεθνή κρίση και συνεπάγονται μέτρα αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, ακολουθώντας τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τρίτον, στη θεσμική εκκρεμότητα που συνιστά η λήξη της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας τον ερχόμενο Μάρτιο.
Η εντεινόμενη εκλογολογία έχει επηρεάσει όλους τους τομείς της οικονομίας και των κρατικών λειτουργιών, καθώς προκαλεί ισχυρή θεσμική ανασφάλεια, συνθήκες πολιτικής αναμονής, έλλειψη μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού στο κυβερνητικό έργο και διέγερση προεκλογικών αντανακλαστικών, με αποτέλεσμα το βάρος της πολιτικής δράσης να εντοπίζεται σε κινήσεις «αναπαραγωγής» της πολιτικής τάξης αντί σε πιο επωφελείς για τη χώρα πρωτοβουλίες. Ολα τα προηγούμενα έχουν αφετηρία ήδη τον περασμένο Οκτώβριο και κορυφώνονται σήμερα, όταν η κυβερνητική θητεία συμπληρώνει μόλις ενάμιση χρόνο.
Ας αποτιμήσουμε όμως την κατάσταση ψυχραιμότερα. Εκλογές μπορεί ασφαλώς να προκηρυχθούν ακόμη και αύριο, εάν εκραγεί οποιαδήποτε πολιτική βόμβα απ όσες αντιμετωπίζει σήμερα η κυβέρνηση, όπως η υπόθεση Παυλίδη. Μια άλλη πιθανότητα είναι τυχόν ευρεία ήττα της ΝΔ στις ευρωεκλογές. Τέλος, η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας πράγματι αποτελεί ένα ενδεχόμενο εκλογικό ορόσημο. Παρ όλα αυτά, κανένα κόμμα δεν είναι τόσο αυτοκαταστροφικό ώστε να παραδώσει την εξουσία αμαχητί, τη στιγμή που όλες οι δημοσκοπήσεις εμφανίζονται αρνητικές, ειδικά μάλιστα όταν έχει το μείζον όπλο να διαχειρίζεται τεράστιους κοινοτικούς πόρους από το ΕΣΠΑ 2007-2013, των οποίων η εκταμίευση λόγω καθυστερήσεων πρακτικά τώρα ξεκινά.
Με στοιχειωδώς ευφυείς κινήσεις θα μπορούσε λοιπόν η κυβέρνηση να διατηρηθεί στην εξουσία με 151 βουλευτές για ακόμη δυόμισι χρόνια (Σεπτέμβριος 2011), αξιοποιώντας την κρίση για να επιδείξει ικανότητα διακυβέρνησης και αναμένοντας τη βελτίωση των διεθνών συνθηκών εντός του 2010. Οσο για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ξεχνούν πολλοί ότι ακόμη και αν δεν συναινέσει το ΠΑΣΟΚ, αρκεί η σύμπραξη του ΚΚΕ και του ΛΑΟΣ ή του ΣΥΡΙΖΑ.
Μια κυβέρνηση που διανύει τη δεύτερη, δύσκολη θητεία της, εύλογο είναι να επιχειρήσει να αξιοποιήσει όλα τα χρονικά περιθώρια που προβλέπει το Σύνταγμα, ειδικά όταν έχει υποστεί σημαντική φθορά. Ετσι έγινε άλλωστε και στην περίπτωση της δεύτερης θητείας της κυβέρνησης Σημίτη. Σε τελική ανάλυση, όμως, το χειρότερο σενάριο δεν είναι ούτε να εξαντλήσει η παρούσα κυβέρνηση την τετραετία ούτε καν το να πραγματοποιηθούν πρόωρες εκλογές χωρίς αυτοδυναμία, με κίνδυνο ακυβερνησίας, αλλά αυτό που βιώνει η χώρα σήμερα: Μια παρατεταμένη, ακατάσχετη εκλογολογία, που παραλύει το κράτος και την οικονομία.

6/4/09

ΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 6.4.2009

Η ελληνική οικονομία εισήλθε πάλι σε καθεστώς επιτήρησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τα μέτρα που ανακοίνωσε το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης για τον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Συμφώνου Σταθερότητας, θίγουν κατά κύριο λόγο τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικές τάξεις. Την ίδια στιγμή η οικονομική κρίση πλήττει τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, χωρίς η ελληνική πολιτεία να αναλαμβάνει πρόσθετες πρωτοβουλίες για την αναδιανομή του εισοδήματος, την κοινωνική αλληλεγγύη και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των κοινωνικών μεταβιβάσεων.
Στη βάση της οικονομικής παθογένειας και της κοινωνικής αναλγησίας βρίσκονται τα φαινόμενα της κρατικής διαφθοράς και της παραοικονομίας, τα οποία είναι κατ ουσίαν αλληλένδετα και αλληλοτροφοδοτούμενα. Η παραοικονομία, δηλαδή η αφανής και μη φορολογούμενη οικονομική δραστηριότητα, ανέρχεται περίπου στο 30% του ΑΕΠ.
Ομως, είναι πρόδηλο ότι οι εμπλεκόμενοι στην παραοικονομία αποτελούν δυνητική πηγή πλουτισμού για τους εκάστοτε κυβερνώντες, αφού έχουν κίνητρο να τους δωροδοκούν για να εξασφαλίζουν την κρατική ανοχή. Και αντίστροφα, όμως, η παραοικονομία είναι προνομιακός προορισμός για έσοδα των φορέων της πολιτικής εξουσίας, προερχόμενα από αθέμιτες συναλλαγές των τελευταίων με τους φορείς της ιδιωτικής οικονομικής εξουσίας (βλ. Ξ. Κοντιάδη, Ελλειμματική Δημοκρατία, εκδ. Σιδέρη 2009).
Δεν είναι, λοιπόν, παράλογο να υποθέσει κανείς ότι μεγάλο τμήμα των αφανών χρηματοδοτήσεων τις οποίες, όπως διαφαίνεται και από το σκάνδαλο Siemens, λαμβάνουν οι ηγεσίες των πολιτικών κομμάτων ή και συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα από επιχειρήσεις εργολήπτριες δημοσίων έργων και προμηθειών κατευθύνεται σε εξίσου αφανείς κομματικές πληρωμές. Ετσι δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα το υψηλότερο ποσοστό παραοικονομίας μεταξύ των 15 κρατών-μελών της λεγόμενης παλιάς Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα σημειώνεται το χειρότερο πρόβλημα διαφθοράς.
Μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής κρίσης η παραοικονομία και η κρατική διαφθορά λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της ανομίας και της αποχαλίνωσης των πάντων. Η αδυναμία ή η απροθυμία της πολιτείας να επιβάλει τον σεβασμό στους κανόνες της αποτελεί συστατικό στοιχείο ενός πολιτικού πολιτισμού γενικευμένης αδιαφορίας, αν όχι αναισθησίας απέναντι στην παρανομία, η οποία ενίοτε φτάνει σε ακραία σημεία. Ο πολίτης δεν σέβεται την κρατική εξουσία, την οποία χλευάζει και περιφρονεί. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η επικοινωνιακή εκστρατεία του υπουργείου Οικονομίας κατά της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής αντιμετωπίζεται από την κοινωνία ως ανέκδοτο.
Η ελληνική πολιτεία διακατέχεται από σοβιετικού τύπου σύνδρομα, όπου το κράτος παριστάνει ότι μεριμνά για τον πολίτη και ο πολίτης «κρύβεται» από τις υποχρεώσεις του έναντι του κράτους, σε μια καταστροφική τροχιά αλληλοϋπονόμευσης. Αναπότρεπτα αυτός ο νοσηρός εναγκαλισμός μεταξύ κρατικής διαφθοράς, παραοικονομίας και ιδιωτικής παρανομίας οδηγεί στην κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής και του κράτους δικαίου, προοιωνίζοντας έναν εντός των τειχών πόλεμο όλων εναντίον όλων.

5/4/09

ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΒΓΑΖΕΙ ΜΙΑ "ΚΟΠΩΣΗ"
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 5.4.2009

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο κουρασμένος αισθάνεται ο πρωθυπουργός. Ομως παρότι ένας πρωθυπουργός θρέφεται με το ελιξίριο της εξουσίας, η κόπωσή του θεωρείται εύλογη. Αυτός αποτελεί το «κέντρο διακυβέρνησης», που συγκεντρώνει το συνολικό βάρος και την ευθύνη για την πορεία της χώρας. Αυτός επιλέγει τους υπουργούς και συντονίζει τη λειτουργία της κυβέρνησης, αυτός κατευθύνει τις ενέργειες των δημόσιων υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής. Αυτός καλείται προεκλογικά να πείσει τους πολίτες για την ικανότητα του κόμματός του να κυβερνήσει. Και σε αυτόν στρέφονται τα βέλη της κριτικής όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά για τη χώρα ή το κόμμα. Αποτελούν όμως όλα αυτά ένα έργο που μπορεί να επιτελέσει ένα φυσικό πρόσωπο, χωρίς οργανωμένη, υποστήριξη από τους κατάλληλους διοικητικούς μηχανισμούς;
Είναι γνωστό ότι το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως πρωθυπουργοκεντρικό. Ενώ, όμως, η συνταγματική κατοχύρωση της θεσμικής υπεροχής του πρωθυπουργού είναι σαφής, στην πράξη δεν διαθέτει τον αναγκαίο μηχανισμό υποστήριξης των αυξημένων αρμοδιοτήτων του. Διαπιστώνεται, δηλαδή, μια θεσμική αντίφαση μεταξύ των συνταγματικών ρυθμίσεων και της διοικητικής οργάνωσης του πρωθυπουργικού αξιώματος. Και εδώ εντοπίζεται ο λόγος που ο πρωθυπουργός θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί αδύναμος, υπερφορτωμένος ή και κουρασμένος.
Σήμερα η πολιτική και συνταγματική ανάλυση οδηγείται σε δύο κρίσιμα συμπεράσματα: Απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα απέναντι στις πρωθυπουργικές υπερεξουσίες (συλλογικότερη λειτουργία της κυβέρνησης, «απελευθέρωση» του λόγου των βουλευτών κ.ά.). Κι από την άλλη, κρίνεται επιβεβλημένη η διοικητική αναδιάρθρωση των δημόσιων υπηρεσιών που υποστηρίζουν το έργο του. Απαιτείται να θεσπιστούν διαδικασίες οργάνωσης και υποστήριξης της κυβέρνησης. Η συλλογική λειτουργία και ο επιτελικός ρόλος της κυβέρνησης πρέπει να υποστηρίζονται από μια Γενική Γραμματεία με στελέχωση και αρμοδιότητες τέτοιες, ώστε να επιτυγχάνεται η τεχνική υποστήριξη τόσο του πρωθυπουργού όσο και της κυβέρνησης, που θα συμβάλλει στον οριζόντιο συντονισμό των πολιτικών, στην παρακολούθηση της εφαρμογής τους, στον έλεγχο της ποιότητας των προτεινόμενων νομοθετικών ρυθμίσεων. Κατ αυτό τον τρόπο μπορεί να υποστηριχθεί διοικητικά και συντονιστικά η άσκηση των πρωθυπουργικών αρμοδιοτήτων, οι οποίες αν και εμφανίζονται εξαιρετικά ενισχυμένες, σε επίπεδο εποπτείας της κυβέρνησης και συντονισμού των δράσεών της παρουσιάζουν διαχρονικά σημαντικά κενά και ελλείψεις.

28/3/09

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Ελευθεροτυπία, 28.3.2009

Η οικονομική κρίση, η οποία ξεκίνησε από τις ΗΠΑ ως χρηματοπιστωτική κρίση και εξελίχθηκε γρήγορα ως κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας, φαίνεται να παίρνει διαστάσεις πραγματικής οικονομικής ύφεσης σε παγκόσμια κλίμακα.
Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, οι κυρίαρχες φιλελεύθερες αρχές παραμερίζονται. Τα Κράτη επανέρχονται όχι μόνο ως βασικοί παίκτες στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, αλλά ως καταφύγια για τη σωτηρία του συστήματος, μέσω της πραγματοποίησης δαπανών, καταναλωτικών και επενδυτικών, για τον περιορισμό της ύφεσης, προφανώς δανειζόμενα από όσους διαθέτουν ρευστότητα, δηλαδή κυρίως από τις αναδυόμενες οικονομίες.(Κίνα). Οι Κεντρικές Τράπεζες μειώνουν δραστικά τα επιτόκια και παροτρύνουν το τραπεζικό σύστημα για να συνεχίσει να τροφοδοτεί την οικονομία με δάνεια προκειμένου να ενισχυθεί η οικονομική δραστηριότητα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως μετά την εκλογή των Δημοκρατικών, διοχετεύουν τεράστια ποσά στην οικονομία για την στήριξη οικονομικών κλάδων και μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ αναμένεται αύξηση των δαπανών για την υγεία και την εκπαίδευση. Ο Πρόεδρος Ομπάμα μιλάει για μια ευκαιρία που αναδύεται μέσα στην κρίση για μια περισσότερο δίκαιη κατανομή του εισοδήματος στις ΗΠΑ για ένα καινούργιο New Deal μετά από μια μεγάλη περίοδο διεύρυνσης των ανισοτήτων ενώ το έλλειμμα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού αναμένεται να ξεπεράσει το 10% του ΑΕΠ των ΗΠΑ για το 2009.

Τι κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση μπροστά σε όλα αυτά ;
Κάθε χώρα – μέλος προσπαθεί με τα δικά της μέσα να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση μέσα σ’ ένα πλαίσιο κοινών κανόνων δημοσιονομικής διαχείρισης. Το ζήτημα είναι ότι οι χώρες που έχουν ήδη υψηλό χρέος και μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και ανήκουν στη ζώνη του Ευρώ, ενώ χρειάζονται δημοσιονομική χαλάρωση για να αντιμετωπίσουν την κρίση, είναι υποχρεωμένες να περιορίσουν τις δαπάνες τους επειδή διεθνείς χρηματαγορές δεν έχουν εμπιστοσύνη στην δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων που συνάπτουν και συνεπώς επιβάλλουν υψηλότερα επιτόκια σε σύγκριση με χώρες με μικρότερο χρέος. Είναι προφανές ότι, το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα ενώ προφυλάσσει τις χώρες αυτές από συναλλαγματικές περιπέτειες, δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει τη σημερινή οικονομική κρίση.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε είναι αναγκαίος ένας πραγματικός κοινός προϋπολογισμός. Ένας κοινός προϋπολογισμός στο πλαίσιο μιας οικονομικής ένωσης, όπου όλοι οι πολίτες της Ευρώπης θα συνεισφέρουν και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα μπορεί να ασκεί τον κυρίαρχο ρόλο του στην κατανομή των δαπανών αυτού του κοινού Ευρωπαϊκού προϋπολογισμού με κοινούς κανόνες διαχείρισης. Δεν πρέπει εξάλλου να λησμονείται το γεγονός ότι στις ΗΠΑ δημιουργήθηκε ομοσπονδιακός προϋπολογισμός μετά την κρίση του 1929 προκειμένου να απαντήσει στα προβλήματα που δημιουργήθηκαν.
Η χαλάρωση του ορίου του 3% του ΑΕΠ του δημοσιονομικού ελλείμματος με αύξηση κυρίως των επενδυτικών δαπανών από τα κράτη – μέλη είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη για την έξοδο από την κρίση, τουλάχιστον των λιγότερο ισχυρών οικονομιών, διότι κάθε δημοσιονομική χαλάρωση «τιμωρείται» από τις διεθνείς χρηματαγορές με αύξηση των επιτοκίων δανεισμού. Το γεγονός, ότι οι χώρες αυτές ευθύνονται για τη μη συνετή οικονομική διαχείριση και την διστακτική πολιτική διαρθρωτικών αλλαγών που ακολούθησαν τα προηγούμενα χρόνια επωφελούμενα από τη «θαλπωρή» του κοινού νομίσματος, δεν αλλάζει τη σημερινή πραγματικότητα.
Είναι γεγονός ότι η σημερινή πολιτική συγκυρία δεν ευνοεί μια συζήτηση για οικονομική ένωση που θα συμπλήρωνε την νομισματική ενοποίηση, δηλ. για τη δημιουργία Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης. Όμως έστω και ένα πρόπλασμα κοινής δράσης με τη δημιουργία ενός κοινού ταμείου αλληλεγγύης και την έκδοση ευρωπαϊκών ομολόγων θα ήταν μια σημαντική εξέλιξη. Θα αποτελούσε μια Ευρωπαϊκή απάντηση στην σημερινή κρίση και θα ενίσχυε την εσωτερική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που σήμερα δοκιμάζεται επικίνδυνα.

24/3/09

ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΟΜΙΑΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 24.3.2009

Πίσω από την έξαρση των φαινομένων βίας και ανομίας, την εμφάνιση της νέας τρομοκρατίας και την αλληλοτροφοδοτούμενη διόγκωση της εγκληματικότητας και της αστυνομικής αυθαιρεσίας, δεν υποκρύπτεται μόνο η οικονομική κρίση και οι κοινωνικές της προεκτάσεις, αλλά ιδίως η κατάρρευση ενός ολόκληρου συστήματος αξιών. Η ίδια η οικονομική κρίση δεν αποτελεί άλλωστε παρά επιστέγασμα της ανεπαρκούς θεσμικής εποπτείας επί των μηχανισμών της αγοράς, υποσκάπτοντας την εμπιστοσύνη της κοινωνίας ως προς την ικανότητα του κράτους να θεσπίσει και να εφαρμόσει πολιτικές ελέγχου, αλλά και να παρέμβει εγκαίρως για την αντιμετώπισή της.
Σήμερα εκδηλώνεται με ακραίο τρόπο η χρόνια υποβάθμιση των δημοκρατικών θεσμών (βλ. Ξ. Κοντιάδη, Ελλειμματική Δημοκρατία, εκδόσεις Σιδέρη, 2009). Οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν υπάρχει δυνατότητα για ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων. Η διαρκής αποδυνάμωση της ικανότητας των πολιτικών κομμάτων να αντιπροσωπεύσουν τις κοινωνικές δυνάμεις προς τις οποίες απευθύνονται, δεν υπήρξε μόνον αποτέλεσμα του σταδιακού μετασχηματισμού τους σε κόμματα με άμεση, εξωθεσμική παρέμβαση στον κρατικό μηχανισμό, αλλά και συνέπεια της ανεπάρκειάς τους να αρθρώσουν πολιτικό λόγο που να υπερβαίνει μια διαμεσολαβητική-διαχειριστική λογική ως προς τη σχέση κράτους, οικονομίας και κοινωνίας. Η απόσταση ανάμεσα στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των κομμάτων και στα μέλη ή τους ψηφοφόρους τους φαίνεται να διευρύνεται σταθερά.
Η αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής και η αναξιοπιστία των θεσμών ενισχύουν την αποπολιτικοποίηση και ιδιωτικοποίηση των πολιτών. Παράλληλα με τη μετατόπιση των πολιτικών κομμάτων από την ιδεολογική και κοινωνική «καθαρότητα» στον επαμφοτερίζοντα, πολυσυλλεκτικό λόγο, συντελείται η μετακίνηση του πολίτη από το δημόσιο στο ιδιωτικό συμφέρον. Η αποξένωση ανάμεσα στα κόμματα και την κοινωνία δεν συναρτάται μόνο με την εξατομίκευση και την αποπολιτικοποίηση, αλλά και με τη δυσπιστία απέναντι σε κάθε μορφή θεσμοποιημένης εξουσίας. Η κατάργηση του ανοικτού και ανταγωνιστικού χαρακτήρα της δημοκρατίας οδηγεί στην ενίσχυση των αντισυστημικών μορφών πολιτικής δράσης, είτε αυτές εκφράζονται ως ενδυνάμωση των κομμάτων διαμαρτυρίας, είτε εκδηλώνονται ως βίαιες κοινωνικές εξεγέρσεις, είτε καταλήγουν σε τυφλές καταστροφές.
Όταν ο πολιτικός λόγος πλαισιώνεται με μια ηθικολογική ρητορεία, παρουσιάζοντας την πολιτική ως εάν να εκτυλίσσεται στον άξονα της ηθικής, ενώ παράλληλα τα φαινόμενα πολιτικής διαφθοράς μονοπωλούν την καθημερινή πολιτική ζωή, αυτή η αντινομία υποσκάπτει την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και νομιμοποιεί τη «βεβήλωση του αβεβήλωτου». Ωστόσο για την άμβλυνση των φαινομένων τυφλής βίας δεν αρκεί μία κοινωνικά δίκαιη αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, ούτε ασφαλώς ενδείκνυται η διεύρυνση της διακριτικής ευχέρειας των μηχανισμών καταστολής. Απαιτείται, πρωτίστως, η ανανέωση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς τους δημοκρατικούς θεσμούς και ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους, με κεντρικούς άξονες τον εκδημοκρατισμό των κομμάτων, την καταπολέμηση της διαφθοράς και τον σεβασμό προς τον πολίτη.

23/3/09

ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ ΕΥΘΥΝΩΝ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 23.3.2009

Οι πρόσφατες κυβερνητικές εξαγγελίες για αλλαγές στην ποινική μας νομοθεσία μπορούν να εκτιμηθούν, από πολιτική άποψη, ως προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών της κυβέρνησης για την αδυναμία, έως ανυπαρξία, της αστυνομίας και για τις εκρήξεις βίας τους τελευταίους μήνες. Από νομική άποψη οι αλλαγές αυτές θέτουν σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και συμφωνίας προς τη διεθνή προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Κατ’ αρχάς η «νεκρανάσταση» του καταργημένου από το 1993 αδικήματος της «περιύβρισης αρχής» θα σηματοδοτήσει σοβαρή οπισθοδρόμηση στην προστασία της ελευθερίας της έκφρασης. Η θωράκιση της δημόσιας εξουσίας έναντι αδικημάτων γνώμης, και μάλιστα με την αυτεπάγγελτη δίωξή τους, απάδει στο δημοκρατικό πολίτευμα. Δεδομένου ότι το στοιχείο της αντιπαράθεσης και της αντιδικίας αποτελεί έμφυτο χαρακτηριστικό της πολιτικής, είναι εύκολη η διολίσθηση, κατά την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων, σε αυταρχικές πρακτικές φίμωσης της πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησης. Τα ελληνικά ποινικά δικαστήρια είχαν συχνά εφαρμόσει στο παρελθόν τη σχετική διάταξη του άρθρου 181 του Ποινικού Κώδικα κατά τρόπο ώστε να δικαιώνονται οι φόβοι αυτοί και όλα δείχνουν ότι παρόμοια φαινόμενα μπορούν να επαναληφθούν.
Η απώτερη συνέπεια μπορεί να είναι νέες καταδίκες της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ελευθερία της έκφρασης). Περαιτέρω, η απόκρυψη των χαρακτηριστικών του προσώπου των διαδηλωτών θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση για αδικήματα βίας, π.χ. ληστεία, σωματική βλάβη, φθορά ξένης ιδιοκτησίας κ.λπ., οδηγώντας σε κάποια προσαύξηση της ποινής όσων καταδικάζονται για αυτή. Ωστόσο, η προσαύξηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα όρια που θέτει ιδίως η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και συνεπώς δεν επιτρέπεται να φθάνει π.χ. στον διπλασιασμό της αρχικής ποινής και μάλιστα κατά τρόπο οιονεί «αυτόματο» (δηλ. χωρίς να αφήνεται περιθώριο επιμέτρησης στον ποινικό δικαστή).
Γενικότερα πάντως, η αύξηση των κρουσμάτων βίας, οι λεηλασίες και / ή καταστροφές περιουσιών στους δρόμους των μεγάλων πόλεων κ.λπ., δεν οφείλονται στην ανεπάρκεια ή την «επιείκεια» των ποινικών νόμων.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι κουκουλοφόροι δεν τιμωρούνται επαρκώς από τα δικαστήρια, όταν συλληφθούν, αλλά ότι η αστυνομία συχνά δεν μπορεί ή και δεν θέλει να τους συλλάβει, ούτε να σταματήσει τουλάχιστον την καταστροφική δράση τους. Τούτο οφείλεται στα δικά της οργανωτικά προβλήματα και τις ελλείψεις σε εκπαίδευση, εξοπλισμό κ.λπ., που αντανακλούν άλλωστε τις γενικότερες δυσλειτουργίες ενός κομματικοποιημένου και διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού.
Με άλλες λέξεις, το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι το κράτος αδυνατεί να λειτουργήσει σωστά, κυρίως επειδή από αρκετές δεκαετίες αντιμετωπίζεται από τα κόμματα εξουσίας ως λάφυρο των ίδιων και των πολιτικών «πελατών» τους και όχι ως μηχανισμός στην υπηρεσία του συνόλου των πολιτών. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η ποινικοποίηση αποτελεί περισσότερο εξορκισμό και λιγότερο, ή καθόλου, σοβαρή πολιτική.

22/3/09

Η ΛΥΣΗ, ΤΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΚΟΜΜΑ
Ευάγγελος Βενιζέλος
Εφημερίδα "Ελευθεροτυπια", 22/3/2009

Η διεθνής οικονομική κρίση ήταν ως προς τα αίτιά της και είναι ως προς την αντιμετώπισή της, κρίση κατ' εξοχήν πολιτική.

Τα νομοθετικά και διοικητικά κενά ως προς την κρατική εποπτεία επί των χρηματοοικονομικών αγορών επέτρεψαν να διαμορφωθεί η μήτρα της κρίσης. Το έλλειμμα εποπτείας, που είναι έλλειμμα λειτουργίας του κράτους και άρα έλλειμμα πολιτικής, δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ, απ' όπου ξεκίνησαν οι κακές πρακτικές. Αφορά όλες τις χώρες -πρωτίστως, μάλιστα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη ζώνη του ευρώ.

1. Η απουσία σοβαρών θεσμών παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης οφείλεται στην άρνηση των ισχυρών εθνικών και περιφερειακών οικονομιών να τους δεχθούν. Η δε Ευρωπαϊκή Ένωση φάνηκε απόλυτα επαναπαυμένη στην αντίληψη ότι θα υπάρχουν πάντα ομαλές συνθήκες λειτουργίας της διεθνούς και της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μηχανισμοί πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων δεν είχαν, ούτε έχουν ακόμη συγκροτηθεί.

2. Στην Ελλάδα, όμως, ο πολιτικός χαρακτήρας της κρίσης δεν συνδέεται μόνον με τα εμφανή κενά του συστήματος εποπτείας στο χρηματοοικονομικό σύστημα, αλλά με ολόκληρο το περιβάλλον του δημόσιου βίου που έχει καταστεί εδώ και καιρό.
Ανεξάρτητα από τη διεθνή κρίση και τις επιπτώσεις της και κατά μείζονα λόγο εξαιτίας αυτών στην Ελλάδα έχει πλέον εγκατασταθεί μια καθολική κρίση εμπιστοσύνης. Πρόκειται για κρίση πολιτικής νομιμοποίησης και αντιπροσώπευσης, για κρίση της δημόσιας ηθικής, για κρίση των αξιακών παραδοχών. Η κρίση της οικονομίας μετασχηματίζεται κατά τον τρόπο αυτό σε κρίση αποτελεσματικότητας του κράτους, σε κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, σε κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού λόγου.

3. Όλοι πλέον αποδέχονται ότι τόσο η υπέρβαση της οικονομικής κρίσης, που είναι κρίση χρηματοοικονομική, κρίση δημοσιονομική και κρίση του παραγωγικού σχήματος της χώρας, όσο και η λήψη των αναγκαίων διαρθρωτικών μέτρων έχουν ως κοινή προϋπόθεση την επέμβαση στο κράτος: στη λειτουργία της κυβέρνησης, στη λειτουργία της Βουλής και ιδίως στην ποιότητα του νομοθετικού έργου, στη δημόσια διοίκηση, στους αρμούς που συνδέουν το κράτος με την οικονομία, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στα μεγάλα συστήματα του κοινωνικού κράτους, στους θεσμούς του κράτους δικαίου και κυρίως στη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Η ενιαία βάση όλων αυτών των προβλημάτων είναι το πολιτικό σύστημα και ιδίως η συνάρθρωση του κομματικού συστήματος με τους θεσμούς του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης, όπως αυτό διαμορφώθηκε τα τελευταία τριάντα πέντε (1974-2009) χρόνια.

4. Είναι, συνεπώς, λογικό να τροφοδοτείται διαρκώς μια δημόσια συζήτηση που έχει ως επωδό την ανάγκη αλλαγής του πολιτικού συστήματος.
Η συζήτηση, όμως, αυτή διεξάγεται κατά τρόπο αποσπασματικό. Εστιάζει το ενδιαφέρον της σε ορισμένα «αγαπημένα» θέματα όπως η ριζική αλλαγή του εκλογικού συστήματος, η ανάγκη για ένα «Καποδίστρια ΙΙ» ή η συγκρότηση μικρότερων, ευέλικτων κυβερνητικών σχημάτων με στόχο το λεγόμενο επιτελικό κράτος σε επίπεδο κεντρικής διοίκησης κ.ο.κ.
Παράλληλα, διεξάγεται και η διαρκής συζήτηση για τις αναγκαίες αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα, την αναγέννηση του ΕΣΥ, τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος κ.ο.κ.

5 Πεποίθησή μου, επιστημονική και πολιτική, είναι ότι καμία από τις αναγκαίες αυτές τομές δεν είναι εφικτή, αν η αλλαγή δεν αρχίσει από το ίδιο το κομματικό φαινόμενο, από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κομμάτων και του κομματικού συστήματος συνολικά. Αν δεν επιβληθεί στην πράξη το μοντέλο ενός συλλογικού, εσωτερικά δημοκρατικού, αποκεντρωμένου, «ανοικτού» κόμματος που επιτρέπει στους πολίτες να νιώθουν ότι πράγματι συμμετέχουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι και αντιπροσωπεύονται από τους πολιτικούς θεσμούς αρχής γενομένης από τα ίδια τα κόμματα.

Το μοντέλο ενός κόμματος που δεν έχει ολιστική αντίληψη για το κράτος, την κοινωνία, την οικονομία. Που δεν θέλει να παρεμβαίνει οργανωτικά παντού, αλλά αφήνει χώρο στους πολίτες, τις τοπικές κοινωνίες, την εκπαιδευτική κοινότητα, την επιστημονική και επαγγελματική αξιοκρατία.

* Πώς μπορεί να μεταβληθεί το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο οργάνωσης της κυβέρνησης που οδηγεί αναγκαστικά στο μοντέλο ενός υπερσυγκεντρωτικού, μοναχικού και, αργά ή γρήγορα, αναποτελεσματικού μεγάρου Μαξίμου, αν δεν αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας του κόμματος της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας;

Το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα οργάνωσης της κυβέρνησης είναι το ομόλογο του αρχηγικού συστήματος οργάνωσης των κομμάτων.

* Κατά την ίδια λογική, τι νόημα έχει η υιοθέτηση ενός εκλογικού συστήματος κοντινού προς το γερμανικό, εάν η διάκριση των βουλευτών σε αυτούς της ενιαίας εθνικής ή περιφερειακής λίστας και αυτούς των μονοεδρικών περιφερειών και η επιλογή των υποψηφίων θα γίνεται χωρίς ουσιαστικές δημοκρατικές διαδικασίες;

* Πώς μπορεί να αναβαθμιστεί η λειτουργία της Βουλής και ο ρόλος των βουλευτών, όταν η Βουλή λειτουργεί απολύτως ως «Βουλή των κομμάτων» και δεν αφήνει κανένα περιθώριο κίνησης στους βουλευτές καθώς οτιδήποτε αποκλίνει -ακόμη και λεκτικά- από την κομματική γραμμή εκλαμβάνεται ως σκάνδαλο;

* Πώς μπορεί να προωθηθεί η αποκεντρωτική λειτουργία του κράτους, όταν τα ίδια τα κόμματα έχουν έντονα συγκεντρωτική λειτουργία με περιφερειακά όργανα που στερούνται ουσιαστικών πολιτικών αρμοδιοτήτων;

* Πώς μπορούν να θεσπιστούν νέες εγγυήσεις υπέρ της διαφάνειας, όταν υπάρχουν ισχυρές επιφυλάξεις για τη χρηματοδότηση και την οικονομική διαχείριση των κομμάτων;

Όλες δε οι παθογένειες της λεγόμενης κεντρικής πολιτικής σκηνής, που ανάγονται τελικά στον τρόπο οργάνωσης των κομμάτων, μεταφέρονται, συχνά με οξύτερο τρόπο, στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης και των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

6. Το κυριότερο, όμως, πρόβλημα αφορά την ποιότητα του πολιτικού λόγου, ιδίως όταν αυτός καλείται να αντιμετωπίσει έκτακτα ζητήματα όπως η παρούσα διεθνής οικονομική κρίση.

Ένα πολιτικό σύστημα εγκλωβισμένο στις νοοτροπίες των τελευταίων 35 ετών δύσκολα μπορεί να υπερβεί κάποια στερεότυπα που ανάγουν τα πάντα στη διαχρονική σύγκρουση αφ' ενός μεν μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, αφ' ετέρου δε των μικρότερων κομμάτων με τα δύο μεγάλα.

Η κατάσταση αυτή έχει ως κύριο θετικό σημείο τη δυνατότητα να συγκροτούνται αυτοδύναμες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Είναι, όμως, άνευ σημασίας μια αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία παλαιού τύπου, δηλαδή αλαζονική και αυτάρεσκη.

Απαιτείται μια νέου τύπου αντίληψη περί αυτοδυναμίας που να λειτουργεί ως εγγύηση σταθερότητας, αποτελεσματικότητας και αξιοπιστίας. Ταυτοχρόνως, όμως, και ως βάση για τις αναγκαίες, προγραμματικά έγκυρες, συνεργασίες και τις ακόμη ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις χωρίς τις οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν τα σημερινά προβλήματα.

Όλα αυτά προϋποθέτουν, ωστόσο, βαθιές και γενναίες αλλαγές στην ίδια τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τη νοοτροπία των κομμάτων, ιδίως δε των πολυσυλλεκτικών κομμάτων εξουσίας.

7. Υποστηρίζω τις θέσεις αυτές εδώ και χρόνια τόσο θεωρητικά με τα βιβλία μου για το «ανοικτό» κόμμα και την μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όσο και με συνεχείς παρεμβάσεις στα συνέδρια και τις άλλες εσωκομματικές διαδικασίες του ΠΑΣΟΚ.

Θέλω να πιστεύω ότι όλα αυτά έχουν καταστεί κοινή συνείδηση στο ΠΑΣΟΚ, που καλείται τώρα να διαχειριστεί μια ιστορική πρόκληση με τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα. Δεν αρκεί, όμως, να συμβεί αυτό μόνον στο ΠΑΣΟΚ. Πρέπει να συμβεί σε όλο το κομματικό φάσμα, εάν θέλουμε να σταθούμε, συνολικά ως κοινωνία, στο ύψος των περιστάσεων.

12/3/09

Η ΨΗΦΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΔΗΜΩΝ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.3.2009

Στο Σύνταγμα του 1975 περιελήφθη για πρώτη φορά διάταξη (άρθρο 51, παρ. 4) που προέβλεψε τη δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να ρυθμίσει τα σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου των Ελλήνων εκλογέων εκτός Ελλάδας. Ο κοινός νομοθέτης δεν πήρε καμία τέτοια πρωτοβουλία. Στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, παράλληλα με τη συνταγματική κατοχύρωση του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (άρθρο 108, παρ. 2), ανακινήθηκε και το θέμα αυτό, με δύο ουσιώδεις αλλαγές στο άρθρο 51, παρ. 4. Πρώτον, την πρόβλεψη αυξημένης πλειοψηφίας των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών για την ψήφιση του σχετικού νόμου -μια ευτυχής έμπνευση του Ευ. Βενιζέλου- και δεύτερον, την κατ’ αρχήν προτίμηση της επιστολικής ψήφου ως μέσου διευκόλυνσης της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος από τους ευρισκόμενους εκτός Ελλάδας εκλογείς.
Τόσο το παλαιό όσο και το νέο άρθρο 51, παρ. 4 Συντ. δεν προσέφεραν στους εκτός Ελλάδας εκλογείς κάτι που δεν είχαν. Οι απόδημοι Έλληνες και οι άλλοι ευρισκόμενοι εκτός Ελλάδας συμπατριώτες μας, εφόσον έχουν και διατηρούν την ελληνική ιθαγένεια, μπορούν να ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές όπως και οι άλλοι Έλληνες πολίτες. Αρκεί να έλθουν στην Ελλάδα και να ψηφίσουν.
Με τον τρόπο αυτόν αποδεικνύουν τη σταθερότητα του δεσμού με τη μητέρα πατρίδα και εκδηλώνουν εμπράκτως τη βούλησή τους να συνεχίσουν να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Το άρθρο 51, παρ. 4 Συντ. αφορά εκείνους που δεν μπορούν να υποστούν αυτήν την ωραία ταλαιπωρία. Ποιος είναι όμως ο σκοπός του άρθρου αυτού; Ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης ήθελε άραγε οι απόδημοι και οι άλλοι διεσπαρμένοι στις πέντε ηπείρους Έλληνες πολίτες να καθορίζουν με την ψήφο τους «εξ αποστάσεως» τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα; Ο Ιταλός συνταγματικός νομοθέτης το 2001 είχε επίγνωση των απρόβλεπτων συνεπειών της «προσμέτρησης» των ψήφων των Ιταλών μεταναστών στις ψήφους των ευρισκομένων εντός της Επικρατείας εκλογέων και γι’ αυτό προέβλεψε ότι οι περίπου 2.500.000 δυνητικοί εκλογείς εκτός Ιταλίας θα εκλέγουν σε «περιφέρειες εξωτερικού», ανά ήπειρο, 12 βουλευτές και 6 γερουσιαστές, αφαιρούμενους από τον συνολικό αριθμό των μελών κάθε Βουλής (630 και 315, αντίστοιχα).
Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση, με το νομοσχέδιο που κατέθεσε πρόσφατα στη Βουλή, δεν θέλει να έχουν οι απόδημοι τη δική τους -συμβολική κατά βάση- αντιπροσώπευση, αλλά να επηρεάζουν άμεσα και καθοριστικά με την ψήφο τους τον κομματικό ανταγωνισμό στην Ελλάδα. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης -πλην του ΛΑΟΣ- καθώς και το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού επιμένουν στο ιταλικό πρότυπο, το μόνο που ταιριάζει σε μια χώρα με μεγάλο αριθμό μεταναστών, όπως η Ελλάδα. Έτσι θα μπορούσαν να δημιουργηθούν τρεις εκλογικές «περιφέρειες εξωτερικού» (Ευρώπη, Αμερική και Αφρική, Ασία και Ωκεανία), στις οποίες θα αντιστοιχούσαν 5 το πολύ βουλευτικές έδρες, αφαιρούμενες από τις 12 έδρες των βουλευτών Επικρατείας. Είναι ένα άλλο ζήτημα αν αυτό μπορεί να γίνει μόνο με συνταγματική αναθεώρηση ή με κοινό νόμο.

10/3/09

Η ΔΥΣΠΡΑΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 10.3.2009

Κάθε πολίτης που χρειάστηκε να προσφύγει στη Δικαιοσύνη έχει διαπιστώσει, χωρίς να απαιτούνται ειδικές γνώσεις, την αδυναμία των ελληνικών δικαστηρίων να ανταποκριθούν στον θεσμικό τους ρόλο. Παρά το υψηλό επίπεδο του μέσου Έλληνα δικαστή, ο χρόνος απονομής της δικαιοσύνης ισοδυναμεί συχνά με αρνησιδικία, όπως έχει άλλωστε αποφανθεί κατ’ επανάληψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Κατά μέσο όρο ο χρόνος αναμονής για την έκδοση πρωτόδικης απόφασης στα διοικητικά δικαστήρια υπολογίζεται σε πέντε χρόνια, ενώ για να τελεσιδικήσει απαιτείται τουλάχιστον άλλη μία τριετία. Παρόμοια είναι η κατάσταση και στα πολιτικά δικαστήρια. Η εξήγηση για τη δυσπραγία της Δικαιοσύνης δεν είναι μονοσήμαντη. Οφείλεται κατ’ αρχάς στην ελλειμματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, της οποίας οι αποφάσεις σε υψηλό ποσοστό είναι παράνομες και αναιτιολόγητες ή εκδίδονται χωρίς να τηρούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Από την άλλη πλευρά, ο δικηγορικός πληθωρισμός και η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών επιβαρύνουν περαιτέρω τη Δικαιοσύνη. Πέρα από αυτά, η ίδια η διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης διαπιστώνεται ότι δεν διευκολύνει την αποφόρτωση, αλλά επιτείνει το πρόβλημα, επηρεάζοντας εντέλει και την ποιότητα του δικαιοδοτικού έργου.
Η αναποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος, κατ’ εξοχήν σε περιόδους οικονομικής κρίσης, καθίσταται άμεσα ορατή στην οικονομία, αφ ενός στερώντας το ελληνικό Δημόσιο από σημαντικά ποσά φόρων και ασφαλιστικών εισφορών και, αφ ετέρου, εγκλωβίζοντας σειρά επιχειρηματικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων. Ωστόσο, τα μέχρι σήμερα μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα αποδείχθηκαν ατελέσφορα, ιδίως εξαιτίας της αποσπασματικότητας των ρυθμίσεων, αλλά και της έλλειψης ενός ριζοσπαστικού σχεδιασμού για την αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος. Τα μέτρα που εξήγγειλε ο νέος υπουργός Δικαιοσύνης κινούνται μεν στη σωστή κατεύθυνση, όμως δεν φαίνεται να εντάσσονται σε μια λογική ευρύτερης αναδιάρθρωσης του κράτους.
Είναι κρίσιμο να καταρριφθεί ο μύθος ότι η αύξηση του αριθμού των δικαστών θα αποτελούσε λύση για να μειωθεί ουσιωδώς ο χρόνος έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων. Απαιτείται, επίσης, να καταστεί σαφές ότι οι αναγκαίες τομές δεν αρκεί να αφορούν τη δικαιοσύνη καθεαυτή, αλλά συνολικότερα την οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας. Όταν σήμερα ο αριθμός των εκκρεμών δικογραφιών ανέρχεται σε περισσότερες από 415.000, είναι προφανές ότι ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να αποδοθεί πρώτον σε μέτρα μείωσης των υποβαλλόμενων αιτήσεων και προσφυγών και, δεύτερον, στους μηχανισμούς «φιλτραρίσματος» εκείνων των προσφυγών με τις οποίες πράγματι θα ασχοληθεί σε βάθος ο δικαστής. Επιπλέον, σκόπιμο κρίνεται να προτάσσονται χρονικά οι μείζονος οικονομικού-επενδυτικού ενδιαφέροντος υποθέσεις, που έχουν ευρείες επιπτώσεις για την οικονομία και την πολιτεία.
Η Δικαιοσύνη παραμένει, παρά τη χαμηλή της αποδοτικότητα, ο έσχατος και πλέον αμερόληπτος κρατικός μηχανισμός για την προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η αναβάθμιση της λειτουργίας της θα συμβάλει ευρύτερα στον εκσυγχρονισμό της πολιτείας.

9/3/09

ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 9.3.2009

Η έκδοση από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) εντάλματος σύλληψης κατά του προέδρου του Σουδάν, προκειμένου να δικαστεί ως ηθικός αυτουργός για τα εγκλήματα των σουδανικών παραστρατιωτικών δυνάμεων στο Νταρφούρ, ήταν το σημαντικότερο διεθνές γεγονός της προηγούμενης εβδομάδας. Παρά την αδυναμία άμεσης εκτέλεσής του, το ένταλμα αυτό σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας περιόδου στις διεθνείς σχέσεις, κατά την οποία ακόμα και αρχηγοί κρατών μπορούν να βρεθούν υπόλογοι για μαζικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου από τους υποτακτικούς τους, ενώπιον ενός διαρκούς δικαιοδοτικού οργάνου, όπως είναι το ΔΠΔ. Ακριβώς ο διαρκής χαρακτήρας του τελευταίου, με βάση τη σχετική διεθνή σύμβαση που έχει κυρωθεί από τα περισσότερα κράτη του κόσμου, συνεπάγεται την ύπαρξη των εγγυήσεων δίκαιης δίκης που έλλειπαν έως τώρα από τα περιστασιακά συγκροτούμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις διεθνή ποινικά δικαστήρια, όπως π.χ. εκείνο για την πρώην Γιουγκοσλαβία.
Γενικότερα είναι θετικό ότι η διεθνής κοινότητα αρχίζει σε κάποιον βαθμό να αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα ως μια οιονεί έμφυτη ιδιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι γεγονός ότι τόσο μέσα από τα διεθνή κείμενα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα αντίστοιχα δικαιοδοτικά όργανα όσο και, κυρίως, από τη διαμόρφωση ενός είδους παγκόσμιας κοινής γνώμης, ως συνέπεια της τεχνολογικής και κοινωνικής εξέλιξης, προκύπτουν δεσμεύσεις για τα εθνικά κράτη. Τα τελευταία είναι μακροπρόθεσμα υποχρεωμένα, λόγω και της ολοένα εντεινόμενης αλληλεξάρτησης των εθνικών και περιφερειακών οικονομιών, να λαμβάνουν υπόψη τους, ως ένα σημείο τουλάχιστον, τις διεθνείς πιέσεις για σεβασμό στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο η εξέλιξη αυτή πολύ απέχει από το να έχει ολοκληρωθεί και προσλάβει τις διαστάσεις μιας ιστορικής νομοτέλειας, αφού άλλωστε υπάρχουν ευδιάκριτα στοιχεία υποκρισίας στη σχετική ρητορική, όταν αυτή προέρχεται από κράτη και κυβερνήσεις.
Το στοιχείο αυτό της υποκρισίας είναι ιδιαίτερα έντονο στην περίπτωση της παγκόσμιας υπερδύναμης, η οποία από τη μία συντάσσει και δημοσιοποιεί ετήσιες εκθέσεις του State Department, επικρίνοντας άλλα κράτη για καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και από την άλλη καταπατά η ίδια τα δικαιώματα αυτά σε μεγάλη κλίμακα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν κυρώσει τη σύμβαση για το ΔΠΔ και έτσι τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων και των μυστικών υπηρεσιών τους δεν μπορούν να κατηγορηθούν ενώπιόν του για τις παραβιάσεις δικαιωμάτων στο Γκουαντάναμο, το Ιράκ κ.λπ. Ίσως ακόμη χειρότερες είναι όμως οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην ίδια την αμερικανική επικράτεια, π.χ. με τις πολυάριθμες θανατικές καταδίκες και εκτελέσεις, ακόμη και ανηλίκων, σε αντίθεση προς τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (που ούτε κι αυτή δεν την έχουν κυρώσει οι ΗΠΑ), με τη μη αποδοχή της δικαιοδοσίας του Αμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κ.ά. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αποτελεσματικά μόνο εφόσον ισχύουν πάγια, για όλους και έναντι όλων, και τούτο δεν μπορεί να συμβεί σ' έναν μονοπολικό κόσμο, όπως ο σημερινός, όταν η υπερδύναμη δίνει το κακό, αντί για το καλό, παράδειγμα.

25/2/09

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 25.2.2009

«Η ενίσχυση κάθε σύγχρονης δημοκρατίας παραμένει πάντοτε επίκαιρη». Σε αυτήν τη φράση του Γιώργου Παπαδημητρίου, γραμμένη με αφορμή τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (Η τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος, 2006), μπορεί να συμπυκνωθεί το πολιτικό νόημα ολόκληρου του επιστημονικού του έργου, ένα μεγάλο μέρος του οποίου συγκεντρώθηκε πρόσφατα σε δύο τόμους που περιλαμβάνουν 58 μελέτες του από το 1975 μέχρι το 2005 (Συνταγματικές Μελέτες, Ι, ΙΙ, 2007).
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου υπεράσπισε με σθένος τη μεταπολιτευτική δημοκρατία, χωρίς να παραβλέπει τις δυσλειτουργίες και τις παθολογίες της, υποδεικνύοντας όμως πάντοτε εύλογες και εφαρμόσιμες λύσεις για την αντιμετώπισή τους, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητάς της.
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου δεν ήταν ένας απλός παρατηρητής του Συνταγματικού Δικαίου που θα περιοριζόταν στην καταγραφή ή έστω τη συστηματοποίηση των δεδομένων της συνταγματικής εμπειρίας. Ηταν ένας συνδιαμορφωτής του Συνταγματικού Δικαίου, ο οποίος αντιλαμβανόταν το ερμηνευτικό του αντικείμενο όχι μόνο όπως είναι αλλά και όπως θα έπρεπε να είναι, με βάση τη λογική και το αξιακό περιεχόμενο των θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος και πρωτίστως της δημοκρατικής αρχής, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη του και τη διαρκώς εξελισσόμενη πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα.
Ετσι, στις περιπτώσεις συνταγματικών κανόνων που επιδέχονται εναλλακτικές ερμηνείες -και τέτοιοι συνήθως είναι οι συνταγματικοί κανόνες- το τελικό κριτήριο του Παπαδημητρίου ήταν η αξιολόγηση των ερμηνειών αυτών με βάση τη συμβολή τους στην ενδυνάμωση ή την αποδυνάμωση της δημοκρατίας στη χώρα μας. Στη σκέψη όμως του Παπαδημητρίου η δημοκρατία είναι μια πολυδιάστατη έννοια. Δεν εξαντλείται στην πολιτική δημοκρατία, με την οποία ασχολήθηκε ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ούτε ταυτίζεται μόνο με τη φιλελεύθερη δημοκρατία και την εγγύηση των ατομικών δικαιωμάτων, ένα θέμα που πάντοτε τον ενδιέφερε, ιδίως σε σχέση με την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, αλλά περιλαμβάνει και την κοινωνική δημοκρατία, η οποία κατά την περίοδο που διανύουμε δέχεται ασφυκτικές πιέσεις, καθώς και τη δημοκρατία στο εσωτερικό της κοινωνίας, η οποία προϋποθέτει την εγγύηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων απέναντι στις ιδιωτικές εξουσίες. Αυτές οι «τέσσερεις» δημοκρατίες είναι αλληλένδετες και εξαρτώνται πλέον και από μία «πέμπτη» δημοκρατία, αυτή που πρέπει να οικοδομηθεί στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ένα θέμα στο οποίο ο Γιώργος Παπαδημητρίου αφιέρωσε σειρά ολόκληρη μελετών του. Η δημοκρατία όμως σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο προϋποθέτει ότι θα υπάρξει μέλλον.
Η ευθύνη απέναντι στις μελλοντικές γενεές, με αναφορά στην προστασία του περιβάλλοντος, αλλά όχι μόνο αυτήν, ήταν το θέμα που απασχολούσε περισσότερο από καθετί άλλο τα τελευταία χρόνια τον Γιώργο Παπαδημητρίου. Είναι και αυτό ένα στοιχείο που μαρτυρεί την κρισιμότητα των προβλημάτων, τα οποία έθεσε και ανέλυσε, αλλά και το αίσθημα ευθύνης που είχε ως συνταγματολόγος για τη συνειδητοποίηση των κινδύνων που απειλούν όχι μόνο τον συνταγματισμό, αλλά και την ανθρωπότητα στον 21ο αιώνα.

24/2/09

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΥΠΟ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 24.2.2009

Οι επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης δεν έχουν γίνει ακόμη ορατές σε όλη τους την έκταση στη χώρα μας, αφού η έκθεση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος στα «τοξικά» τραπεζικά προϊόντα υπήρξε περιορισμένη. Όμως οι εγγενείς διαρθρωτικές δυσλειτουργίες της ελληνικής οικονομίας αναπόφευκτα θα διογκώσουν κατά τους επόμενους μήνες τις επιπτώσεις της κρίσης σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Ήδη οι πυλώνες του ελληνικού «αναπτυξιακού μοντέλου», δηλαδή τουρισμός, ναυτιλία και κατασκευές, εμφανίζουν τις πρώτες ισχυρές ενδείξεις μιας επερχόμενης καθίζησης, που όλα δείχνουν ότι θα έχει κρίσιμες κοινωνικές προεκτάσεις, με έξαρση της ανεργίας, της φτώχειας και των φαινομένων κοινωνικού αποκλεισμού και παραβατικότητας.
Ωστόσο την ίδια ώρα που στις ανεπτυγμένες δυτικές δημοκρατίες διεξάγεται μια γόνιμη συζήτηση για την αναδιάρθρωση της σχέσης δημόσιου - ιδιωτικού τομέα στην οικονομία, την αναγκαιότητα εκ νέου οριοθέτησης του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους και την εισαγωγή νέων κανόνων στο διεθνές εμπόριο, το ελληνικό πρόβλημα παραμένει εγκλωβισμένο στα στοιχειώδη: Ποιοι πρέπει να φορολογούνται και με ποιον τρόπο, πώς θα καταπολεμήσει η πολιτεία τη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή, γιατί έχει εκτοξευθεί η αδήλωτη εργασία σε δυσθεώρητα ύψη, πώς θα αντιμετωπιστούν τα ενδημικά φαινόμενα πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς, πώς θα λειτουργήσει επιτέλους το κράτος με τρόπο φιλικό για τον πολίτη και τις επιχειρήσεις, ποιες αλλαγές απαιτούνται ώστε να παράξει το εκπαιδευτικό σύστημα νέα γνώση, πώς θα αξιοποιηθούν οι κοινωνικές μεταβιβάσεις και θα οργανωθεί αποτελεσματικά το κοινωνικό κράτος;
Είναι μακρύς ο κατάλογος με τα ζητήματα που παραμένουν εκκρεμή επί δεκαετίες, ενώ θεωρούνται προ πολλού λυμένα στα προηγμένα δυτικά κράτη. Μπροστά στην οικονομική κρίση τέτοιου τύπου ελλείμματα λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές του προβλήματος. Οι διαρθρωτικές δυσλειτουργίες και οι παγιωμένες παθογένειες του κρατικού μηχανισμού και της ελληνικής οικονομίας κατ’ ουσίαν αποτελούν τον πλέον ανασχετικό παράγοντα για τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης. Αυτές οι παθογένειες αποδεικνύουν τελικά την κατάρρευση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, το έλλειμμα ηγεσίας και αξιοπιστίας της πολιτικής τάξης, την αδυναμία επεξεργασίας ενός σχεδίου αν όχι για τη συνολική αντιμετώπιση της κρίσης, έστω για τον εξορθολογισμό βασικών λειτουργιών του κράτους και της αγοράς.
Η οικονομική κρίση, που πρόκειται να κορυφωθεί τους επόμενους μήνες, θα αφήσει πίσω της χιλιάδες οικογένειες και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες στα όρια της απόγνωσης. Παρ’ όλα αυτά, κυριαρχεί ακόμη η ενασχόληση με μικροκομματικές αντεγκλήσεις και σενάρια. Την κρίση θα ακολουθήσει μια άνευ προηγουμένου κοινωνική ένταση, πιθανόν μια κοινωνική έκρηξη. Άγνωστο παραμένει, όμως, εάν μέσα από αυτές τις διεργασίες ενδέχεται να προκύψει μια νέα αντίληψη για την πολιτική, που θα οδηγήσει σε τομές στο κράτος και την οικονομία, ή αν θα συνεχιστεί η αυτοκαταστροφική πορεία της χώρας.

23/2/09

Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 23.2.2009

Οι πρόσφατες βιαιοπραγίες ομάδας κουκουλοφόρων κατά των μετεχόντων σε επιστημονική εκδήλωση σε κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην καρδιά της πρωτεύουσας, και ο τραυματισμός του καθηγητή Γ. Πανούση ήταν το τελευταίο από μία σειρά παρόμοιων επεισοδίων. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα κάποιοι άλλοι κουκουλοφόροι είχαν επιτεθεί και τραυματίσει τον διευθυντή των φυλακών Θεσσαλονίκης, ο οποίος συμμετείχε σε άλλη επιστημονική εκδήλωση στους χώρους του Αριστοτελείου, στη συνέχεια μερικοί άλλοι κατέστρεψαν και λεηλάτησαν γραφεία και άλλους χώρους του ίδιου ιδρύματος, άλλοι συνέλαβαν και κράτησαν ομήρους (!) μέλη των συλλογικών οργάνων του για να παρεμποδίσουν τη λήψη μη αρεστών σ' αυτούς αποφάσεων, κ.ο.κ.
Πιο θλιβερή κι από τα ίδια τα γεγονότα είναι η κοινωνική και πολιτική αντίδραση σ' αυτά, ή μάλλον η ανυπαρξία της, αφού η μόνη συνέπειά τους είναι η έκδοση μονότονα επαναλαμβανόμενων ανακοινώσεων -φραστικής και μόνο- καταδίκης από τα πολιτικά κόμματα. Στην πραγματικότητα γινόμαστε όλοι απαθείς μάρτυρες μιας ολοκληρωτικής αντιστροφής της λειτουργίας του πανεπιστημιακού ασύλου. Ενώ το άσυλο υποτίθεται ότι υπάρχει για να προστατεύει την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, αποδεικνύεται ότι υπάρχει για να επιτρέπει σε διάφορους εξτρεμιστές, πολλοί από τους οποίους πιθανότατα δεν έχουν καμία σχέση με το πανεπιστήμιο, να βιαιοπραγούν ασύδοτοι και να καταστέλλουν την ελευθερία της έκφρασης μέσα στους χώρους του τελευταίου. Ο αληθινός υπαίτιος για όλα αυτά δεν είναι η ισχύουσα νομοθεσία περί ασύλου, αφού η τελευταία προβλέπει τη χωρίς άλλη διαδικασία επέμβαση της δημόσιας δύναμης, όταν διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα (ή και πλημμελήματα κατά της ζωής) στους πανεπιστημιακούς χώρους. Ο αληθινός υπαίτιος είναι η διαχρονική έλλειψη πολιτικής βούλησης για να υπάρξει τέτοια επέμβαση.
Εφόσον λοιπόν οι κυβερνήσεις δεν θέλουν ή δεν μπορούν, η πιο πρόσφορη λύση είναι να δοθεί η δυνατότητα στα ΑΕΙ να αυτοπροστατευθούν, με τη νομοθετική καθιέρωση αυτοτελούς πανεπιστημιακής αστυνομίας. Αυτή μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερο ένοπλο σώμα για κάθε ίδρυμα, υπαγόμενο στις εντολές της οικείας πρυτανικής αρχής (και όχι του υπουργείου Εσωτερικών). Παράλληλα πρέπει να ληφθούν πρακτικά μέτρα ώστε η είσοδος και έξοδος στους πανεπιστημιακούς χώρους να γίνεται μόνον από συγκεκριμένα, ελεγχόμενα σημεία και να επιτρέπεται, εκτός από τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας (διδάσκοντες, διδασκομένους και υπαλλήλους), μόνο σε πρόσωπα που έχουν συγκεκριμένο λόγο, π.χ. θέλουν να χρησιμοποιήσουν τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες ή να συμμετάσχουν σε διεξαγόμενο επιστημονικό συνέδριο.
Τα μέτρα αυτά πρέπει να ληφθούν άμεσα, προτού φθάσουμε σε σημείο να θρηνήσουμε θύματα. Διαφορετικά η κύρια ευθύνη δεν θα ανήκει στους φυσικούς αυτουργούς των βιαιοτήτων, αλλά στους πολιτικούς που αδρανούν.

19/2/09

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΧΩΡΙΣ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΠΑΘΟΣ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", 16.2.2009

Η πρόσφατη μέτρηση των δεικτών εμπιστοσύνης στους θεσμούς από την Public Issue αποκαλύπτει ότι τα Πανεπιστήμια βρίσκονται μέσα στην πρώτη δεκάδα των θεσμών που εμπιστεύονται οι έλληνες πολίτες (Καθημερινή 28/12/1008). Συγκριτικά με άλλους θεσμούς, όπως τα Κόμματα, οι Κυβερνήσεις, τα Υπουργεία, η Τηλεόραση κ.ά., η θέση που βρίσκονται τα Πανεπιστήμια είναι αξιοζήλευτη, ιδιαίτερα μετά από τόσες καταγγελίες ακόμη και από τους ίδιους τους λειτουργούς τους, τους καθηγητές.
Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί τα τελευταία χρόνια οι ίδιοι οι καθηγητές προχωρούν σε δημόσιες καταγγελίες των όσων συμβαίνουν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο; Μήπως πρόκειται για διάθεση αυτοθυσίας, που αξίζει να επαινεθεί ή για ενδόμυχη τάση αναζήτησης ενός ιδανικού κόσμου, μέσα στον οποίο τα Πανεπιστήμια θα λειτουργούν και στην Ελλάδα, όπως εξιδανικευμένα υποτίθεται ότι λειτουργούν στη Δύση; (όπου οι περισσότεροι καθηγητές των ελληνικών Πανεπιστημίων έχουμε σπουδάσει ή/και διδάξει).
Η εξήγηση του φαινομένου δεν αλλάζει το γεγονός ότι συμβαίνουν πολλά από όσα καταγγέλλονται. Όμως η είναι άδικο και επικίνδυνο να γενικεύονται οι καταγγελίες σε όλους καθηγητές και φοιτητές, εφόσον οι περισσότεροι εργάζονται με σοβαρότητα και υπευθυνότητα στο πλαίσιο των συχνά αξεπέραστων δυσκολιών που θέτει η γενικότερη κατάσταση των υποδομών σε κτίρια και εξοπλισμό, λόγω της χρόνιας δημόσιας υποχρηματοδότησης, η αναξιοπρεπής μισθολογική μεταχείριση των διδασκόντων. η υποτυπώδης φοιτητική μέριμνα καθώς και η ξεπερασμένη οργάνωση και διοίκηση των ελληνικών Πανεπιστημίων λόγω της επαγγελλόμενης αλλά ακόμη εκκρεμούσας μεταρρύθμισης.
Ενώ είναι αλήθεια, ότι δεν είναι όλα τα ελληνικά Πανεπιστήμια ίδια, ούτε όλα τα Πανεπιστημιακά Τμήματα λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν περιπτώσεις που κυριαρχούν η πλημμελής εκπλήρωση των διδακτικών και ερευνητικών καθηκόντων των διδασκόντων, η αναξιοκρατία, η ευνοιοκρατία, η οικογενειοκρατία, η «αλληλεγγύη της παρέας» και οι προσωπικές σχέσεις που συχνά γίνονται και πελατειακές, όσον αφορά στην ανάδειξη των Διοικητικών Αρχών και στην εκλογή καθηγητών.
Το γεγονός ότι οι συμπεριφορές αυτές είναι εγγενείς στην ελληνική κοινωνία και ότι διαχέονται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σ’ όλους τους θεσμούς της χώρας μας δεν πρέπει να αποτελεί δικαιολογία. Δυστυχώς πολύ συχνά, η εύνοια για αυτούς που γνωρίζουμε προσωπικά και φιλικά συναγωνίζεται την αδιαφορία και την εχθρότητα γι’ αυτούς που βρίσκονται έξω από τον κύκλο των γνωστών και φιλικών μας προσώπων, έστω κι αν αυτοί είναι άριστοι. Αυτό συμβαίνει σ’ όλο τον Κόσμο, αλλά στη χώρα μας παίρνει μεγάλες διαστάσεις και αποτελεί ένα πολιτιστικό χαρακτηριστικό που καταστρέφει κάθε έννοια θεσμού και τελικά κάθε έννοια συγκροτημένης κοινωνίας.
Στα ελληνικά Πανεπιστήμια τέτοιες συμπεριφορές θα έπρεπε να υποχωρούν μπροστά στον ορθολογισμό και την αποπροσωποποιημένη λειτουργία των θεσμών, εφόσον οι περισσότεροι από τους καθηγητές που υπηρετούν σε αυτά έχουν γνώση και εμπειρία από τον αποτελεσματικότερο, αλλά όχι ιδανικό, όπως συχνά εμφανίζεται, τρόπο λειτουργίας των Πανεπιστημίων στις δυτικές χώρες. Είναι προφανές, ότι στο σύγχρονο ανταγωνιστικό Κόσμο, ο «ελληνικός τρόπος» λειτουργίας δεν είναι αποτελεσματικός, εφόσον εμποδίζει την ανάδειξη των καλλίτερων διδασκόντων και υπονομεύει την άρτια εκπαίδευση των φοιτητών.
Στην πραγματικότητα, παρά τα όσα λέγονται, οι συμπεριφορές, αυτές εμφανίζονται σε πολύ μικρότερο βαθμό στο ελληνικό Πανεπιστήμιο σε σχέση με ότι συμβαίνει σε άλλους θεσμούς στη Χώρα μας , πράγμα που εξηγεί και το γεγονός ότι το γενικό επίπεδο απόδοσης του ελληνικού Πανεπιστημίου είναι ικανοποιητικό. Αυτό αποδεικνύεται από τους έλληνες πτυχιούχους που διαπρέπουν επιστημονικά σε διάφορες χώρες αυτές του εξωτερικού καθώς και από τις ερευνητικές επιδόσεις των καθηγητών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Εξάλλου το γεγονός ότι οι «ελληνικού τύπου» συμπεριφορές καταγγέλλονται, συχνά υπερβολικά, από τους ίδιους τους λειτουργούς του ελληνικού Πανεπιστημίου, δείχνει μια ευαισθησία, που σπάνια απαντάται σε άλλους θεσμούς.
Προφανώς οι συμπεριφορές αυτές πρέπει να εκλείψουν, προκειμένου να βελτιωθεί το επίπεδο σπουδών στα ελληνικά Πανεπιστήμια, να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη της ελληνικής κοινωνίας προς αυτά, να αποδυναμωθούν τα επιχειρήματα υπέρ της ίδρυσης ιδιωτικών Πανεπιστημίων και κυρίως να αποτελέσουν παράδειγμα και για άλλους θεσμούς στη Χώρα μας.
Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος βελτίωσης της ποιότητας των Πανεπιστημίων μας, εκτός βέβαια από την απαραίτητη αύξηση της χρηματοδότησης τους, την αξιοπρεπή μισθολογική μεταχείριση των λειτουργών τους και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού τους πλαισίου, το οποίο, μεταξύ άλλων, πρέπει να αποτρέπει τις προαναφερόμενες συμπεριφορές (βλ. Ελευθεροτυπία 6.3.07 ), είναι η ουσιαστική εφαρμογή διαφανών διαδικασιών σε όλες τις πτυχές της λειτουργίας τους, καθώς και η λογοδοσία στην ελληνική κοινωνία με συνεχή αξιολόγηση του έργου τους, όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο.
Είναι ενθαρρυντικό ότι τα τελευταία χρόνια έχουν ξεκινήσει και στη Χώρα μας, παρά τις δυσκολίες, διαδικασίες αξιολόγησης των ελληνικών Α.Ε.Ι με την υποστήριξη μιας Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής, ενώ αργά αλλά σταθερά αναπτύσσεται στην Πανεπιστημιακή Κοινότητα ένα σημαντικό ρεύμα προς την κατεύθυνση αυτή, που αξίζει να ενισχυθεί με εποικοδομητική κριτική, χωρίς φόβο αλλά και χωρίς πάθος.

11/2/09

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΟΥΑΝΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.2.2009

Η Ελουάνα Ενγκλάρο ήταν άτυχη. Το 1992, σε ηλικία 21 ετών, είχε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα και από τότε βρισκόταν σε παρατεταμένο κώμα. Δεν είχε συνείδηση του εαυτού της ή του περιβάλλοντος, δεν μπορούσε να μιλήσει ή να ακούσει, αλλά εξακολουθούσε να ζει, αν μπορούμε να το ονομάσουμε αυτό, ζωή.
Η Ελουάνα δεν είχε κάνει «βιολογική διαθήκη», στην οποία να εκφράζει τις επιθυμίες της για το τι θα ήθελε να γίνει αν βρισκόταν σ' αυτήν την κατάσταση. Άλλωστε, κανείς στην ηλικία της δεν θα σκεφτόταν ότι θα είχε αυτήν την κακή τύχη και πάντως το 1992 η «βιολογική διαθήκη» ήταν μια καινούργια, αν όχι άγνωστη, έννοια στην Ευρώπη.
Ο πατέρας της Ελουάνα διεκδίκησε, για λογαριασμό της κόρης του, το δικαίωμά της να αφεθεί να πεθάνει με αξιοπρέπεια, δηλαδή την παθητική της ευθανασία, μολονότι δεν χρησιμοποίησε ποτέ τον όρο «ευθανασία», τον οποίο κανείς γονιός δεν μπορεί εύκολα να δεχθεί. Έχοντας εμπιστοσύνη στους θεράποντες ιατρούς, οι οποίοι του απέκλεισαν οποιαδήποτε προοπτική ανάκαμψης της Ελουάνα, εκτός ίσως από ένα «θαύμα», ζήτησε από το Δικαστήριο να του αναγνωρισθεί το πιο τραγικό απ’ όλα τα δικαιώματα που μπορεί να έχει ένας πατέρας: να δώσει εντολή στους γιατρούς να διακόψουν την τεχνητή παράταση της ζωής της κόρης του. Ο ιταλικός Άρειος Πάγος έκανε δεκτό το αίτημά του αυτό και οι γιατροί έθεσαν αμέσως σε εφαρμογή το προβλεπόμενο αυστηρό ιατρικό πρωτόκολλο για τη διακοπή της θεραπείας.
Στην απόφαση αυτήν ασκήθηκε κριτική για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι το Δικαστήριο συνήγαγε μια ούτως ή άλλως «εικαζόμενη βούληση» της Ελουάνα από επισφαλείς ενδείξεις ή μαρτυρίες, π.χ. από το γεγονός ότι ήταν ανεξάρτητη, δυναμική και αντισυμβατική στην καθημερινή της ζωή. Και δεύτερον, επειδή έδωσε την άδεια να διακοπεί το φαγητό και το νερό στην Ελουάνα και όχι απλώς η φαρμακευτική της υποστήριξη.
Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη λύση. Από τη στιγμή που η Ελουάνα δεν είχε κάποια βούληση να εκφράσει, ποιος άλλος εκτός από τον πατέρα της μπορούσε να διαβεβαιώσει αυτό που θα ήθελε; Αλλά και η αναγκαστική παροχή νερού και φαγητού επ’ αόριστον, από τη στιγμή που η κατάστασή της ήταν μη αναστρέψιμη, δεν θα τη μετέτρεπε τελικά σε ένα «πράγμα», σε ένα «μέσο» για την επιδίωξη αλλότριων σκοπών, έστω ηθικών, οι οποίοι πάντως δεν ήταν δικοί της;
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν νόμιμη. Η ενέργεια της κυβέρνησης του Σίλβιο Μπερλουσκόνι να εκδώσει ένα νομοθετικό διάταγμα, το οποίο ακυρώνει την απόφαση του Δικαστηρίου, ήταν προφανώς αντισυνταγματική, και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είχε άλλη επιλογή από το να μην το υπογράψει. Έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά δεν αφορούσαν την Ελουάνα, η οποία πέθανε ήσυχα προχθές το βράδυ.

10/2/09

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 10.2.2009

Την προηγούμενη εβδομάδα ανακοινώθηκε ότι το καλοκαίρι θα ξεκινήσει η έκδοση των νέων βιομετρικών διαβατηρίων, που περιλαμβάνουν ψηφιακό αποτύπωμα για την αναγνώριση της ταυτότητας του κατόχου τους. Πρόκειται για μια εξέλιξη που εντάσσεται στη διευρυνόμενη χρήση των νέων τεχνολογιών στο πεδίο της ασφάλειας, στην οποία περιλαμβάνονται επίσης η συλλογή πληροφοριών και η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μέσω καμερών ασφαλείας, η δημιουργία διασυνδεδεμένων τραπεζών πληροφοριών από διεθνείς και εθνικές Αρχές, ακόμη και η διαρκής παρακολούθηση των εργαζομένων. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν είναι ούτε μεμονωμένες ούτε αποσπασματικές, αλλά συγκροτούν μια οργανωμένη επιχείρηση προληπτικής παρακολούθησης και επιτήρησης κάθε προσώπου, ανεξαρτήτως εάν θεωρείται ύποπτο για την τέλεση αξιόποινων πράξεων. Ετσι όμως συρρικνώνονται ατομικά δικαιώματα και δημοκρατικές κατακτήσεις που θεωρούνταν δεδομένες.
Οι κάμερες παρακολούθησης είναι πλέον πανταχού παρούσες. Η τεχνολογική γνώση μετατρέπεται σε εξουσία, επιτρέποντας όχι μόνο στους κρατικούς μηχανισμούς αλλά και σε ιδιωτικά κέντρα οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος να εξασφαλίζουν ένα διαρκές βλέμμα στο χώρο, στις κινήσεις, στις επικοινωνίες και στις συμπεριφορές κάθε προσώπου. Οι «έξυπνες» κάμερες λαμβάνουν εικόνα και ήχο, καταγράφουν οχήματα, αναγνωρίζουν πρόσωπα και μεταφέρουν δεδομένα. Οπως γράφει ο Θεόδωρος Παπαθεοδώρου στο πρόσφατο βιβλίο του «Επιτηρούμενη δημοκρατία», η ανεξέλεγκτη χρήση των τεχνολογιών παρακολούθησης διαταράσσει την ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας και διογκώνει το κράτος ασφάλειας απέναντι στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.
Σήμερα στη χώρα μας δεν έχουν πιστοποιηθεί ο ακριβής αριθμός και η συγκεκριμένη αποστολή των καμερών ασφαλείας, ούτε έχει αποσαφηνιστεί ποιος έχει πρόσβαση στην εικόνα και στα λοιπά δεδομένα των συστημάτων παρακολούθησης της Αστυνομίας. Σε εκκρεμότητα παραμένει, επίσης, το ζήτημα της ηλεκτρονικής επιτήρησης των υπαίθριων συναθροίσεων, καθώς η καταγραφή εικόνας και ήχου δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε εγκληματικές πράξεις, αλλά όλους όσοι συμμετέχουν σε διαδηλώσεις.
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, παρά την ανεπαρκή υποστήριξή της από την πολιτεία, παρήγαγε τα τελευταία χρόνια σημαντικές συστάσεις και αποφάσεις για την προστασία από την ηλεκτρονική επιτήρηση. Ωστόσο παραμένει αδιευκρίνιστος ο βαθμός συμμόρφωσης του κράτους και ιδιωτικών κέντρων εξουσίας προς τις αποφάσεις αυτές. Το φαινόμενο δεν είναι βέβαια μόνον ελληνικό. Αντλώντας νομιμοποίηση από τον φόβο των δυτικών κοινωνιών, ιδίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, ποικιλώνυμες εξουσίες αξιοποιούν τεχνολογίες αιχμής, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα νέο «πανοπτικό» και να εκμηδενίσουν κάθε ίχνος ιδιωτικότητας και κάθε δυνατότητα ανώνυμης δημόσιας διαμαρτυρίας. Μπροστά στον υφέρποντα κίνδυνο μιας επιτηρούμενης ή αυταρχικής δημοκρατίας εμφανίζεται πλέον αναγκαία η εκ νέου «ανακάλυψη» και διεκδίκηση ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, που θεωρούνταν αυτονόητα και αναπαλλοτρίωτα, όμως ανάγονται πάλι σε πολιτικά και θεσμικά διακυβεύματα.

3/2/09

ΤΑ ΔΟΜΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
Ναπολέων Μαραβέγιας
Εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ", 30.01.2009

Πέρα από τα συγκυριακά αίτια του ξεσηκωμού των αγροτών που συζητούνται τις μέρες αυτές (κατάρρευση των αγροτικών τιμών, αύξηση κόστους παραγωγής) και οφείλονται κυρίως στην οικονομική κρίση, υπάρχουν πολύ σημαντικότερα δομικά αίτια, που έχουν διαχρονικό χαρακτήρα.
Τα αίτια αυτά πρέπει να αναζητηθούν στην αδυναμία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής να ανταγωνισθεί στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά τα ομοειδή αγροτικά προϊόντα των άλλων κοινοτικών αλλά και τρίτων χωρών σε τιμές και ποιότητα, εφόσον οι δασμοί έχουν σχεδόν μηδενισθεί λόγω των εξελίξεων των διαπραγματεύσεων στο επίπεδο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Το ζήτημα είναι ότι μετά την αποδόμηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής δεν υπάρχει μηχανισμός στήριξης των τιμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο και συνεπώς οι τιμές και για τους έλληνες αγρότες είναι αυτές της διεθνούς αγοράς, που εκτός συγκυριακών αιτίων, είναι χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής στη χώρα μας. Η αδυναμία αυτή του μεγαλύτερο μέρους της ελληνικής παραγωγής οφείλεται προφανώς τόσο σε αντικειμενικούς όσο και σε οργανωτικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες.
Οι αντικειμενικοί παράγοντες συνδέονται με τα φυσικά χαρακτηριστικά της ελληνικής γεωργίας, η οποία δεν μπορεί λόγω της διαμόρφωσης των εδαφών και του μεγέθους των εκμεταλλεύσεων να παράγει αγροτικά προϊόντα σε μαζική κλίμακα και χαμηλή τιμή και συνεπώς διεθνώς ανταγωνιστικά (σιτηρά, βαμβάκι, καπνό κ.λπ.). Θα έπρεπε συνεπώς να στραφεί στην μικρή εξειδικευμένη και υψηλής ποιότητας παραγωγή, η οποία όμως απαιτεί προσπάθεια τόσο από τους αγρότες όσο και από τις κρατικές αρχές αλλά και από ολόκληρη τη αλυσίδα παραγωγής (δηλ. τυποποίηση, εμπορία, διαφήμιση, διανομή).
Έτσι, οι αντικειμενικοί παράγοντες συνδυάζονται άμεσα με τους οργανωτικούς, τους κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες όπως είναι π.χ. η πλημμελής εκπαίδευση και κατάρτιση των αγροτών, η οποία θα έδινε δυνατότητες εφαρμογής σύγχρονων μεθόδων οργάνωσης της παραγωγής με εφαρμογή οργανωτικών και τεχνολογικών καινοτομιών, όπως συμβαίνει σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από την ανεπαρκή συμβουλευτική υποστήριξη των παραγωγών τόσο από τις συλλογικές οργανώσεις τους όσο και από τις κρατικές αρχές, η οποία θα καθοδηγούσε τις ανοργάνωτες και ασυντόνιστες προσπάθειες των αγροτών να παράγουν με χαμηλότερο κόστος υψηλότερης ποιότητας προϊόντα. Ταυτόχρονα, η πολιτική προσέλκυσης νέων και δυναμικών αγροτών που θα άλλαζε τη φυσιογνωμία της ελληνικής γεωργίας δεν προχώρησε πέρα από προθέσεις και διακηρύξεις. Τέλος αλλά όχι και τελευταίο, η συνεταιριστική προσπάθεια οργάνωσης των αγροτών έμεινε μετέωρη και δεν μπόρεσε να παίξει το ρόλο της στο επίπεδο κυρίως της εμπορίας των προϊόντων, με αποτέλεσμα «ο πόλεμος του τελάρου» που ξεκίνησε από το 1982 να έχει νικητές μόνο τους χονδρέμπορους και έτσι το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των τιμών παραγωγού και της τιμής του καταναλωτή να ξεπερνά συχνά και σήμερα το 100%.
Το τι πρέπει να γίνει προκύπτει από την καταγραφή των όσων δεν έγιναν και έχουν γίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όμως μέχρι να γίνουν όλα αυτά, οι αγρότες θα ξεσηκώνονται ανάλογα με τη συγκυρία στη διεθνή αγορά και θα ζητούν από το Κράτος (από τον πενιχρό εθνικό Προϋπολογισμό) αναπλήρωση του εισοδήματος τους ,το οποίο ,όπως εξηγήσαμε πιο πάνω, δεν μπορούν να αποκτήσουν στην ελεύθερη αγορά, ενώ ούτε η σημερινή και ακόμη λιγότερο η αυριανή (μετά τα 2013) μπορεί να καλύψε.

27/1/09

Το τέλος του "βασικού μετόχου"
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 27.1.2009

Τον περασμένο μήνα γράφτηκε κατ’ ουσίαν η τελευταία πράξη στην πολύκροτη υπόθεση του «βασικού μετόχου», που βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής και νομικής συζήτησης για περισσότερο από μία πενταετία. Στην αναθεώρηση του 2001, ύστερα από θυελλώδεις κοινοβουλευτικές και επιστημονικές αντιπαραθέσεις, κατοχυρώθηκε στο Σύνταγμα το ασυμβίβαστο μεταξύ των ιδιοτήτων του ιδιοκτήτη, εταίρου, βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους αφ ενός σε επιχειρήσεις μέσων μαζικής επικοινωνίας και αφ ετέρου σε επιχειρήσεις που διαγωνίζονται και αναλαμβάνουν δημόσια έργα ή υπηρεσίες και προμήθειες του Δημοσίου. Το ασυμβίβαστο επεκτάθηκε στους συγγενείς έως και τέταρτου βαθμού των προσώπων αυτών, προκαλώντας καθημερινές ιστορίες επιχειρηματικής, γραφειοκρατικής, πολιτικής και οικογενειακής τρέλας.
Όλα τα προηγούμενα πραγματοποιήθηκαν εν ονόματι της καταπολέμησης της λεγόμενης «διαπλοκής», που υπήρξε το κεντρικό πολιτικό σύνθημα της Νέας Δημοκρατίας την περίοδο 2000-2005. Οι περίφημοι «νταβατζήδες» του Μπαϊρακτάρη κατασκευάστηκαν ως νέος εσωτερικός εχθρός, που οι μέντορες της πολιτικής ηθικολογίας θα έριχναν στο πυρ το εξώτερον. Είναι αξιομνημόνευτο, βέβαια, ότι η σχετική συνταγματική διάταξη περί «βασικού μετόχου» υπερψηφίστηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών. Όποιος τολμούσε να διαφωνήσει, είτε πολιτικός είτε νομικός, κινδύνευε να χαρακτηριστεί ως «διαπλεκόμενος» ή υπάλληλος των «νταβατζήδων». Το ΕΣΡ κατακλύστηκε από στοίβες δικαιολογητικών οικονομικής και οικογενειακής κατάστασης, τα οποία αγωνιζόταν να διεκπεραιώσει. Και όλα αυτά εις μάτην. Εάν κάποιος επιχειρηματίας σκοπεύει να ασκήσει επιρροή στη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων, μπορεί να το επιχειρήσει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, και μάλιστα πολύ οικονομικότερα και απλούστερα από το να εμπλακεί ο ίδιος ή συγγενικό του πρόσωπο στο επιχειρηματικό πεδίο των μέσων ενημέρωσης. Αλλά και πέρα από αυτό υπάρχει ακόμη κανείς σήμερα που δεν γνωρίζει ότι η χρηματοδότηση των κομμάτων και της πολιτικής τάξης πραγματοποιείται με αδιαφανείς μεθόδους ή ότι στη σύγχρονη τηλεοπτική δημοκρατία η πολιτική αναπαραγωγή εξαρτάται από τη διασύνδεση των πολιτικών, με κέντρα οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος;
Η Ελλάδα υπήρξε η πρώτη χώρα στην Ευρώπη που επιχείρησε να κατοχυρώσει ένα τέτοιο ασυμβίβαστο, με μια συνταγματική ρύθμιση που αβίαστα μπορεί να χαρακτηριστεί ως πολιτικά ατελέσφορη και νομικά προβληματική. Το ζήτημα έλυσε τελικά το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κρίνοντας ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις που εξειδίκευσαν τη συνταγματική επιταγή είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο. Ήδη βέβαια η επίμαχη διάταξη είχε καταστεί στην πράξη ανενεργή, όταν κινήθηκε προ τετραετίας εναντίον της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αν από όλα αυτά μπορεί να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα, αυτό είναι ότι η υποκρισία και ο λαϊκισμός περισσεύουν στην ελληνική πολιτική τάξη. Ας θεσπιστούν και ας εφαρμοστούν επιτέλους μηχανισμοί διαφάνειας και ελέγχου της ροής του πολιτικού χρήματος. Χρήσιμες επ’ αυτού προτάσεις έχουν υποβάλει κατά καιρούς τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Σε τελική ανάλυση, ποιος ευθύνεται κατά βάση για τη διαφθορά και τη «διαπλοκή»; Μόνο οι «κακοί» επιχειρηματίες ή ιδίως οι «αθώοι» πολιτικοί, που χρηματοδοτούνται για να εξυπηρετούν;

20/1/09

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 14.1.2009

Ύστερα από κάθε ανασχηματισμό, υπάρχουν αναπόφευκτα δυσαρεστημένοι βουλευτές. Για μια κυβέρνηση που διαθέτει πλειοψηφία μίας μόνο έδρας στη Βουλή αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα ήσσονος σημασίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας υποδέχτηκαν με ικανοποίηση, ίσως και ανακούφιση, τον πρόσφατο ανασχηματισμό λειτουργεί αποτρεπτικά για την εξωτερίκευση διαφωνιών ή αντιρρήσεων. Έτσι, δεν φαίνεται πιθανή μια κρίση στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, τουλάχιστον προς το παρόν.
Η απομάκρυνση των «Βατοπεδινών» από την κυβέρνηση επιβεβαιώνει τον καθοριστικό ρόλο που έχουν αποκτήσει τα μέσα ενημέρωσης στη διαδικασία καταλογισμού της ατομικής πολιτικής ευθύνης των υπουργών. Η «θεσμική-κοινοβουλευτική» ευθύνη των υπουργών ευρίσκεται πλέον σε παραλυσία και τείνει να υποκατασταθεί από τη «διάχυτη» πολιτική τους ευθύνη, την οποία καταλογίζουν τα μέσα ενημέρωσης, ασκώντας την ελευθερία πληροφόρησης και κριτικής. Ο νόμος της «διάχυτης» πολιτικής ευθύνης είναι αμείλικτος. Κι αν ο υπουργός, στον οποίο καταλογίζεται ευθύνη για ηθικά αξιόμεμπτες πράξεις του, δεν παραιτείται οικειοθελώς, τότε ο πρωθυπουργός είναι αναγκασμένος, για να προστατεύσει τον εαυτό του, συνεπώς και την κυβέρνησή του, να ζητήσει την παραίτησή του ή να τον απομακρύνει στον επόμενο ανασχηματισμό. Ορισμένοι θα σπεύσουν να κάνουν λόγο για «δημοκρατία των μέσων ενημέρωσης» που υποκαθιστά την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Υπό κάποιες προϋποθέσεις, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε όμως να θεωρηθεί ως μια καινούργια εκδοχή άμεσης δημοκρατίας.
Θα άξιζε, ίσως, να ερμηνεύσουμε και τη συμπάθεια που εκδηλώνει η κοινή γνώμη στον νέο υπουργό Παιδείας. Αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη μας, στο ότι είναι ένα από τα λίγα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος που έχει αντιληφθεί ότι η «κομματοκρατική» και αλαζονική άσκηση της εξουσίας είναι πλέον παρωχημένη και αναποτελεσματική. Κανείς υπουργός Παιδείας δεν μπορεί να πετύχει στο έργο του, αν πιστεύει ότι το μόνο που έχει να κάνει είναι να εφαρμόσει απαρέγκλιτα την πολιτική του κόμματός του, χωρίς «συμβιβασμούς» με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και τα υποκείμενα της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Ο κεντρικός, αν όχι μοναδικός, στόχος του πρόσφατου ανασχηματισμού ήταν να καταστήσει την κυβέρνηση εκλογικά πιο ελκυστική. Αυτό δεν σημαίνει -κατά τη γνώμη μας- ότι η κυβέρνηση θα επιδιώξει τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών πριν από τις ευρωεκλογές. Έτσι όπως έχουν έλθει τα πράγματα, αυτό που συμφέρει τη Νέα Δημοκρατία είναι να μετατεθούν οι βουλευτικές εκλογές όσο το δυνατόν αργότερα. Θα ήταν, ωστόσο, πολύ σημαντικό για τη Νέα Δημοκρατία να μην είναι ξεκάθαρο το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του Ιουνίου 2009, δηλαδή να μην προδικάζει την έκβαση των βουλευτικών εκλογών. Με βάση το προηγούμενο των ευρωεκλογών του 1999 (ΠΑΣΟΚ 32,91% - Νέα Δημοκρατία 36,00%), θα της αρκούσε να μην υπολείπεται από το ΠΑΣΟΚ περισσότερο από τρεις ποσοστιαίες μονάδες. Έτσι θα μπορούσε να υποστηρίξει, επικοινωνιακά τουλάχιστον, ότι οι βουλευτικές εκλογές θα είναι αμφίρροπες. Στην παρούσα συγκυρία δεν φαίνεται ότι έχει τη δυνατότητα να πετύχει κάτι καλύτερο από αυτό.

13/1/09

ΝΕΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 13.1.2009

Το 2008 σημαδεύθηκε από την κρίση του δικομματισμού. Στις δημοσκοπήσεις της περασμένης χρονιάς αποτυπώθηκε η αποδοκιμασία προς τα κόμματα εξουσίας, καθώς τα εκλογικά τους ποσοστά έφτασαν σε αρκετές έρευνες κοινής γνώμης να κινούνται συνολικά κάτω από το 55% των ψηφοφόρων, στοιχείο πρωτοφανές για τη μεταπολιτευτική περίοδο. Την ίδια στιγμή στον δημόσιο διάλογο κορυφώθηκαν οι αναλύσεις περί μετάβασης σε ένα νέο κομματικό σύστημα. Βέβαια η μείωση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων εξουσίας δεν ήταν τυχαία. Εντάσσεται σε ένα πλαίσιο καθολικής απαξίωσης βασικών θεσμών της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας - κυβέρνηση, Κοινοβούλιο, πολιτικά κόμματα, δημόσια διοίκηση, δικαιοσύνη, συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Κατεξοχήν απέναντι στα κόμματα καταγράφεται η πεποίθηση του συντριπτικά μεγαλύτερου τμήματος της κοινωνίας, ότι δεν διαθέτουν ούτε τη βούληση ούτε την ικανότητα να προωθήσουν τον εκσυγχρονισμό του κράτους και τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των πολιτών. Ολα τα προηγούμενα τροφοδοτούνται περαιτέρω από την οικονομική κρίση, τη συμπίεση των μεσαίων στρωμάτων, τα φαινόμενα της ανεργίας των νέων και του κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά και από την παρατεταμένη ένταση στο εκπαιδευτικό σύστημα, με διαρκείς καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων κατά τα τελευταία δύο χρόνια. Κυρίως όμως η κοινωνική δυσαρέσκεια διογκώθηκε από τα σκάνδαλα οικονομικής και πολιτικής διαφθοράς. Αλλωστε αυτή ακριβώς η δυσθυμία απέναντι στο πολιτικό σύστημα σε συνδυασμό με τις σοβαρές ανεπάρκειες στην κοινωνική και εκπαιδευτική πολιτική αποτέλεσαν το εκρηκτικό μείγμα που οδήγησε στην κοινωνική εξέγερση του Δεκεμβρίου, με σπινθήρα τη δολοφονία του 15χρονου μαθητή. Κι όμως, μέσα στη συσσωρευμένη αποδοκιμασία απέναντι στην πολιτική τάξη, εμφανίζονται σαφή δείγματα ανάκαμψης του δικομματισμού. Το σημαντικότερο δείγμα είναι η άνοδος της εκλογικής δύναμης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αργά αλλά σταθερά, από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ενώ λοιπόν επί έναν ολόκληρο χρόνο η δύναμη των δύο κομμάτων εξουσίας εμφανιζόταν να φθίνει κατά τρόπο αναλογικό, σταδιακά το ΠΑΣΟΚ ενισχύεται, έχοντας άλλωστε ξεπεράσει την οξεία ενδοκομματική αντιπαράθεση, με αποτέλεσμα ο κομματικός ανταγωνισμός να επανέρχεται στη φυσιολογική τροχιά κάθε δικομματικού συστήματος: Η εκλογική φθορά του κυβερνώντος κόμματος διοχετεύεται ιδίως στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο αποκτά υπεροχή στον μεσαίο χώρο και κυριαρχεί στην παράσταση νίκης. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να μετεξελιχθεί από κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα θέσεων.
Η κρίση των πολιτικών κομμάτων και η δυσθυμία απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς δεν αποτελούν ελληνική ιδιοτυπία. Τις συναντάμε περίπου σε όλες τις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα κυκλικό φαινόμενο, που εκδηλώνεται με περιοδική έξαρση των αρνητικών τάσεων έναντι του κομματικού συστήματος. Οι τάσεις αυτές αντιστρέφονται, όταν οι πολίτες αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα νέων ισορροπιών και επανατοποθετηθούν θετικά απέναντι σε εκείνους τους κομματικούς σχηματισμούς που φαίνεται να εξασφαλίζουν εχέγγυα στοιχειωδώς αποτελεσματικής διαχείρισης των κρατικών λειτουργιών και κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτό τον παράδοξο πολιτικό κύκλο φαίνεται να διαγράφει σήμερα το ελληνικό κομματικό σύστημα, καθώς η κορύφωση της αποδοκιμασίας απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς συμβαδίζει με τάσεις αναβίωσης του δικομματισμού. Πολλά εξαρτώνται πλέον από την ικανότητα του ΠΑΣΟΚ να πείσει ότι μπορεί να εισφέρει ένα νέο μοντέλο άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας.