5/11/08

ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 5.11.2008

Το ελληνικό συνταγματικο-πολιτικό σύστημα, όπως διαμορφώθηκε κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, αποτελεί τυπικό παράδειγμα «πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού». Στα συστήματα του «πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού» οι εκλογές επιτρέπουν τον σχηματισμό μιας συμπαγούς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αποτελούμενης από ένα μόνον κόμμα, όταν το κομματικό σύστημα είναι δικομματικό, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, ή συνασπισμό κομμάτων, όταν το κομματικό σύστημα είναι διπολικό, όπως συμβαίνει τώρα στην Ιταλία. Αυτή η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στηρίζει την κυβέρνηση σε όλη τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου, εκτός εάν μεταβληθεί, μετά τις εκλογές, ο συσχετισμός των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, λόγω αποχώρησης ή διαγραφής βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος ή διάσπασής του ή διάλυσης του συνασπισμού των κομμάτων που κέρδισε τις εκλογές, οπότε διενεργούνται κατά κανόνα πρόωρες εκλογές.
Στα συστήματα αυτά, η κοινοβουλευτική πολιτική ευθύνη των μεμονωμένων υπουργών έχει στην πράξη πλήρως ατονήσει, τουλάχιστον όσον αφορά τον καταλογισμό της μέσα από την υποβολή πρότασης δυσπιστίας, αφού η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που στηρίζει την κυβέρνηση επιβεβαιώνει, θέλοντας και μη, την εμπιστοσύνη της προς τον υπουργό εναντίον του οποίου έχει κατατεθεί τέτοια πρόταση. Στην περίπτωση, μάλιστα, που ο πρωθυπουργός δεν προβαίνει ο ίδιος στον καταλογισμό της πολιτικής ευθύνης των υπουργών του, απομακρύνοντάς τους ή ζητώντας την παραίτησή τους, οι υπουργοί μπορούν να συνεχίσουν απερίσπαστοι να εκτίθενται σε συμπεριφορές που θέτουν ζήτημα πολιτικής ευθύνης, φοβούμενοι πλέον μόνον τον τυχόν καταλογισμό της από τους εκλογείς τους.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η μόνη αποτελεσματική μορφή πολιτικής ευθύνης των υπουργών είναι η «διάχυτη» πολιτική τους ευθύνη, δηλαδή εκείνη που καταλογίζεται σε αυτούς μέσα από την άσκηση της ελευθερίας της πολιτικής κριτικής από τα μέσα ενημέρωσης. Οταν η κριτική αυτή είναι αιτιολογημένη και ανταποκρίνεται προς το λαϊκό αίσθημα, μπορεί να επιφέρει τις ίδιες συνέπειες με την αποδοχή της πρότασης δυσπιστίας κατά ενός μεμονωμένου υπουργού, να προκαλέσει δηλαδή την παραίτησή του.
Η πρόσφατη ελληνική εμπειρία παρέχει μια σειρά από παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την υποκατάσταση της «τυποποιημένης» πολιτικής ευθύνης από τη «διάχυτη» πολιτική ευθύνη. Οι παραιτήσεις Τσιτουρίδη, Μαγγίνα, Βουλγαράκη και Ρουσόπουλου -ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες παραμέτρους της καθεμιάς από αυτές- υπήρξαν όλες αποτέλεσμα της ενεργοποίησης της «διάχυτης» πολιτικής ευθύνης, δηλαδή της «κυρωτικής» λειτουργίας της άσκησης της πολιτικής κριτικής από τα μέσα ενημέρωσης. Μπορούμε, λοιπόν, να αντιληφθούμε τη θεμελιώδη σημασία που έχει για την εφαρμογή του θεσμού της πολιτικής ευθύνης, ιδίως σε κοινοβουλευτικά συστήματα στα οποία έχουν χάσει κάθε αποτελεσματικότητα οι άλλες μορφές καταλογισμού της, ο σεβασμός της ελευθερίας και του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να επανεξετασθεί, μεταξύ άλλων, το ισχύον σύστημα αστικής ευθύνης των μέσων ενημέρωσης, με τα υψηλά κατώτατα χρηματικά όριά του, που λειτουργούν ως «φόβητρο» για την ελευθερία της πολιτικής πληροφόρησης και κριτικής.

4/11/08

ΛΙΣΤΑ ΚΑΙ ΗΓΕΣΙΕΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 4.11.2008

Εάν προκηρυχθούν βουλευτικές εκλογές προτού συμπληρωθούν 18 μήνες από τη διενέργεια των προηγούμενων, δηλαδή μέχρι τη 15η Μαρτίου 2009, τότε αυτές θα πραγματοποιηθούν με το σύστημα των δεσμευμένων συνδυασμών (λίστα). Ενα τέτοιο ενδεχόμενο δεν θεωρείται καθόλου απίθανο, λαμβανομένης υπόψη της οριακής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που διαθέτει η Νέα Δημοκρατία, σε ένα περιβάλλον αλλεπάλληλων σκανδάλων, οικονομικής κρίσης αλλά και «αντάρτικου» από την πλευρά αρκετών βουλευτών της. Αλλωστε, έχει αποτελέσει κατ επανάληψη αντικείμενο πολιτικής συζήτησης τους τελευταίους μήνες ότι η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες συνιστά κρυφό όπλο για τον πρωθυπουργό, προκειμένου να «εκκαθαρίσει» την Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ από τους διαφωνούντες βουλευτές.
Σύμφωνα, λοιπόν, με μια διαδεδομένη αντίληψη, τίθεται στη διακριτική ευχέρεια των κομματικών ηγεσιών να καταρτίσουν τις εκλογικές λίστες, χωρίς να δεσμεύονται από τη νωπή λαϊκή ψήφο με σταυροδοσία. Η αντίληψη αυτή είναι λανθασμένη τόσο από νομική όσο και από πολιτική άποψη. Στην εκλογική νομοθεσία προβλέπεται η λίστα ως εξαίρεση στον κανόνα του σταυρού προτίμησης, προκειμένου να μην επιβαρύνονται οι βουλευτές με συχνές εκλογικές αναμετρήσεις. Αντίθετα, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί σκοπό του εκλογικού νομοθέτη να καταστήσει τη λίστα μέσο χειραγώγησης των βουλευτών από τις κομματικές ηγεσίες. Στην αντίθετη εκδοχή, ο θεσμικός ρόλος των βουλευτών θα αλλοιωνόταν, αφού θα τελούσαν υπό καθεστώς έμμεσης απειλής ότι δεν θα συμπεριληφθούν σε εκλόγιμη θέση στους εκλογικούς συνδυασμούς.
Η ορθή ερμηνεία της ρύθμισης περί διενέργειας εκλογών με λίστα, όταν δεν έχει παρέλθει δεκαοκτάμηνο, είναι ότι η λίστα δεν καταρτίζεται αυθαίρετα από την κομματική ηγεσία, αλλά υποχρεωτικά ακολουθείται η σειρά εκλογής των βουλευτών και των επιλαχόντων στις προηγούμενες εκλογές. Τρεις εξαιρέσεις μπορούν να γίνουν δεκτές από αυτόν τον κανόνα. Πρώτον, οι βουλευτές Επικρατείας, που ούτως ή άλλως δεν έχουν εκλεγεί με σταυρό προτίμησης. Δεύτερον, προφανώς αποκλείονται από τα ψηφοδέλτια όσοι παραιτήθηκαν ή διαγράφηκαν από το κόμμα. Τρίτον, εάν συγκροτηθεί συνασπισμός κομμάτων ή νέο κόμμα η κατάρτιση των ψηφοδελτίων του νέου πολιτικού υποκειμένου δεν μπορεί παρά να είναι αντικείμενο εξ αρχής πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Η επιλογή από τον νομοθέτη του συστήματος του σταυρού προτίμησης οφείλεται κατ ουσίαν στην αναγνώριση του γεγονότος ότι στη χώρα μας τα πολιτικά κόμματα δεν είναι οργανωμένα κατά τρόπο ώστε να λαμβάνονται με δημοκρατικές διαδικασίες κρίσιμες αποφάσεις, όπως η κατάρτιση δεσμευμένων συνδυασμών. Η λίστα ενσωματώθηκε στο εκλογικό σύστημα ως εξαιρετική περίπτωση ακριβώς για να μην υπόκεινται οι βουλευτές στον «εκβιασμό» των πρόωρων εκλογών. Αυτός ο «εκβιασμός» επιτυγχάνεται, όμως, πολύ περισσότερο εφόσον γίνει δεκτό ότι η λίστα είναι αντικείμενο ανέλεγκτης επιλογής από τις κομματικές ηγεσίες. Δεν χωρεί συνεπώς αμφιβολία ότι η σειρά εκλογής στις πρόσφατες εκλογές πρέπει να αποτυπωθεί και στη λίστα. Μια διαφορετική εξέλιξη, που θα συνεπαγόταν άλλωστε δικαστικές και πολιτικές περιπέτειες, θα είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την παραποίηση της λαϊκής βούλησης, αλλά παράλληλα την περαιτέρω απαξίωση του κομματικού θεσμού και την αποδοκιμασία των κομματικών ηγεσιών. (Τις επόμενες ημέρες θα δημοσιευτεί εκτενής σχετική επιστημονική μελέτη του υπογράφοντος, από κοινού με τον Ανδρέα Λοβέρδο).

3/11/08

"ΜΑΥΡΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ" ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 3.11.2008

Η συνταγματική νομιμότητα έχει αρχίσει να παραβιάζεται στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό με ανησυχητική συχνότητα. Το τελευταίο κρούσμα ήταν τα συμβάντα της Παρασκευής 24ης Οκτωβρίου 2008, μιας ημέρας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «Μαύρη Παρασκευή» για τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό. Στην ημερομηνία αυτή είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί στην Ολομέλεια της Βουλής η πρόταση των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, κατά το άρθρο 86 παρ. 3 του Συντάγματος, για άσκηση δίωξης κατά δύο υπουργών και ενός υφυπουργού των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας, για ποινικά αδικήματα στο πλαίσιο των «ανταλλαγών» ακινήτων μεταξύ του Δημοσίου και της Μονής Βατοπεδίου. Προκειμένου να προχωρήσει η Βουλή στη συγκρότηση της προβλεπόμενης από την παραπάνω συνταγματική διάταξη επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης της κατηγορίας απαιτούνταν η απόλυτη πλειοψηφία, δηλαδή 151 βουλευτές, σε μυστική ψηφοφορία σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής.
Η ψηφοφορία αυτή ωστόσο ουδέποτε έλαβε χώρα, διότι νωρίτερα η κυβερνητική επιτροπή (!) αποφάσισε να απουσιάσει ολόκληρη η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας από τη συζήτηση και την ψηφοφορία. Το πρωτοφανές στα κοινοβουλευτικά μας χρονικά φαινόμενο της αποχώρησης της συμπολίτευσης (αφού στο παρελθόν είχαν αποχωρήσει σε κάποιες περιπτώσεις, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για κυβερνητικές πρακτικές, οι βουλευτές κομμάτων της αντιπολίτευσης) είχε ως αποτέλεσμα να μείνει στην αίθουσα αριθμός βουλευτών κάτω των 150 και έτσι να σταματήσει η διαδικασία. Πρόκειται βέβαια για ωμή και ανερυθρίαστη παραβίαση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Αντισυνταγματική ήταν, πρώτα απ όλα, η ανάμειξη της κυβερνητικής επιτροπής, αφού η τελευταία είναι ολιγομελές κυβερνητικό όργανο (αποτελούμενο από τον πρωθυπουργό και μερικούς υπουργούς), ενώ η διαδικασία της ποινικής ευθύνης των υπουργών είναι, κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, μια αμιγώς κοινοβουλευτική διαδικασία, η οποία μάλιστα στρέφεται κατά της κυβέρνησης.
Ουσιαστικά φθάσαμε έτσι στο σημείο ο ελεγχόμενος (δηλαδή η κυβέρνηση) να ματαιώνει εκ των προτέρων κάθε προοπτική και πιθανότητα να ελεγχθεί για όσα (δι)έπραξε. Αντισυνταγματική και αντίθετη στον Κανονισμό της Βουλής είναι περαιτέρω και η, με τον τρόπο αυτόν, καταστρατήγηση της μυστικότητας της ψηφοφορίας, αφού οποιοσδήποτε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας αποτολμούσε να παραστεί στη Βουλή θα στοχοποιούνταν και, κατά πάσα πιθανότητα, θα διαγραφόταν αμέσως από το κόμμα. Ετσι, αντί για ψήφο των βουλευτών κατά συνείδηση, όπως είναι επιβεβλημένη και κατοχυρωμένη σε μια τέτοια ποινικής φύσης διαδικασία, καταλήξαμε στην επιβολή κομματικής πειθαρχίας, με στόχο να διαφύγουν από τη δίωξη οι κατηγορούμενοι.
Με όλα αυτά αποδεικνύεται ότι ο πιο κρίσιμος ίσως για την αποτροπή της πολιτικής διαφθοράς συνταγματικός θεσμός, δηλαδή η ποινική ευθύνη των υπουργών, ουσιαστικά δεν λειτουργεί. Η λεηλασία της δημόσιας περιουσίας φαίνεται πως θα μείνει ατιμώρητη. Το χειρότερο όμως είναι ότι οι εξουσιαστές της χώρας αυτής δίνουν έτσι, πρώτοι αυτοί, το παράδειγμα της ανομίας στους πολίτες της. Ο ελληνικός δημόσιος βίος έχει εισέλθει σε μια πορεία εξευτελισμού, χωρίς ορατό τέλος.

23/10/08

ΤΑ ΥΠΟΥΡΓΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 23.10.2008

Είναι διάχυτη η εντύπωση στην κοινή γνώμη ότι το άρθρο 86 του Συντάγματος, που ρυθμίζει τα σχετικά με την ποινική ευθύνη των υπουργών, εισάγει μια αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση υπέρ των υπουργών. Αυτή εντοπίζεται κυρίως στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής να ασκεί την ποινική δίωξη των υπουργών για αδικήματα που τελούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και στη σύντομη «πολιτική» παραγραφή αυτών των αδικημάτων - μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της επόμενης κοινοβουλευτικής περιόδου.
Πληθαίνουν έτσι οι φωνές υπέρ της «αποπολιτικοποίησης» των υπουργικών αδικημάτων, δηλαδή της υπαγωγής τους εξ ολοκλήρου στην κοινή ποινική δικαιοδοσία. Πλην όμως, ακόμη και στην Ιταλία και τη Γαλλία, που προχώρησαν προς την κατεύθυνση της «αποπολιτικοποίησης» των υπουργικών αδικημάτων, με αναθεωρήσεις των Συνταγμάτων τους, δεν έχει καταργηθεί η κοινοβουλευτική παρέμβαση.
Στην Ιταλία, πριν από το 1989, την ποινική δίωξη ασκούσε το Κοινοβούλιο σε κοινή συνεδρίαση των δύο κλάδων του, με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, και η υπόθεση δικαζόταν από το Συνταγματικό Δικαστήριο. Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1989, η προκαταρκτική εξέταση και η προανάκριση ενεργούνται από ειδικό τριμελές δικαστικό συμβούλιο του κατά τόπον αρμοδίου Εφετείου, το οποίο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει ή πρέπει να απαγγελθεί κατηγορία. Στη δεύτερη περίπτωση όμως, δηλαδή αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του υπουργού στο αρμόδιο δικαστήριο - το οποίο πλέον δεν είναι το Συνταγματικό Δικαστήριο αλλά ένα κοινό ποινικό δικαστήριο, η ποινική δίωξη δεν προχωρεί χωρίς προηγούμενη άδεια του Κοινοβουλίου. Συγκεκριμένα, η Βουλή ή η Γερουσία, με απόλυτη πλειοψηφία των μελών τους, μπορούν να αποφασίσουν να μη γίνει παραπομπή, εάν ο κατηγορούμενος υπουργός έδρασε για την προστασία ενός συνταγματικώς προστατευόμενου κρατικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Όσον αφορά δε τη Γαλλία, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1993, αρμόδιο για την εκδίκαση κατηγοριών κατά υπουργών είναι ένα ειδικό Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο αποτελείται από 6 βουλευτές και 6 γερουσιαστές, εκλεγόμενους από τα αντίστοιχα Σώματα, και τρεις δικαστές του γαλλικού Ακυρωτικού.
Το συγκριτικό αυτό βλέμμα, σε δύο χώρες που γνωρίζουν τον θεσμό της ποινικής ευθύνης των υπουργών από τον δέκατο ένατο αιώνα, επιτρέπει τη διαπίστωση ότι η κοινοβουλευτική παρέμβαση στη διαδικασία εκδίκασης των υπουργικών αδικημάτων δεν είναι ένα αναχρονιστικό κατάλοιπο μιας ξεπερασμένης εποχής. Υπάρχουν βέβαια και άλλα περιθώρια βελτίωσης του άρθρου 86 του Συντάγματος, ιδίως όσον αφορά το ζήτημα της «πολιτικής» παραγραφής που είναι υπερβολικά σύντομη. Ωστόσο, το ζητούμενο είναι κυρίως να μην εδραιωθεί στους πολίτες η πεποίθηση ότι το άρθρο 86 λειτουργεί ως μέσο κάλυψης των ποινικών ευθυνών των μελών της κυβέρνησης. Για να γίνει αυτό θα πρέπει οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος να ψηφίσουν κατά συνείδηση για τη σύσταση της «προανακριτικής» επιτροπής, χωρίς δεσμεύσεις κομματικής πειθαρχίας. Αυτό είναι, άλλωστε, και το νόημα της μυστικότητας της ψήφου στη συγκεκριμένη ψηφοφορία.

22/10/08

ΩΡΑ ΓΙΑ ΕΓΓΥΗΜΕΝΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 22.10.2008

Μέσα στον χρηματοπιστωτικό πανικό των τελευταίων εβδομάδων δεν αναδείχθηκαν επαρκώς οι επιπτώσεις που πρόκειται να επιφέρει η κρίση στην πραγματική οικονομία και την κοινωνική συνοχή. Η μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, οι μαζικές απολύσεις εργαζομένων, η διεύρυνση της εισοδηματικής και καταναλωτικής ανασφάλειας αποτελούν τις ήδη προβλεφθείσες συνέπειες της νεοφιλελεύθερης αυτορρύθμισης των προηγούμενων ετών. Ακόμη κι αν η Ελλάδα δεν φαίνεται να βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα, αναμένεται σύντομα να γίνουν ορατά τα αποτελέσματα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Οι συνθήκες ύφεσης και στασιμότητας δεν αποκλείεται να διαρκέσουν για μακρό χρόνο, καθιστώντας απρόβλεπτο το μέλλον.
Η οικονομική κρίση ανέδειξε σε όλο τους το εύρος τους κινδύνους που εγκυμονούν οι υπερβολές της ελεύθερης αγοράς. Αρκετοί αναλυτές προβάλλουν ως κυριότερη αιτία της κρίσης την αδιαφάνεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, σε συνάρτηση με τη χαλαρή νομισματική πολιτική στις ΗΠΑ. Με αυτό το σκεπτικό η επιστροφή του κρατικού παρεμβατισμού θα αρκούσε να περιοριστεί στον αυστηρότερο έλεγχο των τραπεζών και στην πρόληψη των ακραίων φαινομένων κερδοσκοπίας στις χρηματαγορές. Ωστόσο, αυτή είναι μόνο η μία όψη του προβλήματος. Στην πραγματικότητα η αντιμετώπιση της κρίσης προϋποθέτει ευρύτερες κρατικές παρεμβάσεις, ώστε παράλληλα με την αναμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος να περιοριστούν οι ακραίες εισοδηματικές ανισότητες. Κύριο μέλημα των κυβερνήσεων, παράλληλα με την αυστηρή κρατική εποπτεία στην αγορά, οφείλει να είναι η ενίσχυση των μηχανισμών αναδιανομής και κοινωνικής προστασίας όλων εκείνων που η κρίση εξωθεί στο περιθώριο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση συναρτάται με το σχιζοφρενικό μοντέλο της εικονικής ευημερίας, που θεμελιώθηκε πάνω στη διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, την πλήρη περιφρόνηση της οικολογικής ισορροπίας και την αποθέωση των κερδοσκοπικών επενδυτικών προϊόντων εις βάρος της πραγματικής οικονομίας και του κοινωνικού κράτους. Στην ελληνική περίπτωση, όπου το τραπεζικό σύστημα δεν είχε φτάσει στο σημείο «ωρίμανσης» των ΗΠΑ ή της Μ. Βρετανίας, η κυβερνητική παρέμβαση φαίνεται να έχει κυρίως προληπτικό χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά, η χώρα μας είναι η μόνη στην ευρωζώνη όπου δεν έχει θεσμοθετηθεί ένα σύστημα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για κάθε πολίτη, το οποίο να καλύπτει τους ασθενέστερους από τις «παράπλευρες συνέπειες» της ελεύθερης αγοράς.
Όταν ήδη πριν από την οικονομική κρίση καταγραφόταν ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό ατόμων που στερούνται βασικά αγαθά, καθίσταται προφανές ότι επιβεβλημένη κρατική πολιτική αποτελεί σήμερα η φορολογική ελάφρυνση των χαμηλών εισοδημάτων και η διασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης για όσους ζουν στα όρια της φτώχειας. Η οικονομική κρίση δεν συναρτάται μόνο με την κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς τις λειτουργίες της αγοράς αλλά και με την έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς την ικανότητα του κράτους να τιθασεύσει τις σκοτεινές πλευρές της ελεύθερης οικονομίας και να προστατεύσει κάθε κάτοικο της χώρας από κοινωνικούς κινδύνους και ανασφάλειες.

20/10/08

ΒΑΤΟΠΕΔΙ ΚΑΙ ΘΕΣΜΟΙ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 20.10.2008

Οι τελευταίες εξελίξεις στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου αποδεικνύουν, με συμπυκνωμένο τρόπο και μέσα σε σύντομο χρόνο, πόσο παθολογική είναι η λειτουργία των συνταγματικών θεσμών στην Ελλάδα.
Φενάκη αποδεικνύεται καταρχάς η δικαστική ανεξαρτησία. Ο επιλεγμένος από την κυβέρνηση εισαγγελέας του Αρείου Πάγου φρόντισε να προκαταλάβει την εισαγγελική έρευνα της υπόθεσης, αθωώνοντας προκαταβολικά τους εμπλεκόμενους υπουργούς και υφυπουργούς με τη μνημειώδη δήλωσή του ότι «παραπλανήθηκαν», ως να ήταν μωρές παρθένες. Ο επιλεγμένος από τον Άρειο Πάγο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών, παραβαίνοντας κατάφωρα τα καθήκοντά του, αρνήθηκε να προωθήσει στη Βουλή το σχετικό με ποινικές ευθύνες (τουλάχιστον) υφυπουργών πόρισμα των δύο αντεισαγγελέων στους οποίους είχε αναθέσει την έρευνα της υπόθεσης. Και οι τελευταίοι, αντί να διαβιβάσουν οι ίδιοι «αμελλητί», όπως όφειλαν σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 2 εδ. β του Συντάγματος, το πόρισμα αυτό και ολόκληρο τον φάκελο της δικογραφίας στον πρόεδρο της Βουλής, παραιτήθηκαν από το δικαστικό σώμα, δεχόμενοι πιθανόν απειλές που υπερέβαιναν την απλή άσκηση μιας (καταφανώς αβάσιμης άλλωστε) πειθαρχικής δίωξης εναντίον τους. Την πρώτη αυτή φάση του χρονικού της ντροπής ολοκλήρωσε η υποκριτική, κατόπιν εορτής, προτροπή του πρωθυπουργού προς τους δύο παραιτηθέντες να... επανέλθουν στα καθήκοντά τους!
Φενάκη αποδεικνύεται περαιτέρω και η ποινική ευθύνη των υπουργών. Αντιμέτωπη με το προφανές γεγονός ότι μέλη της συνέπραξαν στη λεηλασία του δημοσίου πλούτου, υπογράφοντας τις καταπλεονεκτικές, σε βάρος του δημοσίου και υπέρ της μονής, «ανταλλαγές» σωρείας ακινήτων, η κυβέρνηση δεν δυσκολεύεται να υπεκφύγει, χρησιμοποιώντας το συνηθισμένο τέχνασμα της Εξεταστικής Επιτροπής. Το κυβερνών κόμμα μπορεί συνεπώς να αποφύγει εύσχημα το πικρό ποτήρι της Προανακριτικής Επιτροπής και της παραπομπής των ενεχόμενων μελών της στο Ειδικό Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος, αφού οι -χωρίς δεσμευτικές έννομες συνέπειες- συζητήσεις για το όλο θέμα στην Εξεταστική Επιτροπή μπορούν άνετα να παραταθούν ως το καλοκαίρι του 2009. Θα παρέλθει έτσι άπρακτο, κατά πάσα πιθανότητα, το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί κατά το Σύνταγμα να ασκηθεί δίωξη και οι υπουργοί και υφυπουργοί θα μείνουν, όπως πάντα, ατιμώρητοι.
Φενάκη αποδεικνύεται τελικά και η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης. Σε οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό κράτος ένα παρόμοιο σκάνδαλο θα είχε οδηγήσει τουλάχιστον στην απομάκρυνση των άμεσα εμπλεκόμενων υπουργών και υφυπουργών. Σε μας όμως ένας μόνο από αυτούς παραιτήθηκε και οι υπόλοιποι συνεχίζουν ανενόχλητοι το «έργο» τους. Τούτο υποδηλώνει ότι ο αφανής ενορχηστρωτής είναι εκείνος που συνεχίζει ανερυθρίαστα να τους καλύπτει, δηλαδή ο πρωθυπουργός. Αυτός όμως βρίσκεται στο πολιτικό απυρόβλητο για το κόμμα του, αφού δεν πρόκειται απλώς για τον αρχηγό αλλά για τον κληρονομικό ηγεμόνα του τελευταίου. Και όταν όμως έρθει η ώρα της αποκαθήλωσής του, στις επόμενες εκλογές, ένας άλλος κληρονομικός ηγεμόνας ενδέχεται να πάρει τη θέση του, για να συνεχισθεί η πορεία προς τον εκφεουδαρχισμό της ελληνικής πολιτικής.

19/10/08

ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ;
Γιώργος Σωτηρέλης
Εφημερίδα "Βήμα της Κυριακής", 19.10.08

Το σημαντικότερο κατά την άποψή μας ερώτημα, με αφορμή το σκάνδαλο της Μονής Βατοπαιδίου, είναι το ακόλουθο: τελικά, μήπως έχουμε υπουργούς περιορισμένης ευθύνης, τόσο σε πολιτικό όσο και σε ποινικό επίπεδο;

Ως προς την πολιτική ευθύνη, η απάντηση είναι δυστυχώς θετική: Διότι τι άλλο θα έπρεπε να συμβεί για να παραιτηθούν οι υπουργοί που εμπλέκονται -άμεσα ή έμμεσα- στο σκάνδαλο της «ανταλλαγής»; Αλλά και τι περισσότερο από την παραίτηση δύο θαρραλέων εισαγγελέων, που καταγγέλλουν παρεμβάσεις στο έργο τους, θα συνιστούσε λόγο παραίτησης του αρμόδιου υπουργού, που φέρει, ακέραια, την πολιτική ευθύνη; Εν προκειμένω, μάλιστα, η ευθύνη του δεν είναι μόνον αντικειμενική -όπως πχ συνέβη με παραιτηθέντες υπουργούς στην υπόθεση Οτσαλάν- αλλά και υποκειμενική (διότι είναι προφανές, από την έως τώρα πολιτεία του, ότι αντιλαμβάνεται τον ρόλο του απλώς σαν ιμάντα μεταβίβασης κυβερνητικών εντολών στην δικαιοσύνη, βρίσκοντας δυστυχώς ευήκοα ώτα…). Την ευθύνη δε αυτήν δεν μπορεί να αποσείσει οχυρούμενος πίσω από αστεία επιχειρήματα -όπως το ότι πρόκειται απλώς για εσωτερικό θέμα της δικαιοσύνης…- διότι το μόνο που καταφέρνει είναι να προσβάλλει την κοινή λογική.

Ως προς την ποινική ευθύνη, το πρόβλημα είναι περισσότερο σύνθετο, διότι δεν αφορά μόνον το δέον γενέσθαι με βάση τα σημερινά δεδομένα αλλά αγγίζει και την ίδια την σκοπιμότητα ύπαρξης του ειδικού καθεστώτος των υπουργών. Ειδικότερα:

Α. Για τις συγκεκριμένες ποινικές ευθύνες θα ήθελα απλώς να επισημάνω ότι το δίλημμα «εξεταστική ή προανακριτική;» είναι γενικώς μεν ψευτοδίλημμα ειδικώς δε, σε ό,τι αφορά την κυβέρνηση, απλή υπεκφυγή. Σήμερα, τα δεδομένα είναι δύο:
α) ότι εντοπίζονται συγκεκριμένες ποινικές ευθύνες, από τον κ. Σανιδά, παρά την απέλπιδα προσπάθειά του να απαλλάξει προκαταβολικά τους υπουργούς… και
β) ότι οι παραιτηθέντες εισαγγελείς εντόπισαν συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία συνδέουν τα αδικήματα με μέλη της κυβέρνησης.
Ως εκ τούτου, εκείνο που προέχει είναι αφενός να διαβιβασθεί ο φάκελος «αμελλητί» στη Βουλή, κατά το Σύνταγμα, και αφετέρου να συσταθεί ως τάχιστα η ειδική επιτροπή του άρθρου 86 («προανακριτική») προκειμένου ολοκληρωθούν εμπρόθεσμα (μέσα στην παρούσα σύνοδο της Βουλής) τόσο η διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης και η υποβολή σχετικού πορίσματος όσο και η λήψη απόφασης για την άσκηση ή μη δίωξης. Από εκεί και πέρα, είναι προφανές ότι απομένουν ανοικτά πολλά πολιτικά ζητήματα –με αντίστοιχες πολιτικές ευθύνες– που μπορούν και επιβάλλεται να διερευνηθούν σε βάθος. Προς αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να συμβάλει, μεταξύ άλλων, και η σύσταση εξεταστικής επιτροπής, με την εξής ωστόσο επισήμανση: η εξεταστική επιτροπή είναι μέσο κοινοβουλευτικού ελέγχου, ο οποίος ως γνωστόν ασκείται από την Βουλή προς την κυβέρνηση και όχι από την κυβέρνηση προς τον εαυτό της. Η γελοιοποίηση των θεσμών έχει και τα όριά της…

Β. Πέρα ωστόσο από την διαχείριση της συγκυρίας, είναι διάχυτος και ένας γενικότερος προβληματισμός, που συνοψίζεται στο ερώτημα: γιατί οι υπουργοί να διώκονται ποινικά με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι κοινοί θνητοί; Ο προβληματισμός αυτός έχει κάποια βάση, πλην όμως απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να μην παρεκτραπεί σε μια ακόμη εκδήλωση θεσμικού λαϊκισμού. Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών έχει καθιερωθεί ιστορικά για συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι εν πολλοίς ισχύουν ακόμη, και μάλιστα ειδικά για την ελληνική πραγματικότητα. Σε μια χώρα όπου ανθεί η δικομανία, ο εντυπωσιασμός και η εύκολη κατηγορία, μια πλήρης κατάργηση του ισχύοντος ειδικού καθεστώτος θα μπορούσε να οδηγήσει στον εγκλωβισμό της μεν πολιτικής ζωής σε συνεχείς και ατέρμονες δικαστικές διαμάχες των δε υπουργών σε μια ιδιότυπη ομηρία.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το σημερινό καθεστώς είναι ικανοποιητικό. Κάθε άλλο μάλιστα. Η προβλεπόμενη διαδικασία είναι μάλλον πολυτελής και σε κάθε περίπτωση χρονοβόρα και εκτεθειμένη σε υπόνοιες για πολιτικές σκοπιμότητες, ενώ η παράλληλη συνύπαρξη της αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση δίωξης από τη Βουλή και της παραγραφής, που προβλέπει ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, όχι μόνον είναι αδικαιολόγητη αλλά και αφήνει μεγάλα περιθώρια ατιμωρησίας (η οποία ευλόγως κλονίζει συνθέμελα το κύρος του θεσμού). Υπό αυτό το πρίσμα απαιτούνται, κατά την άποψή μου, ορισμένες ριζικές τροποποιήσεις, όπως:
α) Η πλήρης απεμπλοκή της Βουλής από την σχετική προανακριτική διαδικασία, με την ανάθεση της αρμοδιότητας για την άσκηση δίωξης στην Ολομέλεια Εφετών Αθηνών. Η σχετική απόφαση θα μπορούσε να λαμβάνεται μετά από την υποβολή σχετικού πορίσματος από (δύο ή τρεις) εισαγγελείς εφετών, οι οποίοι θα ορίζονται με κλήρωση στην αρχή κάθε βουλευτικής περιόδου (μαζί με τους αναπληρωτές τους) και θα διεξάγουν την προκαταρκτική εξέταση κάθε φορά που ανακύπτει εμπλοκή πολιτικών προσώπων. Η διαδικασία αυτή είναι συντομότερη ενώ παράλληλα παρέχει τις ασφαλιστικές δικλείδες για να μην ασκούνται αδικαιολόγητες ή καταχρηστικές διώξεις.
β) Η κατάργηση της σημερινής αποσβεστικής προθεσμίας (δεύτερη σύνοδος της επόμενης βουλευτικής περιόδου από αυτήν που τελέσθηκε το αδίκημα) και χρονική επέκταση της σήμερα ισχύουσας παραγραφής κατά 5 χρόνια (δηλαδή 10 χρόνια -αντί για 5- με τις σήμερα προβλεπόμενες αναστολές, και 15 -αντί για 10- σε κάθε περίπτωση).

8/10/08

ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 8.10.2008

Οι δυσκολίες της Νέας Δημοκρατίας με ορισμένους βουλευτές της δεν έχουν να κάνουν μόνο με την ισχνή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία και τον υποθετικό κίνδυνο απώλειας της «δεδηλωμένης». Μπορούμε να τις θεωρήσουμε και ως πρώτες ενδείξεις μιας νέας φάσης του κοινοβουλευτικού μας συστήματος, που θα έχει ως χαρακτηριστικό γνώρισμα, μεταξύ άλλων, και την ισχυροποίηση της θέσης των βουλευτών στο εσωτερικό των κομμάτων. Δύο είναι κυρίως οι αιτίες του φαινομένου αυτού. Πρώτον, το γεγονός ότι σχεδόν όλες οι κλασικές λειτουργίες των κομμάτων βρίσκονται σε κρίση, εκτός από μία: τη λειτουργία τους ως εκλογικών μηχανισμών. Και δεύτερον, η αποδυνάμωση της εκλογικής επιρροής των δύο κομμάτων εξουσίας, η οποία καταγράφεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις και προμηνύει κυβερνήσεις με οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ή κυβερνήσεις μειοψηφίας/ανοχής, ή κυβερνήσεις συνεργασίας.
Σε μια τέτοια προοπτική οι βουλευτές ολοένα και περισσότερο θα επικαλούνται απέναντι στα κόμματα και στις Κοινοβουλευτικές τους Ομάδες τη συνταγματική εγγύηση της απαγόρευσης της επιτακτικής εντολής.
Πράγματι, σύμφωνα με το Σύνταγμά μας, οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος (άρθρο 512) και έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και της ψήφου κατά συνείδηση (άρθρο 601). Οι βουλευτές ως αντιπρόσωποι του Έθνους «πρέπει» πρωτίστως να ενεργούν με κριτήριο την ικανοποίηση των γενικών συμφερόντων και στο πλαίσιο αυτό δεν δεσμεύονται από ιδιαίτερα, μερικά, τοπικά ή προσωπικά συμφέροντα των εκλογέων τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται να μεριμνούν και για την πραγμάτωση των συμφερόντων αυτών. Αλλά και πέραν τούτου, δεν δεσμεύονται από εντολές ή υποδείξεις των κομμάτων και των Κοινοβουλευτικών τους Ομάδων, τουλάχιστον με την έννοια ότι είναι ελεύθεροι να συμμορφώνονται ή να μη συμμορφώνονται προς αυτές - στην τελευταία περίπτωση χωρίς νομικές συνέπειες, δηλαδή την απώλεια της έδρας τους.
Υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να ερμηνεύεται και η διάταξη του άρθρου 612 Συντ., σύμφωνα με την οποία η παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα είναι δικαίωμα του βουλευτή και συντελείται μόλις ο βουλευτής υποβάλει σχετική γραπτή δήλωση στον πρόεδρο της Βουλής. Εάν η παραίτηση του βουλευτή είναι αποτέλεσμα της άσκησης πιέσεων από το κόμμα του, τότε παραβιάζεται το «πνεύμα» του άρθρου 612 Συντ., αλλά και η αρχή της εσωκομματικής δημοκρατίας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 291 Συντ.
Κατά την περίοδο των «μαζικών κομμάτων» και των ισχυρών μονοκομματικών κυβερνήσεων η ελεύθερη εντολή των βουλευτών είχε ουσιαστικά υποκατασταθεί από την κομματική επιτακτική εντολή. Η κρίση αντιπροσωπευτικότητας των κομμάτων εξουσίας φαίνεται, όμως, πως θα οδηγήσει σε μια μεγαλύτερη αυτονομία των βουλευτών από τα κόμματά τους. Τα κυβερνώντα ιδίως κόμματα πρέπει να αντιληφθούν ότι η κοινοβουλευτική νομοθεσία θα επηρεάζεται ολοένα και περισσότερο από διαφοροποιήσεις των κυβερνητικών βουλευτών. Αλλιώς, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της σημερινής κυβέρνησης, κάθε ψηφοφορία στη Βουλή θα αποκτά τον χαρακτήρα ψήφου εμπιστοσύνης και ο κίνδυνος της κυβερνητικής κρίσης θα είναι πλέον μόνιμος, ακόμη και χωρίς αποχρώντα λόγο.

7/10/08

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 7.10.2008

Ένας νέος συσχετισμός δυνάμεων αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις του τελευταίου εξαμήνου, ιδίως σε πρόσφατες έρευνες, από τις οποίες προκύπτει ότι η επόμενη Βουλή πιθανόν να είναι εξακομματική και, πάντως, η σύνθεσή της δεν θα επιτρέπει την ανάδειξη αυτοδύναμης κυβέρνησης. Εκ πρώτης όψεως, ως κυριότερη συνέπεια αυτής της εξέλιξης εμφανίζεται η αναγκαιότητα για κυβερνήσεις συνεργασίας, με πιθανότερα σενάρια είτε τη σύμπραξη Νέας Δημοκρατίας - ΛΑ.Ο.Σ., είτε τη συνεργασία ΠΑ.ΣΟ.Κ. - ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Ωστόσο οι αλλαγές στο πολιτικό μας σύστημα, οι οποίες συναρτώνται με τις προηγούμενες εξελίξεις, ενδέχεται να είναι πολύ βαθύτερες, ανατρέποντας τη μονοκρατορία του πρωθυπουργού και επηρεάζοντας τη δομή και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων. Εξηγούμαι:
Πριν από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, το πολιτικό σύστημα αναζητούσε μια εύθραυστη ισορροπία στο τρίγωνο ανάκτορα-στρατός-πολιτική τάξη. Την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, το κέντρο βάρους της πολιτικής εξουσίας κατανέμεται μεταξύ πρωθυπουργού και Προέδρου της Δημοκρατίας. Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, με την οποία συρρικνώθηκαν οι προεδρικές αρμοδιότητες, μοναδικός κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού καθίσταται πλέον ο πρωθυπουργός. Επικράτησε μάλιστα η αντίληψη ότι η πρωθυπουργοκεντρική λειτουργία του πολιτικού συστήματος κατοχυρώνεται στο ίδιο το Σύνταγμα, ως δομικό χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο ασκείται η κρατική εξουσία. Ο πρωθυπουργός διορίζει και παύει τους υπουργούς, ηγεμονεύει στο κόμμα, θέτει τα όρια μέσα στα οποία επιτρέπεται να εκφράζονται οι βουλευτές του κόμματός του.
Στην πραγματικότητα, η κυριαρχία του πρωθυπουργού υπήρξε αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων, σχετικά αυτόνομων από τις συνταγματικές ρυθμίσεις, με κυριότερους τον δικομματισμό, όπως τροφοδοτήθηκε και από τα εκλογικά συστήματα, την έλλειψη ουσιαστικής εσωκομματικής δημοκρατίας, την αποδυνάμωση του ρόλου των βουλευτών και των κοινοβουλευτικών ομάδων ως αντιβάρων έναντι της πρωθυπουργικής μονοκρατορίας, αλλά και τη συγκυρία της παρουσίας ισχυρών προσωπικοτήτων στο αξίωμα του πρωθυπουργού, των οποίων η αίγλη επηρέασε εντέλει την ίδια τη διαμόρφωση του θεσμού.
Η προϊούσα κατάρρευση του δικομματισμού και η διασπορά εκλογικών δυνάμεων αφενός στα μικρότερα κόμματα και αφετέρου στο «Κόμμα του Κανένα» μπορεί να οδηγήσει στη μεταμόρφωση της θέσης του πρωθυπουργού στο πολιτικό σύστημα, μετατρέποντάς τον από «μονοκράτορα» σε primus inter pares (πρώτο μεταξύ ίσων), όπως συμβαίνει στα περισσότερα κοινοβουλευτικά συστήματα της Ευρώπης. Μια τέτοια μεταβολή του πρωθυπουργικού ρόλου δεν αποκλείεται να επενεργήσει ως πρόκριμα, για να καταστούν τα πολιτικά κόμματα πραγματικά δημοκρατικοί οργανισμοί, όπου θα λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις τόσο για την ανάδειξη προσώπων όσο και για την παραγωγή νέων δημόσιων πολιτικών. Παράλληλα, οι βουλευτές θα απελευθερώνονταν από τον ρόλο τους ως απλών χειροκροτητών, ενώ θα διευκολυνόταν η αναβάθμιση της λειτουργίας τόσο της Βουλής όσο και του Υπουργικού Συμβουλίου.
Ακόμη και αν η κρίση του δικομματισμού αποδειχθεί τελικά μια απλή παρένθεση, δεν αποκλείεται να απελευθερώσει μια δυναμική, που θα απεγκλώβιζε το πολιτικό σύστημα από μια παγιωμένη μορφή λειτουργίας, που φαίνεται ότι πλέον έχει εξαντλήσει τα όριά της. Σε τελική ανάλυση, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από την απουσία χαρισματικών ηγετών, η προσαρμογή και εκλογίκευση του θεσμού του πρωθυπουργού μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για την αναζωογόνηση της πολιτικής.

6/10/08

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 6.10.2008

Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε, ή μάλλον υπέκλεψε, με οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις εκλογές του 2007, παρά τη μείωση του ποσοστού των ψήφων της σε σχέση με το 2004, εκμεταλλευόμενη την πολιτική αφασία στην οποία έχει περιέλθει το ΠΑΣΟΚ, εξαιτίας κυρίως των αδυναμιών της ηγεσίας του. Λογικά θα περίμενε κανείς ότι το οριακό αυτό μέγεθος των 152 βουλευτών θα καθιστούσε την κυβέρνηση προσεκτικότερη, ιδίως σε θέματα πολιτικής ηθικής και διαχείρισης του δημόσιου χρήματος (όπου είχε σημειώσει αρνητική επίδοση την προηγούμενη τριετία, μεταξύ άλλων με τα σκάνδαλα των «κουμπάρων» και των ομολόγων), και το κυβερνών κόμμα δημοκρατικότερο, ή τουλάχιστον ανεκτικότερο απέναντι σε διαφωνούντες, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, βουλευτές του.
Αντί γι αυτό γινόμαστε όμως τις τελευταίες εβδομάδες και μέρες μάρτυρες ενός θεάτρου του παραλόγου, όπου μετά την αποκάλυψη νέων και σοβαρότερων σκανδάλων, όπως της Siemens και του Βατοπεδίου, καθώς και του προκλητικού πλουτισμού υπουργών του, ο πρωθυπουργός όχι μόνο δεν προχωρεί σε διορθωτικές κινήσεις, έστω για να σώσει τα προσχήματα, αλλά και καταγγέλλει τους «αντάρτες» βουλευτές του κόμματός του και τους προκαλεί να ρίξουν την κυβέρνηση!
Το απόγειο του παραλογισμού είναι η πρόσφατη διαγραφή βουλευτή της ΝΔ, επειδή «τόλμησε» να εκφράσει δημόσια τη γνώμη του λέγοντας το προφανές, με βάση τις σχετικές δημοσκοπήσεις, ότι δηλαδή συγκεκριμένα πρόσωπα του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος ζημιώνουν την κυβέρνηση και πρέπει ν απομακρυνθούν. Η συμπεριφορά αυτή του κληρονομικού ηγεμόνα της Νέας Δημοκρατίας θυμίζει αντίστοιχες των ομολόγων του της εποχής του Μεσαίωνα (αυτοκρατόρων, βασιλέων, φεουδαρχών κ.λπ.), οι οποίοι ενίοτε σκότωναν τους αγγελιοφόρους, όταν τους έφερναν δυσάρεστα νέα.
Εξίσου εξωφρενική είναι η δημόσια προτροπή, αν μη και απαίτηση, εκ μέρους κυβερνητικών και κομματικών στελεχών προς τον διαγραμμένο βουλευτή να παραιτηθεί από την έδρα του, σαν η τελευταία να ήταν οικογενειακή περιουσία του πρωθυπουργού και αρχηγού του κόμματος και οι βουλευτές υπάλληλοι του τελευταίου, και όχι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του κυρίαρχου λαού. Και τούτο μάλιστα όταν ο συγκεκριμένος βουλευτής όχι μόνο δεν ανεξαρτητοποιήθηκε με δική του πρωτοβουλία, αλλά και δηλώνει ότι εξακολουθεί να στηρίζει την κυβέρνηση και θα ψηφίζει τα νομοσχέδιά της. Αν όμως η απλή έκφραση γνώμης για επιλογές προσώπων συνιστά έγκλημα καθοσιώσεως και τιμωρείται με πολιτικό αποκεφαλισμό από τον ηγεμόνα του κόμματος, τότε δεν πρόκειται πια για κοινοβουλευτική ομάδα, αλλά για ποίμνιο αμνών.
Το μόνο που μπορεί να ελπίζει κανείς είναι ότι, με όλα αυτά τα τραγελαφικά και άκρως αντιδημοκρατικά, ο σημερινός πρωθυπουργός θα καταφέρει τελικά να ρίξει ο ίδιος την κυβέρνησή του, απαλλάσσοντας έτσι τον τόπο από την επιζήμια παρουσία της.
Ούτως ή άλλως οι αυτοδυναμίες, οριακές ή μη, μετατρέπουν τα κόμματα σε στρατούς και τη χώρα σε αντικείμενο λαφυραγώγησης γι αυτούς. Ήρθε η ώρα να δοκιμάσουμε, για μια ακόμη φορά (μετά την επώδυνη πάντως εμπειρία του 1989-1990), τις κυβερνήσεις συνεργασίας.

24/9/08

ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 24.9.2008

Όλες οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κυβέρνηση κατά την παρούσα πολιτική συγκυρία δεν βρίσκεται σε αρμονία προς το λαϊκό αίσθημα. Αυτό οφείλεται, ως έναν βαθμό, στη γενική οικονομική της πολιτική και στα αλλοπρόσαλλα φορολογικά της μέτρα.
Κυρίως όμως οφείλεται στο γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών δείχνει να πιστεύει πως η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν θέλει ή δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα της πολιτικής διαφθοράς. Κατά τον Απρίλιο-Ιούνιο του 2007, μεσούντος του σκανδάλου των ομολόγων, το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης εξακολουθούσε να πιστεύει ότι το ηθικό ζήτημα αφορούσε περισσότερο το ΠΑΣΟΚ παρά τη Νέα Δημοκρατία (βλ. σχετικά τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Γ. Μαυρής στην «Καθημερινή» της 18.9.2007). Η υπόθεση Ζαχόπουλου, η υπόθεση Παυλίδη, από μια άποψη η υπόθεση Βουλγαράκη, και κυρίως το μέγα σκάνδαλο της ανταλλαγής κτημάτων με τη Μονή Βατοπεδίου άλλαξαν άρδην την πεποίθηση αυτή. Τώρα πλέον το ηθικό ζήτημα συσχετίζεται πρωτίστως με συμπεριφορές μελών της κυβέρνησης, υφυπουργών ή εμπίστων αξιωματούχων. Έτσι, από εδώ και πέρα, η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να επικαλείται κάποια υποθετική ηθική ανωτερότητά της, αφού τα γεγονότα βεβαιώνουν το αντίθετο.
Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ, έχει μια μεγάλη ευκαιρία να επεξεργασθεί και να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα αντι-διαφθοράς, το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει και τον αυστηρό οικονομικό έλεγχο των πολιτικών προσώπων από μια πραγματικά ανεξάρτητη Αρχή. Κατά την παρούσα συγκυρία, ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι πολύ χρησιμότερο από οποιοδήποτε γενικό πολιτικό ή οικονομικό πρόγραμμα. Θεωρητικά, το ίδιο θα μπορούσε να κάνει και η κυβέρνηση. Πλην όμως, για να είναι αξιόπιστο ένα τέτοιο πρόγραμμα από την πλευρά της κυβέρνησης, θα έπρεπε να συνοδεύεται από την αποκομματικοποίηση του κράτους, κάτι το οποίο είναι έξω από τη λογική του κυβερνώντος κόμματος. Η πολιτική διαφθορά είναι γέννημα και θρέμμα του κομματικού κράτους, το οποίο κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία έφτασε στο ανώτερό του στάδιο.
Μιλήσαμε προηγουμένως για το λαϊκό αίσθημα που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις. Το λαϊκό αίσθημα δεν ταυτίζεται με τη λαϊκή θέληση, η οποία εκδηλώνεται μέσω των εκλογών. Από την άποψη αυτή, το κομβικό σημείο της παρούσας πολιτικής φάσης είναι οι ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου 2009. Στις εκλογές αυτές θα εκφραστεί η βούληση του εκλογικού σώματος όχι τόσο για τα ευρωπαϊκά θέματα όσο για τα εσωτερικά θέματα. Εάν διατηρηθεί το προβάδισμα του ΠΑΣΟΚ στις δημοσκοπήσεις και επιβεβαιωθεί στις ευρωεκλογές, τότε οι πρόωρες βουλευτικές εκλογές θα είναι μάλλον αναπόφευκτες, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, αλλά με δυσμενείς γι αυτή πολιτικούς όρους. Εάν παρά ταύτα η Νέα Δημοκρατία ανακτήσει προβάδισμα στις ευρωεκλογές, τότε το πιο πιθανό είναι να εξαντλήσει την κοινοβουλευτική περίοδο ή πάντως να διεκπεραιώσει όλες τις εκκρεμότητές της μέχρι την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, τον Μάρτιο του 2010.

23/9/08

ΤΟ "ΚΟΜΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΕΝΑ"
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 23.9.2008

Δεν είναι περίεργο που ενισχύεται διαρκώς το «Κόμμα του Κανένα». Το αίτημα για σεμνότητα και ταπεινότητα βουλιάζει κάτω από τις πιο απίθανες ανομίες. Η παράταξη που έθεσε ως κεντρικό σύνθημα τον ηθικό πόλεμο κατά της διαφθοράς φέρεται εμπλεκόμενη σε πάσης φύσεως σκάνδαλα, ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση δεν πείθει ότι οι λόγοι για τους οποίους αποδοκιμάστηκε εκλογικά έχουν πλέον εκλείψει. Τούτο καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις με χαμηλά ποσοστά των δύο κομμάτων εξουσίας. Ανάμεσα στη συγκυρία του 2004, όταν έπνεε τα λοίσθια η «οκταετία του εκσυγχρονισμού», και στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, δεν διαπιστώνεται όμως ως βασική διαφορά μόνο η έλλειψη πειστικής εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, αλλά και το ότι έχουν μεταστραφεί οι οικονομικοί δείκτες και κρίσιμες κοινωνικές συνιστώσες.
Σημαντικό είναι ιδίως ότι διευρύνθηκαν οι οικονομικές ανισότητες, ενώ περιορίστηκαν οι δημόσιες πολιτικές για την αναδιανομή του εισοδήματος. Μελέτες αποδεικνύουν τη συμπίεση των μεσαίων στρωμάτων και την αύξηση του ποσοστού των Ελλήνων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Η ακρίβεια, η υπερχρέωση και η υποαπασχόληση συγκροτούν τη μία όψη του προβλήματος. Την άλλη όψη συνιστά η μείωση των κρατικών δαπανών για συλλογικές υπηρεσίες που απευθύνονται πρωτίστως στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, όπως είναι οι υπηρεσίες υγείας, η εκπαίδευση και οι κοινωνικές υποδομές. Στις παραδοσιακές κατηγορίες των κοινωνικά αποκλεισμένων προστίθενται πλέον ομάδες «νεόπτωχων», που προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν μέσα στο νέο οικονομικο-κοινωνικό περιβάλλον. Στα προηγούμενα πρέπει να προστεθεί ένα επιπλέον δεδομένο, που δεν καταγράφεται μόνο στις έρευνες κοινής γνώμης, με τη μορφή της προτίμησης του «Κόμματος του Κανένα», αλλά είναι εμφανώς αντιληπτό στην καθημερινή ζωή. Πρόκειται για την οργή και την απόγνωση, την απουσία της προσδοκίας ότι η πολιτική τάξη διαθέτει εκείνες τις εφεδρείες που θα μπορούσαν να μεταστρέψουν την καθοδική οικονομική, πολιτική και ηθική πορεία. Αυτή η απελπισία δεν απέχει πολύ από το να μεταμορφωθεί σε καθολική αποδοκιμασία ενός πολιτικού-αναπτυξιακού μοντέλου που υποθάλπει τη διαφθορά και τη συνενοχή, εντείνει τις ανισότητες, εξουθενώνει κάθε προοπτική κοινωνικής κινητικότητας.
Τι μπορεί να σημαίνει λοιπόν η συνεχιζόμενη ενίσχυση του «Κόμματος του Κανένα», δηλαδή η αύξηση εκείνων που απαξιώνουν όλα τα πολιτικά κόμματα και τους αρχηγούς τους; Δύο σενάρια είναι πιθανότερα: είτε να αποτυπωθεί η αποδοκιμασία αυτή σε ένα ρεκόρ εκλογικής αποχής και άκυρων/λευκών ψηφοδελτίων, με σαφείς επιπτώσεις για τη νομιμοποίηση και το μέλλον των δύο κομμάτων εξουσίας, είτε να δημιουργηθεί ένας νέος, ενδιάμεσος πολιτικός σχηματισμός, που θα απορροφήσει τμήμα των απογοητευμένων ψηφοφόρων. Εάν μεν το νέο κομματικό μόρφωμα συγκροτηθεί από δοκιμασμένα στελέχη διαφόρων πολιτικών αποχρώσεων, τότε το στοίχημα θα είναι η υπέρβαση του χαρακτηρισμού τους ως «αποστατών» ή ως «αναλωθέντων».
Στην περίπτωση, πάλι, που ένα νέο κόμμα ιδρυθεί από καινούργια πρόσωπα, το ερώτημα είναι εάν θα συμβάλουν στην ανανέωση της πολιτικής ή θα αποδειχθούν μπερλουσκονικά κακέκτυπα, που απλώς θα εκμεταλλευθούν την αναξιοπιστία, την αναποτελεσματικότητα και τη (δια)φθορά των παλαιών πολιτικών δυνάμεων, όπως συνέβη στην Ιταλία μετά την επιχείρηση «Καθαρά Χέρια». Δεν αποκλείεται όμως και ένα άλλο σενάριο: από το «Κόμμα του Κανένα» να εκκολαφθεί ένα «αβγό του φιδιού», όπως συνέβη αρκετές φορές τον 20ό αιώνα, ιδίως σε περιόδους οικονομικής κρίσης και απαξίωσης της πολιτικής τάξης.

22/9/08

ΒΑΤΟΠΕΔΙ ΚΑΙ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 22.9.2008

Η «ανταλλαγή» οικοπέδων μεταξύ του κράτους και της Μονής Βατοπεδίου (ή μάλλον κατά του κράτους και υπέρ της Μονής) αποτελεί τον τελευταίο, προς το παρόν, κρίκο σε μια αλυσίδα σκανδάλων διασπάθισης του δημόσιου πλούτου που έχουν έρθει στη δημοσιότητα τα τελευταία χρόνια. Η Νέα Δημοκρατία κατέλαβε την εξουσία το 2004 καταγγέλλοντας ως διεφθαρμένες τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και επαγγελλόμενη την κάθαρση του δημόσιου βίου. Σήμερα καθίσταται πλέον πασιφανές ότι οι εξαγγελίες της αυτές ήταν κενές περιεχομένου, αν μη και συνειδητά παραπλανητικές. Η διαφθορά είναι βαθιά ριζωμένη στις δομές του πολιτικού μας συστήματος και η καταπολέμησή της θα προϋπέθετε μια συνολική ανατροπή και μετεξέλιξή του, όπως εκείνη που ακολούθησε την επανάσταση στο Γουδή και την έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου, πριν από περίπου έναν αιώνα (1909-1910).
Η ιδιαιτερότητα πάντως του σκανδάλου της Μονής Βατοπεδίου είναι ακριβώς το γεγονός ότι ο ωφελημένος σε βάρος της περιουσίας του κράτους, δηλαδή του ελληνικού λαού, δεν ήταν, όπως συνήθως, κάποιος ιδιώτης ή ένας επιχειρηματικός φορέας, αλλά ένα μοναστήρι του Αγίου Όρους, το οποίο εμφανίζεται ότι λειτούργησε με τη λογική αρπακτικού. Τίθεται λοιπόν επί τάπητος το θέμα της αμαρτωλής διαπλοκής μεταξύ κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, καθώς και της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ειδικά μάλιστα ορισμένες Μονές του Αγίου Όρους έχουν συσσωρεύσει επί εκατονταετίες τεράστια ακίνητη και άλλη περιουσία, που φαίνεται να τη χρησιμοποιούν για οτιδήποτε άλλο εκτός από κοινωφελείς αγαθοεργίες. Οι διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις (όπως άλλωστε και οι Οθωμανοί δυνάστες πριν από αυτές) ανέχθηκαν και ευνόησαν τον αδικαιολόγητο αυτόν, από άποψη χριστιανικής ηθικής και όχι μόνον, πλουτισμό των Μονών, χορηγώντας τους, μεταξύ άλλων, εξαιρετικά εκτεταμένες φοροαπαλλαγές με μια σειρά νομοθετημάτων. Κατά παγκόσμια, μάλιστα, πρωτοτυπία το ίδιο το ελληνικό Σύνταγμα, στο άρθρο 105 παρ. 5, κατοχυρώνει, χρησιμοποιώντας τον σεμνότυφο όρο «φορολογικά πλεονεκτήματα», την παραπάνω προνομιακή μεταχείριση. Το γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν με τόσο ευνοϊκό τρόπο τις οικονομικές αξιώσεις ανθρώπων που θα έπρεπε να είναι απαλλαγμένοι από υλικά πάθη, όπως οι αγιορείτες μοναχοί, τη στιγμή κατά την οποία οι ίδιες αυτές κυβερνήσεις συχνά αποκρούουν εύλογα αιτήματα πενόμενων κοινωνικών ομάδων με την επίκληση των δυσχερειών του προϋπολογισμού, είναι ένα ανοιχτό ερώτημα.
Ούτως ή άλλως, όμως, το διαχρονικό αυτό πολιτικό και εκκλησιαστικό σκάνδαλο πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Εφόσον οι μονές, ή και συγκεκριμένα πρόσωπα μέσα ή «κοντά» σ' αυτές, εννοούν να συμπεριφέρονται ως στυγνοί επιχειρηματίες, είναι απαράδεκτη η συνέχιση της φορολογικής ασυλίας τους. Πρέπει να αντιμετωπισθούν ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και να υπαχθούν σε φορολόγηση και φορολογικούς ελέγχους, όπως ισχύει για όλους. Ιδιαίτερα σήμερα, όταν το κράτος εξαπολύει ολόκληρη φοροεπιδρομή (τεκμήρια, κατάργηση αφορολόγητου για τους ελεύθερους επαγγελματίες κ.λπ.), προκειμένου να καλύψει τα ελλείμματά του, η φορολόγηση των μοναστηριών αποτελεί στοιχειώδη απαίτηση φορολογικής και κοινωνικής δικαιοσύνης.

10/9/08

ΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 10.9.2008

Φαίνεται να υπάρχει κάποια σύγχυση στην κυβέρνηση γύρω από την έννοια της πολιτικής ευθύνης. Η πολιτική ευθύνη είναι μια ιδιότυπη ευθύνη που υπερβαίνει τη νομική σφαίρα, μπορεί δηλαδή να υπάρχει από μόνη της, χωρίς να συνοδεύεται από νομική ευθύνη. Αυτό είναι το άλφα και το ωμέγα του συνταγματικού δικαίου. Ό,τι είναι νόμιμο, δεν είναι αυτομάτως και άμεμπτο ή ανεκτό, όταν αφορά πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων που ασκούν πολιτική εξουσία. Μάλιστα, οι πράξεις και οι παραλείψεις των προσώπων αυτών μπορούν να γίνουν αντικείμενο καταλογισμού πολιτικής ευθύνης, όχι μόνο όταν αφορούν την πολιτική αλλά και την ιδιωτική δραστηριότητά τους.
Ας περιοριστούμε εδώ στο τρέχον ζήτημα, δηλαδή την υπόθεση Βουλγαράκη, χωρίς να συζητήσουμε το ενδεχόμενο ύπαρξης νομικής ευθύνης λόγω παραβίασης του κοινοβουλευτικού ή υπουργικού ασυμβιβάστου. Ας δεχθούμε μάλιστα ότι τα ασυμβίβαστα αυτά δεν συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι όμως σύμφωνο με τη δημόσια ηθική, ένας εν ενεργεία υπουργός να προβαίνει σε επιχειρηματικές κινήσεις μέσω της σύστασης εμπορικών εταιρειών; Δεν εκτίθεται έτσι στην καχυποψία της κοινής γνώμης ότι μπορεί να επωφεληθεί, έστω έμμεσα, από το αξίωμά του, προκειμένου να αυξήσει την περιουσία του;
Αλλά και ο διορισμός του διαχειριστή μιας από τις ΕΠΕ του υπουργού στη θέση του προέδρου του ΝΑΤ δεν δημιουργεί δυσμενείς εντυπώσεις ή και υπόνοιες στην κοινή γνώμη; Ακόμη λοιπόν και αν η ιδιωτική - επιχειρηματική δραστηριότητα του συγκεκριμένου υπουργού είναι καθ όλα σύννομη, στην προκειμένη περίπτωση τίθεται αντικειμενικά ζήτημα πολιτικής ευθύνης.
Θεωρητικά, η ενεργοποίηση και ο καταλογισμός της πολιτικής ευθύνης ενός μεμονωμένου υπουργού μπορεί να γίνει με την υποβολή πρότασης δυσπιστίας εναντίον του, για την έγκριση της οποίας χρειάζονται τουλάχιστον 151 ψήφοι. Εάν γίνει δεκτή η πρόταση δυσπιστίας, ο υπουργός οφείλει να παραιτηθεί. Σε συστήματα πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, όπως το δικό μας, είναι μάλλον απίθανο η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που στηρίζει την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τον ελεγχόμενο υπουργό στην τύχη του. Άλλωστε, τυχόν αποδοχή της πρότασης δυσπιστίας θα οδηγούσε μάλλον με βεβαιότητα στην παραίτηση της κυβέρνησης, μολονότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει νομική υποχρέωσή της προς παραίτηση. Όμως, οι υπουργοί δεν είναι πολιτικώς υπεύθυνοι μόνο έναντι του Κοινοβουλίου αλλά και έναντι του πρωθυπουργού, ο οποίος τους επιλέγει και μπορεί ανά πάσα στιγμή να τους απομακρύνει ή να ζητήσει την παραίτησή τους.
Ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του στη ΔΕΘ προσέφερε πλήρη πολιτική κάλυψη στον υπουργό Ναυτιλίας, προσχωρώντας και αυτός στην άποψη ότι η πολιτική ευθύνη προϋποθέτει τη νομική ευθύνη. Το μήνυμα του πρωθυπουργού προς τους υπουργούς του είναι ότι θα πρέπει να έχουν καλούς νομικούς συμβούλους. Θα έπρεπε όμως να αντιληφθεί έγκαιρα, πριν έλθουν να το επιβεβαιώσουν οι δημοσκοπήσεις, ότι με την επιλογή του αυτή μείωσε πρωτίστως τη δική του πολιτική νομιμοποίηση, από την οποία εξαρτάται και η τύχη της Νέας Δημοκρατίας στις επόμενες εκλογές.

9/9/08

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 9.9.2008

Τι πολιτικές οφείλει να υιοθετήσει μια κυβέρνηση όταν διευρύνονται τα φαινόμενα φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης; Ποιες κρατικές παρεμβάσεις απαιτούνται όταν η πραγματική ανεργία εκτοξεύεται σε επίπεδα που απειλούν την κοινωνική συνοχή, η ακρίβεια γίνεται έντονα αισθητή στις μεσαίες τάξεις και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα διαβιούν σε συνθήκες που δεν χαρακτηρίζονται ως αξιοπρεπείς; Αν ληφθεί υπόψη ότι το Σύνταγμα επιτάσσει τη φορολογική δικαιοσύνη και κατοχυρώνει το κοινωνικό κράτος δικαίου ως θεμελιώδη αρχή που διέπει τη λειτουργία της πολιτείας, η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα προκύπτει αβίαστα: Απαιτείται δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, μέριμνα για τις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων.
Αντ’ αυτού όμως η κυβέρνηση ανακοινώνει δημοσιονομικές και φορολογικές επιλογές που δεν αρμόζουν σε ένα κοινωνικό κράτος δικαίου. Τη στιγμή που το ποσοστό των (κοινωνικά άδικων) έμμεσων φόρων στη χώρα μας κρίνεται ήδη υψηλό, επιλέγεται να αυξηθεί περαιτέρω. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η κατάργηση του αφορολόγητου για τους ελεύθερους επαγγελματίες, που συνεπάγεται ότι θα επιβαρυνθούν πρωτίστως εκείνοι που έχουν οριακά ετήσια εισοδήματα. Επ ονόματι της πάταξης της φοροδιαφυγής επιβάλλεται κεφαλικός φόρος ιδίως σε νέους ανθρώπους που επιχειρούν τα πρώτα τους βήματα στην άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος. Δεν πρόκειται όμως μόνο για παρεμβάσεις ασύμβατες προς την αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης, αλλά και για απροκάλυπτη παραδοχή της αναποτελεσματικότητας του κράτους. Πρόκειται για ομολογία της κυβέρνησης ότι οι εξαγγελίες περί πάταξης της φοροδιαφυγής δεν ήταν παρά κενή ρητορεία. Ακριβώς αυτή η αποτυχία αντιμετωπίζεται με αποφάσεις που πλήττουν τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικές τάξεις, ενώ επιφέρουν ασήμαντες απώλειες για τα υψηλά εισοδηματικά στρώματα.
Ένα κράτος που δεν διστάζει να «επιτίθεται» στους πιο αδύναμους, λες και εκείνοι είναι υπεύθυνοι για την αναποτελεσματικότητά του, δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως κράτος δικαίου, αλλά ως κράτος αδίκου. Όταν η κυβέρνηση δεν τηρεί όσα υποσχέθηκε για να λάβει τη λαϊκή εντολή, δεν μπορεί να θεωρείται αξιόπιστη. Ούτε κρίνεται ως ορθή μια φορολογική πολιτική, η οποία πορεύεται με στόχο να καλύψει πρόχειρα τα ελλείμματα που προκλήθηκαν από την αλόγιστη αύξηση των δαπανών του Δημοσίου, τις απίστευτες γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις και τις δυσλειτουργίες των μηχανισμών είσπραξης φόρων και εισφορών.
Τα νέα φορολογικά μέτρα επιβεβαιώνουν ότι σε μια σειρά δημόσιων πολιτικών η χώρα μας απομακρύνεται από επιλογές που να ανταποκρίνονται, έστω οριακά, στις επιταγές του Συντάγματος, αν και θεωρούνται σήμερα αυτονόητες σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Εν μέσω μιας εικονικής κατάστασης αφθονίας, η ελληνική κοινωνία βουλιάζει καθημερινά στη μιζέρια και την απογοήτευση. Όπως προκύπτει και από τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών, η απογοήτευση δεν αγγίζει την κυβέρνηση περισσότερο απ ό,τι την αξιωματική αντιπολίτευση, που θεωρείται εξίσου ανεπαρκής να προσφέρει λύσεις. Λαμβανομένου υπόψη του ελλείμματος του προγραμματικού λόγου των μικρότερων κομμάτων, το πολιτικό σύστημα φαίνεται να έχει εισέλθει σε βαθιά κρίση.

8/9/08

ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΩΝ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 8.9.2008

Στην ελληνική πολιτική επικαιρότητα της προηγούμενης εβδομάδας κυριάρχησαν, παράλληλα με τη σχεδιαζόμενη κυβερνητική φοροεπιδρομή σε βάρος κυρίως των μεσαίων και κατώτερων εισοδημάτων, οι καταγγελίες της αξιωματικής αντιπολίτευσης περί νοθείας στην ψηφοφορία της Βουλής, τον περασμένο Μάιο, σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος. Βέβαια η αναθεώρηση του 2008 ήταν τελικά εντελώς ανούσια, αφού περιορίστηκε σε ελάχιστες και μάλλον ασήμαντες τροποποιήσεις του ισχύοντος Συντάγματος, λόγω της αποχώρησης του ΠΑΣΟΚ από τη διαδικασία και της αδυναμίας να συγκεντρωθεί η απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των τριών πέμπτων (δηλαδή 180 βουλευτών). Παρά ταύτα κάθε συνταγματική αναθεώρηση δεν παύει να αποτελεί κορυφαία πολιτειακή διαδικασία και η ενδεχόμενη νόθευσή της συνιστά εξαιρετικά ανησυχητικό φαινόμενο συνταγματικής ανωμαλίας.
Το τι πραγματικά συνέβη αποτελεί αντικείμενο συνεχιζόμενης πολιτικής αντιδικίας και πάντως δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί με βάση απλές δημοσιογραφικές πληροφορίες, εφόσον δεν υπάρχει έγκυρη και ενδελεχής δικαστική διερεύνηση του θέματος. Τέτοια διερεύνηση δεν είναι όμως εφικτή, αφού το θέμα ανάγεται στα λεγόμενα interna corporis της Βουλής, δηλαδή στις εσωτερικές διαδικασίες της, για τις οποίες δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Ένας τέτοιος έλεγχος μπορούσε και έπρεπε να ανήκει στις αρμοδιότητες ενός ειδικού συνταγματικού δικαιοδοτικού οργάνου, όπως εκείνα που υπάρχουν στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συνήθως με την ονομασία Συνταγματικό Δικαστήριο (όπως π.χ. στη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία κ.ά.) ή κάποια άλλη παρεμφερή (π.χ. Συνταγματικό Συμβούλιο στη Γαλλία).
Η μη πρόβλεψη στο ισχύον Σύνταγμα ενός παρόμοιου δικαιοδοτικού οργάνου έχει ως συνέπεια ότι μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα, σχετικά με τον τρόπο ανάδειξης και άσκησης των αρμοδιοτήτων των κυριότερων κρατικών οργάνων, όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Βουλή και η κυβέρνηση, δεν μπορούν να αχθούν σε δικαιοδοτική κρίση, ώστε να εκτονωθεί η προκαλούμενη από αυτά πολιτική αντιπαράθεση. Παρόμοια ζητήματα είχαν αναφυεί πριν από τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975, όπως π.χ. η διαφωνία βασιλιά και πρωθυπουργού (Γεωργίου Παπανδρέου) για την ανάληψη από τον τελευταίο και του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, το 1965, αλλά εξακολούθησαν να ανακύπτουν και αργότερα, όπως π.χ. η περιβόητη «ψήφος Αλευρά» το 1985. Οι συνέπειες μπορούν να φθάσουν ενίοτε έως το σημείο της πολιτειακής κρίσης και, από την άποψη αυτή, είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι υφίσταται ένα σοβαρό έλλειμμα στο ελληνικό σύστημα παροχής δικαστικής προστασίας.
Είναι τελικά παράλογο υποθέσεις συχνά ήσσονος σημασίας, όπως π.χ. η αμφισβήτηση της νομιμότητας μιας ατομικής διοικητικής πράξης με ενδιαφέρον μόνο για ένα πρόσωπο, να μπορούν να κριθούν δικαστικά και να μην υφίσταται η ίδια δυνατότητα για μείζονα θέματα λειτουργίας του πολιτεύματος. Γι αυτό και είναι αναγκαία, στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση, η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο να μπορεί να επιλύει τέτοιες διαφορές και ακόμη να ακυρώνει τους αντισυνταγματικούς νόμους, τερματίζοντας έτσι την ανασφάλεια δικαίου που συνεπάγεται το ισχύον απαρχαιωμένο σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητάς τους.

5/9/08

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: ΕΥΚΑΙΡΙΑ Ή ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ;
Ναπολέων Μαραβέγιας
Βήμα Ιδεών, 5.9.2008

Η πλεονάζουσα ζήτηση βασικών αγροτικών προϊόντων, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης και της υιοθέτησης δυτικών διατροφικών συνηθειών σε χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία , καθώς και η υποχώρηση της προσφοράς λόγω της μείωσης της παραγωγής,(η οποία οφείλεται στην παρατεταμένη ξηρασία στην Αυστραλία, αλλά και στην αύξηση των εκτάσεων, που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων αντί τροφίμων, στις ΗΠΑ, στην Βραζιλία και σ’ άλλες χώρες) έχει οδηγήσει τους τελευταίους μήνες σε μεγάλη αύξηση των τιμών των προϊόντων αυτών. Προφανώς, ένα μέρος της αύξησης των τιμών οφείλεται και στην αύξηση του κόστους παραγωγής, λόγω της ραγδαίας αύξησης της τιμής του πετρελαίου, ενώ ένα ακόμη μέρος της αύξησης αυτής των τιμών οφείλεται και στην κερδοσκοπία σε παγκόσμια κλίμακα, όπως συμβαίνει συνήθως με τα προϊόντα των οποίων οι τιμές έχουν αυξητική τάση.
Η αύξηση των τιμών των βασικών αγροτικών προϊόντων, που συχνά ξεπερνά το 50% κατά μέσο όρο, έχει επιβαρύνει το κόστος διατροφής σε όλες τις χώρες του κόσμου με διαφορετική προφανώς ένταση. Στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που είναι καθαροί εισαγωγείς τροφίμων η κατάσταση, είτε λόγω της αύξησης των τιμών είτε λόγω ελλείψεων στην αγορά έχει προκαλέσει κοινωνικές εκρήξεις.
Όμως όπως ήδη αναφέρθηκε, η εξέλιξη των τιμών των βασικών τροφίμων συνδυαζόμενη προφανώς και με την αύξηση των τιμών του πετρελαίου έχει προκαλέσει πληθωριστικές πιέσεις και στις πλουσιότερες χώρες. Ειδικότερα στη χώρα μας, οι πληθωριστικές πιέσεις είναι εντονότερες λόγω των γνωστών ολιγοπωλιακών δομών της εγχώριας αγοράς, των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στο χώρο του εμπορίου αλλά και της πολύ υψηλότερης εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από το πετρέλαιο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ταυτόχρονα, η αύξηση του όγκου και των τιμών των εισαγωγών όχι μόνο πετρελαίου αλλά και τροφίμων έχει προκαλέσει τεράστια επιβάρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που έχει φθάσει πλέον στο 15% του ΑΕΠ έναντι 5% πριν από μερικά χρόνια. Είναι ίσως ενδιαφέρον να τονισθεί ότι η χώρα μας έχει γίνει πλέον μεγάλος εισαγωγέας αγροτικών προϊόντων δεδομένου ότι ο λόγος κάλυψης των εισαγωγών από εξαγωγές στον τομέα αυτό μόλις ξεπερνά το 50% έναντι 80-90% πριν από δέκα χρόνια.
Ας σημειωθεί ότι η υποχώρηση της ελληνικής αγροτικής παραγωγής σε απόλυτα μεγέθη δεν μπορεί να αποδοθεί στη μείωση του ενεργού αγροτικού πληθυσμού, δεδομένου ότι στη χώρα μας το ποσοστό παραμένει υψηλότερο από το μέσο ευρωπαϊκό όρο (περίπου 10% στην Ελλάδα έναντι 5% στην Ευρώπη 27). Η εξέλιξη αυτή είναι αποτέλεσμα της χαμηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας της αγροτικής παραγωγής, η οποία οφείλεται σε μια σειρά γνωστές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής αγροτικής οικονομίας.
Το υψηλό κόστος παραγωγής, λόγω της προβληματικής οργάνωσης και διαχείρισης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και του αναποτελεσματικού συνδυασμού των παραγωγικών συντελεστών (που συχνά οφείλεται στο χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης των αγροτών αλλά και στο μικρό μέγεθος του αγροτικού κλήρου, αποτελεί μαζί με την μέτρια ποιότητα ( σε σχέση με την τιμή) το βασικό παράγοντα που εξηγεί την αδυναμία διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγροτικής παραγωγής σε συνθήκες σχεδόν ελεύθερου πλέον διεθνούς εμπορίου. Βεβαίως, η κατάσταση αυτή επιβαρύνεται με τις αδυναμίες στο επίπεδο της μεταποίησης και της εμπορίας των αγροτικών προϊόντων όπου μόνο «νησίδες» εκσυγχρονισμού διακρίνονται μέσα στο πέλαγος των παραδοσιακών πρακτικών.
Το ερώτημα που προβάλει είναι αν η παγκόσμια διατροφική κρίση με την αύξηση των τιμών των τροφίμων που παρατηρείται διεθνώς εκτός από τα προβλήματα που προκαλεί στην ελληνική οικονομία, τα οποία ήδη σκιαγραφήθηκαν, μπορεί να αποτελέσει και μια ευκαιρία για την ελληνική αγροτική οικονομία και συνεπώς για την ελληνική οικονομία γενικότερα.
Δεδομένου ότι το βασικό πρόβλημα της έλλειψης διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγροτικής παραγωγής είναι το κόστος της (σε σχέση με την ποιότητα) και συνεπώς η ανάγκη για υψηλότερες τιμές στην αγορά (που θα καλύπτουν αυτό το κόστος), θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι στη σημερινή συγκυρία, όπου οι τιμές των αγροτικών προϊόντων έχουν αυξηθεί διεθνώς, η ελληνική αγροτική οικονομία θα μπορούσε να επωφεληθεί αυξάνοντας την παραγωγή της, αυξάνοντας τα μερίδια αγοράς στην εγχώρια την Ευρωπαϊκή και τη διεθνή αγορά και προκαλώντας έτσι μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας μας στον τομέα των τροφίμων.
Υπάρχουν, ωστόσο, δύο προϋποθέσεις: Πρώτη προϋπόθεση είναι, η ευνοϊκή αυτή συγκυρία να έχει διάρκεια. Δεύτερη προϋπόθεση είναι η ελληνική αγροτική οικονομία να επωφεληθεί μονιμότερα από αυτή την ευκαιρία. Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση, οι διεθνείς προβλέψεις θεωρούν ότι η κατάσταση αυτή θα έχει ορίζοντα δεκαετίας μέχρι η παραγωγή αγροτικών προϊόντων (δημητριακών κυρίως) να αυξηθεί ώστε να καλύψει την αυξανόμενη ζήτηση. Σ’ αυτό προφανώς θα συμβάλει η παραγωγή γενετικά τροποποιημένων αγροτικών προϊόντων, η οποία προβάλει πλέον ως αναπόφευκτη λύση μ’ όλους τους κινδύνους που ενδεχομένως περικλείει.
Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή υπόκειται σε μια σειρά άλλων προϋποθέσεων. Η ελληνική αγροτική οικονομία μπορεί να επωφεληθεί σε μονιμότερη βάση, αν η δυνατότητα που έχει να παράγει σε υψηλότερες τιμές στη χρονική περίοδο που διαρκεί η σημερινή συγκυρία, δεν χρησιμοποιηθεί απλώς ως μια παράταση για την επιβίωση των σημερινών δομών του αγροτικού τομέα. Τέτοιες παρατάσεις επιβίωσης των παραδοσιακών δομών της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, έχουν υπάρξει και στο παρελθόν, ιδίως μετά την ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ε. και την γενναιόδωρη εφαρμογή της ΚΑΠ στη δεκαετία του ’80, οι οποίες και οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση .
Η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία για την ελληνική αγροτική οικονομία μπορεί να αντισταθμίσει τις αρνητικές επιπτώσεις της συγκυρίας αυτής για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, μόνο στο μέτρο που τόσο οι αγρότες-παραγωγοί , όσο και οι δημόσιες αρχές σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, αντιληφθούν ότι πρόκειται για μια ευνοϊκή χρονική περίοδο που και αυτή θα τελειώσει και ότι πρέπει έστω ως τελευταία ευκαιρία να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές θεσμών και συμπεριφορών προκειμένου να βελτιωθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων.

27/8/08

Η ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 27.08.2008

Στις εκλογές του 2004 η Νέα Δημοκρατία επαγγέλθηκε την επανίδρυση του Κράτους. Τεσσεράμισι χρόνια μετά είναι πλέον φανερό ότι αυτό που κυρίως την ενδιέφερε ήταν η «επανακατάληψη» του Κράτους και η χρησιμοποίησή του για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Οι επεμβάσεις στη Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη, που δεν ήταν σπάνιες κατά την περίοδο των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, αυξήθηκαν και κορυφώθηκαν κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπόθεση Παυλίδη, η οποία φανέρωσε όχι μόνο την αυθαιρεσία του συστήματος της κομματικής διοίκησης, αλλά και την εισχώρηση κομματικού πνεύματος στη δικαστική διαχείριση υποθέσεων πολιτικού ενδιαφέροντος.
Πέρα όμως από αυτό ή το άλλο ειδικό γεγονός, θα πρέπει ίσως να δεχθούμε ότι κάθε κόμμα που κυβερνά τείνει να εξέλθει από τον κύκλο της συνταγματικής του αποστολής, που είναι η διεύθυνση της γενικής πολιτικής της χώρας (άρθρο 82 παρ. 1 Συντ.), και έχει τη ροπή να ασκεί επίδραση στη διοίκηση και τη Δικαιοσύνη με σκοπό να διατηρήσει και να επεκτείνει τη δύναμή του. Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η αντιμετώπιση του κινδύνου των κομματικών καταχρήσεων δεν είναι μόνο ηθικό ή πολιτικό ζήτημα, είναι προπάντων ζήτημα δημοσίου δικαίου. Μάλιστα, όταν το κακό υπερβεί κάποιο βαθμό και προσλαμβάνει αφόρητες διαστάσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα, είναι ίσως ευκολότερο να αρχίσει η προσπάθεια για τη θεραπεία του. Έτσι, νομίζω ότι έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για να συγκροτηθεί μια ευρεία συμμαχία πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων με κεντρικό αίτημα την «αποκομματικοποίηση» του Κράτους. Για να πραγματοποιηθεί το αίτημα αυτό είναι απαραίτητες οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις και στις τρεις παραδοσιακές εξουσίες του Κράτους, στη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική.
Στο επίπεδο της νομοθετικής λειτουργίας, το ζητούμενο είναι η χειραφέτηση της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας από τον ασφυκτικό κομματικό έλεγχο. Δεν μπορεί να υπάρχει ζωντανό Κοινοβούλιο χωρίς κάποια αυτονομία του από τα κόμματα. Αυτό προϋποθέτει αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί θεσμικά η δημοκρατική λειτουργία των κοινοβουλευτικών ομάδων και να διασφαλισθεί σε κάποιο βαθμό η αυτονομία των μεμονωμένων βουλευτών έναντι των κοινοβουλευτικών τους ομάδων αλλά και αυτών των τελευταίων έναντι των κομμάτων τους.
Στο επίπεδο της Δημόσιας Διοίκησης πρέπει να μειωθεί δραστικά ο αριθμός των δημοσίων θέσεων που διανέμονται εν είδει ανταμοιβής σε στελέχη, φίλους και θεράποντες του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος. Κυρίως όμως πρέπει να καταργηθούν όλες οι διατάξεις που επιτρέπουν την παράκαμψη του ΑΣΕΠ στις διαδικασίες προσλήψεων στον δημόσιο τομέα. Τέλος, στο επίπεδο της Δικαιοσύνης η πείρα απέδειξε ότι το άρθρο 90 παρ. 5 Συντ. που προβλέπει την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο, χρησιμοποιείται συνήθως για την επιλογή όχι των καλύτερων δικαστών αλλά των κομματικά αρεστών, από τους οποίους αναμένεται να επιδείξουν κάποια επιμέλεια για τα συμφέροντα του κυβερνώντος κόμματος. Αν χρειάζεται μια νέα συνταγματική αναθεώρηση, είναι κυρίως για να καταργηθεί η διάταξη αυτή.

26/8/08

"ΑΝΤΑΡΣΙΕΣ" ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΝΤΟΛΗ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 26.08.2008

Τις τελευταίες εβδομάδες εντάθηκαν τα φαινόμενα δημόσιας διαφοροποίησης βουλευτών, και των δύο κομμάτων εξουσίας, από τις επίσημες κομματικές θέσεις. Οι διαφοροποιήσεις αυτές θα κλιμακώνονται όσο συνεχίζει να φθίνει η εκλογική δύναμη των μεγάλων κομμάτων. Για την κυβέρνηση, που διαθέτει οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κάθε δήλωση των «ανταρτών» βουλευτών της εμφανίζεται ως απειλή για την κυβερνητική σταθερότητα. Από την άλλη πλευρά, οι αποκλίσεις που καταγράφονται σε επιμέρους θέματα από αρκετούς βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέναντι στις επιλογές ή στις ανακοινώσεις της κομματικής ηγεσίας τροφοδοτούν μία συνεχή συζήτηση σχετικά με την πολιτική ικανότητα του κόμματος να διεκδικήσει την εξουσία.
Η αντίδραση των κομματικών ηγεσιών, τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΠΑΣΟΚ, συνίσταται στην άμεση ή έμμεση διάχυση της απειλής διαγραφών προς τους διαφωνούντες βουλευτές, ως δείγματος αρχηγικής πυγμής και ως μέσου διαφύλαξης της κομματικής πειθαρχίας. Για τον πρωθυπουργό μία απόφαση διαγραφής ασφαλώς εμπεριέχει υψηλό βαθμό ρίσκου, τη στιγμή που το κόμμα του διαθέτει μόλις 152 βουλευτές, ενώ ταυτόχρονα εκκρεμούν σοβαρά σκάνδαλα στα οποία κατηγορούνται ως εμπλεκόμενοι βουλευτές της πλειοψηφίας. Από την πλευρά του ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν δίστασε να διαγράψει τον πρώην πρωθυπουργό Κ. Σημίτη, με μία θεσμικά πρωτοφανή απόφαση, επειδή διατύπωσε διαφορετική γνώμη σε ένα ζήτημα «υψηλής πολιτικής», προφανώς με σκοπό να προειδοποιήσει τους βουλευτές που εκφράζουν ελεύθερα τις τυχόν διαφορετικές τους θέσεις. Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω είναι ότι τείνει πλέον να επικρατήσει μία στρεβλή αντίληψη περί υποχρέωσης των βουλευτών να χειροκροτούν πειθήνια κάθε πράξη, παράλειψη και δήλωση των κομματικών ηγεσιών ή, τουλάχιστον, να σιωπούν. Η δημόσια διατύπωση μίας άλλης άποψης θεωρείται, κατά την αντίληψη αυτή, ως ατόπημα που ευλόγως θα επέσυρε τη διαγραφή από την Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Ανάμεσα στις ποικίλες θεσμικές και πολιτικές παθογένειες που συνοδεύουν την εντεινόμενη κρίση του πολιτικού συστήματος φαίνεται, λοιπόν, να εγκαθιδρύεται ένας νέου τύπου «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός», που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν ίδιον μόνο της κομμουνιστικής Αριστεράς. Έτσι αναιρείται άλλωστε και η συνταγματική επιταγή της ελεύθερης εντολής, που κατοχυρώνει την κατά συνείδηση γνώμη και ψήφο των βουλευτών. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η διαφοροποίηση του βουλευτή σε μείζονος σημασίας ζητήματα, όπως είναι, παραδείγματος χάριν, η ψήφιση του προϋπολογισμού, στερείται συνεπειών ως προς τη σχέση του με το κόμμα. Όμως, αποτελεί θεσμική και πολιτική έκπτωση να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό ατόπημα ο ανοικτός δημόσιος διάλογος, ειδικά όταν μετέχουν σε αυτόν πρόσωπα περιβεβλημένα με την εμπιστοσύνη των πολιτών. Η επιχειρούμενη φίμωση των βουλευτών υπό την απειλή της διαγραφής και, κατ επέκταση, του αποκλεισμού τους από τα ψηφοδέλτια του κόμματος στις επόμενες εκλογές, συνιστά στρέβλωση του πολιτικού συστήματος που, σε συνδυασμό με τα σοβαρά ελλείμματα εσωκομματικής δημοκρατίας, ενισχύει την υποβάθμιση της πολιτικής ζωής και την αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική.

25/8/08

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΗΠΑ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 25.08.2008

Ο όρος «αυτοκρατορία του κακού» (Evil Empire) χρησιμοποιήθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν, τη δεκαετία του 1980, στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής ρητορικής του για να χαρακτηρίσει την τότε Σοβιετική Ένωση. Αν υπάρχει σήμερα κάποιος που να αξίζει τον παραπάνω χαρακτηρισμό, αυτός είναι το πολιτικό σύστημα των ίδιων των ΗΠΑ, όπως επιβεβαιώνει ο ρόλος του στην τελευταία κρίση του Καυκάσου. Το ισχυρότερο κράτος του κόσμου, αντί να δίνει το παράδειγμα μιας συμπεριφοράς σύμφωνης με το διεθνές δίκαιο, δρα ως διεθνής ταραχοποιός, πότε με τυχοδιωκτικές κατακτητικές περιπέτειες τύπου Ιράκ, πότε με δολοφονικούς βομβαρδισμούς αμάχων, όπως στη Σερβία το 1999, και πότε υποκινώντας τρίτους σε παιχνίδια πολέμου, όπως τώρα στον Καύκασο.
Οι ΗΠΑ ενορχήστρωσαν την άνοδο στην εξουσία, πριν από λίγα χρόνια, του σημερινού προέδρου της Γεωργίας και υποστηρίζουν παντοιοτρόπως το αυταρχικό καθεστώς του. Μεταξύ άλλων, εξόπλισαν και εκπαίδευσαν τον στρατό της Γεωργίας, ο οποίος εισέβαλε, την ημέρα της έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2008, στην αποσχισθείσα de facto πριν από 15 χρόνια επαρχία της Νότιας Οσετίας.
Ο πραγματικός σκοπός της εισβολής δεν ήταν, βέβαια, η κατάληψη της μικρής και καθεαυτής ασήμαντης, ορεινής εκείνης περιοχής, αφού πρόκειται για ρωσικό προτεκτοράτο και ο στρατιωτικός συσχετισμός μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας είναι συντριπτικός σε βάρος της δεύτερης. Ο πραγματικός σκοπός ήταν προφανώς να παρασυρθεί η Ρωσία, αντιτιθέμενη, στην κατοχή ολόκληρης της Γεωργίας, ώστε να απομονωθεί διεθνώς και να εμπλακεί σε έναν ατέρμονα ανταρτοπόλεμο, όπως η τέως Σοβιετική Ενωση στο Αφγανιστάν. Ωστόσο, η ρωσική ηγεσία δεν ενέδωσε στον πειρασμό και έτσι το μόνο που απομένει στον πολεμοκάπηλο πλανητάρχη και τους Ευρωπαίους υποτακτικούς του είναι να κλαυθμυρίζουν για τη (χαμένη προ πολλού) εδαφική ακεραιότητα της Γεωργίας.
Και, όμως, οι ίδιοι πριν από λίγους μήνες ολοκλήρωσαν τον εδαφικό ακρωτηριασμό της Σερβίας, αναγνωρίζοντας και επίσημα την απόσχιση του ΝΑΤΟϊκού προτεκτοράτου του Κοσόβου. Η υποκρισία αποτελεί, άλλωστε, πάγιο χαρακτηριστικό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Έτσι, π.χ., ενώ το υπουργείο Εξωτερικών της Υπερδύναμης συντάσσει ετήσιες εκθέσεις για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε καθεμιά από τις υπόλοιπες χώρες, οι ίδιες οι ΗΠΑ δεν έχουν επικυρώσει σειρά σημαντικών σχετικών διεθνών συμβάσεων και δεν αναγνωρίζουν τη δικαιοδοσία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβιάσεις των Δικαιωμάτων αυτών στο εσωτερικό τους, ούτε και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για εγκλήματα πολέμου των στρατιωτικών.
Θα ήταν ευκταίο, προκειμένου να υπάρξει ένας πιο ισορροπημένος πλανητικός συσχετισμός δυνάμεων και να ενισχυθεί έτσι η διεθνής σταθερότητα, να μετασχηματιστεί η ΕΕ τις επόμενες δεκαετίες σε ένα μικρότερο και πιο συνεκτικό μόρφωμα, και να αποκτήσει πραγματική ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ. Διαφορετικά, η άνευ όρων πρόσδεση στο αμερικανικό άρμα θα έχει ολοένα και πιο οδυνηρές συνέπειες για τις ευρωπαϊκές χώρες μέσα σε συνθήκες εντεινόμενης, ούτως ή άλλως, κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού.

13/8/08

ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 13.08.2008

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες θεωρείται περίπου αυτονόητο ότι ο νομοθέτης έχει μια σχεδόν απεριόριστη ελευθερία ρύθμισης του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους, που μπορεί να φθάσει μέχρι και στην πλήρη απαγόρευση του καπνίσματος, ακόμη και στα μπαρ, τα εστιατόρια και τις ταβέρνες, τα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης, ενδεχομένως και στις πλατείες, τα πάρκα ή τις παραλίες. Έχει δηλαδή επικρατήσει η αντίληψη ότι το δικαίωμα στην υγεία των μη-καπνιστών διαθέτει μια απόλυτη προτεραιότητα απέναντι στην ελευθερία του καπνίσματος. Από τη στιγμή που ο νομοθέτης αποφασίσει να περιορίσει ή και να απαγορεύσει την ελευθερία του καπνίσματος, καμιά αμφισβήτηση δεν προβάλλεται ως προς τη συνταγματική νομιμότητα των παρεμβάσεών του. Την αντίληψη ότι η ελευθερία του καπνίσματος στερείται συνταγματικής προστασίας υιοθετεί και το νομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας, το οποίο, μεταξύ άλλων, υποχρεώνει τους ιδιοκτήτες μπαρ, εστιατορίων, ντισκοτέκ κ.λπ. να διαθέτουν ειδικούς κλειστούς χώρους για τους καπνιστές, ρύθμιση που θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2010.
Η πρόσφατη απόφαση (30.7.2008) του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε ως αντισυνταγματική την απόλυτη απαγόρευση του καπνίσματος στα μικρά μπαρ -τα περίφημα eckkneipen-, που δεν μπορούσαν να έχουν ειδική αίθουσα για τους καπνιστές, ανέδειξε και μια άλλη πλευρά του ζητήματος που αφορά την επαγγελματική ελευθερία. Η επιχειρηματολογία του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και από τον Ελληνα νομοθέτη, έτσι ώστε να υπάρξει ειδική ρύθμιση για τα μπαρ ή τα εστιατόρια τα οποία έχουν μόνο μια μικρή αίθουσα, και θα αναγκαστούν να απαγορεύσουν πλήρως το κάπνισμα στον χώρο αυτό, χάνοντας τους καπνιστές πελάτες τους.
Οι οργανωμένες κοινότητες των καπνιστών στον ευρωπαϊκό χώρο χαιρέτισαν την απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου ως μια νίκη της ελευθερίας του καπνίσματος. Τα επιχειρήματα όμως των δικαστών της Καρλσρούης στηρίζονται αποκλειστικά στην επαγγελματική ελευθερία και όχι στην ελευθερία του καπνίσματος. Θα περίμενε κανείς από το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο να αναδείξει και τη συνταγματική διάσταση της ελευθερίας του καπνίσματος. Το κάπνισμα μπορεί να βρει συνταγματική προστασία στο δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, το οποίο κατοχυρώνεται τόσο στο γερμανικό όσο και στο ελληνικό Σύνταγμα.
Η αναγνώριση ενός συνταγματικού θεμελίου της ελευθερίας του καπνίσματος δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί να θεσπίσει περιορισμούς και απαγορεύσεις που αποσκοπούν στην προστασία του δικαιώματος στην υγεία των μη-καπνιστών, από τη στιγμή μάλιστα που έχουν πιστοποιηθεί επιστημονικά οι βλαπτικές συνέπειες του παθητικού καπνίσματος. Η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη θα πρέπει όμως να υπακούει σε κριτήρια ορθολογικότητας και αναλογικότητας, έτσι ώστε σε ορισμένους δημόσιους χώρους, όπως στα μπαρ, τα εστιατόρια και τα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης, να αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των ιδιοκτητών η δυνατότητα να απαγορεύσουν, να περιορίσουν ή να επιτρέψουν το κάπνισμα. Έτσι, τόσο οι καπνιστές όσο και οι μη-καπνιστές θα έχουν δικαίωμα επιλογής.

12/8/08

ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 12.08.2008

Τη στιγμή που οι τιμές του πετρελαίου καλπάζουν, θα ήταν αναμενόμενο να ενθαρρυνθούν και να επιταχυνθούν από την πολιτεία οι πρωτοβουλίες και οι παρεμβάσεις που αφορούν εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Δεν είναι άλλωστε μόνο οικονομικά-ενεργειακά τα επιχειρήματα υπέρ των εναλλακτικών ενεργειακών πηγών, αλλά πρωτίστως περιβαλλοντικά. Κι όμως, ακριβώς σε μια περίοδο που τα προβλήματα της ενέργειας και της οικολογικής καταστροφής εμφανίζονται παγκοσμίως ως οι μείζονες προκλήσεις για τις επόμενες δεκαετίες, το ελληνικό κράτος επιδεικνύει πρωτοφανή αδυναμία ακόμη και να εφαρμόσει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο.
Συμπληρώθηκαν αυτές τις μέρες δύο χρόνια από την ψήφιση του νόμου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που αποσκοπούσε στην επιτάχυνση της ανάπτυξής τους. Αντί να επιτευχθεί ωστόσο ο στόχος αυτός, οι γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες χαρακτηρίζονται ως πρωτοφανείς. Ενώ στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες οι σχετικές διαδικασίες προωθούνται με ταχύτατους ρυθμούς, η Ελλάδα κατατάσσεται, με βάση έρευνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στη δεύτερη χειρότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ζήτημα της διοικητικής αποτελεσματικότητας ως προς την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στην Ελλάδα, χώρα του ήλιου και των ανέμων, εγκαταστάθηκαν κατά την τελευταία διετία 327 μεγαβάτ ανανεώσιμων πηγών, ενώ ως προς την ηλεκτροπαραγωγή από γεωθερμία η χώρα μας πέτυχε το απόλυτο μηδέν. Την ίδια ώρα η ΔΕΗ επιχειρεί με παραδοσιακές, κοστοβόρες και περιβαλλοντοκτόνες τεχνολογίες να καλύψει τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες, ως αποτέλεσμα της απουσίας ενός συνεκτικού ενεργειακού σχεδιασμού και, ευρύτερα, ενός ορθολογικού και περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένου μοντέλου ανάπτυξης από την πλευρά της πολιτείας.
Ενδεικτικές είναι οι επιδόσεις στα φωτοβολταϊκά, όπου ο χρόνος έγκρισης της παραγωγής μικρών συστημάτων, που προβλέπεται να μην υπερβαίνει τις δέκα ημέρες, στην πράξη υπολογίζεται λόγω των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων σε αρκετούς μήνες. Στα γραφεία της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας έχουν σωρευτεί χιλιάδες αιτήσεις για άδειες παραγωγής φωτοβολταϊκών συστημάτων, των οποίων η αξιολόγηση δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών. Εύλογη είναι η αγανάκτηση των υποψήφιων επενδυτών, που έχουν δαπανήσει συνολικά τουλάχιστον 50 εκατ. ευρώ σε μελέτες, ασφαλιστικές εισφορές κ.λπ., χωρίς να καθίσταται προβλέψιμο εάν και πότε θα κατορθώσουν να ασκήσουν επιχειρηματική δραστηριότητα στο πεδίο των ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών. Ανάλογη είναι η εικόνα και στην αιολική ενέργεια, όπου οι νέες διαδικασίες και τα πρόσθετα διοικητικά βάρη συνεπάγονται αύξηση του μέσου χρόνου για την έκδοση άδειας εγκατάστασης κατά είκοσι δύο επιπλέον μήνες.
Η πολιτεία όχι μόνο δεν έχει θεσπίσει επαρκή κίνητρα για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά με τις απίστευτες διοικητικές επιβαρύνσεις και τις χρονοβόρες διαδικαστικές εμπλοκές αποθαρρύνει τόσο τους μεγάλους επενδυτές όσο και εγχειρήματα σε νέες τεχνολογίες που αφορούν τον οικιακό τομέα. Οι γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες επενεργούν ως μηχανισμός στρέβλωσης των αγορών, ενισχύουν τη διαφθορά και την ακρίβεια, δυσχεραίνουν την προστασία του περιβάλλοντος. Οι εκκλήσεις των περιβαλλοντικών οργανώσεων παραμένουν αναπάντητες από τους αρμοδίους. Αποτελεί λοιπόν επιτακτική ανάγκη να δραστηριοποιηθεί περαιτέρω, με κάθε θεμιτό μέσο, η κοινωνία πολιτών, για να αποτρέψει τη διαιώνιση αυτού του ενεργειακού και περιβαλλοντικού παραλογισμού.

11/8/08

Η ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.08.2008

Οι επικείμενες απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο «κοινοτήτων» για την επίλυση του Κυπριακού αποτελούν ίσως την τελευταία ευκαιρία για τη μερική έστω ανατροπή των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής του 1974. Είναι φανερό πως μια νέα αποτυχία, όπως αυτή στην οποία οδηγήθηκε το σχέδιο Ανάν το 2004, θα έχει αυτή τη φορά ως αποτέλεσμα την οριστική αλλαγή στάσης της διεθνούς κοινότητας και την αναγνώριση του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους από μεγάλο αριθμό κρατών.
Ωστόσο, οι θέσεις με τις οποίες, σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, προσέρχονται οι δύο πλευρές στις συνομιλίες δεν δικαιολογούν καμία αισιοδοξία. Ο μέσος όρος μεταξύ των θέσεων αυτών, όπου είναι λογικό να καταλήξει (αν καταλήξει) πάνω- κάτω η διαπραγμάτευση, ισοδυναμεί με μια ελαφρά παραλλαγή του σχεδίου Ανάν, ελαφρώς βελτιωμένου στην καλύτερη περίπτωση και ελαφρώς επιδεινωμένου στη χειρότερη. Μια «λύση» αυτής της μορφής, όμως, δεν είναι απλά κακή αλλά και μακροπρόθεσμα επικίνδυνη για την ίδια την επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού. Πολύ συνοπτικά μπορεί να επισημανθεί ότι, με αντίτιμο την επιστροφή ενός μικρού μέρους των κατεχόμενων, οι δήθεν Τουρκοκύπριοι (στην πραγματικότητα κατά πλειοψηφία Τούρκοι έποικοι) θα καταστούν συγκύριοι της κυπριακής Δημοκρατίας και συγκυρίαρχοι ολόκληρου του νησιού. Ο νέος αυτός «συνεταιρισμός» θα είναι όμως ετεροβαρής, αφού εκ των πραγμάτων οι Ελληνοκύπριοι, με τα υψηλότερα εισοδήματά τους, θα είναι οι σχεδόν αποκλειστικοί χρηματοδότες του κοινού κράτους. Έτσι το τελευταίο θα λειτουργεί de facto ως μηχανισμός οικονομικής αναδιανομής υπέρ των Τούρκων και σε βάρος των Ελλήνων, αλλά και πολιτικής καταπίεσης των τελευταίων από τους Ιρώτους.
Φοβάμαι ότι το σχήμα αυτό θα αποδειχθεί βραχύβιο. Η πρόσφατη διεθνής εμπειρία μάς διδάσκει ότι κρατικοί σχηματισμοί με παρόμοια χαρακτηριστικά παρουσιάζουν εγγενείς τάσεις κατάρρευσης, ακόμη και όταν πρόκειται για λαούς με κοινή ιστορία, όπως οι Φλαμανδοί και οι Βαλλόνοι στο Βέλγιο ή οι λαοί της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πολύ πιο επικίνδυνο να καταρρεύσει θα είναι το νέο κυπριακό «κράτος» (στην πραγματικότητα, ένωση προτεκτοράτων της Τουρκίας και της Ελλάδας, αφού μόνο δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν στο νησί), όπου υπάρχει η γνωστή αιματηρή διένεξη εδώ και πολλές δεκαετίες και τεράστιο πολιτισμικό, οικονομικό και κοινωνικό χάσμα μεταξύ δύο διαφορετικών πια λαών. Το τελικό επακόλουθο της κατάρρευσης, λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική θέση της Κύπρου και το καταθλιπτικό δημογραφικό και πολιτικοστρατιωτικό βάρος της «προστάτιδας» Τουρκίας, ενδέχεται να είναι η προσφυγοποίηση του κυπριακού ελληνισμού.
Αν υπήρχε πολιτικός ρεαλισμός, θα έπρεπε να είχε γίνει από καιρό αντιληπτό ότι η διχοτόμηση του 1974 δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο σε βάρος των Ελληνοκυπρίων και ότι το μόνο ουσιαστικό αντικείμενο διαπραγμάτευσης θα έπρεπε να είναι οι τουρκικές εδαφικές παραχωρήσεις. Επιδιώκοντας το ανέφικτο, δηλαδή την επανένωση του νησιού υπό συνθήκες πραγματικής ισότητας και ελευθερίας των κατοίκων του, ο κυπριακός ελληνισμός διακινδυνεύει μακροπρόθεσμα την ίδια την ύπαρξή του.

30/7/08

Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30.07.2008

Kατά το μέρος του που αφορά τα δικαιώματα των πολιτών, το ελληνικό Σύνταγμα, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 2001, είναι ένα από τα πιο προωθημένα Συντάγματα στον ευρωπαϊκό χώρο. Eκεί που υστερεί εν συγκρίσει προς ορισμένα ευρωπαϊκά Συντάγματα, όπως ιδίως το ιταλικό, το ισπανικό και το πορτογαλικό, είναι στην πληρότητα των εγγυήσεων της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Tο κενό αυτό δεν καλύπτεται από την προνομιακή μισθολογική μεταχείριση των δικαστών. Eίναι άλλωστε περισσότερο από προφανές ότι οι πρόσφατες προκλητικές αυξήσεις στις αποδοχές τους δεν έχουν τόσο ανιδιοτελή κίνητρα.

H ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στην αρμοδιότητα του Yπουργικού Συμβουλίου να επιλέγει τους προέδρους και τους αντιπροέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων και τον εισαγγελέα του Aρείου Πάγου.

Aυτό γίνεται για να διασφαλιστεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της δικαστικής λειτουργίας. Πλην όμως, η νομιμοποίηση της δικαστικής λειτουργίας δεν έχει συναινετικό ή αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα αλλά βρίσκεται αποκλειστικά στην εγγύηση της αμερόληπτης διάγνωσης της αλήθειας.

Kαλός δικαστής δεν είναι εκείνος που «συνεκτιμά» τα συμφέροντα ή τη βούληση της πλειοψηφίας κατά τη διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας, π.χ. κατά τη διερεύνηση υποθέσεων πολιτικής ή διοικητικής διαφθοράς - το παράδειγμα δεν είναι φυσικά τυχαίο.

Oσο διατηρείται αυτό το σύστημα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης -το οποίο δυστυχώς δεν μπορεί να αλλάξει χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος- οι εκάστοτε κυβερνώντες θα αναζητούν πάντοτε εκείνους που θα είναι πρόθυμοι να ασκήσουν τις κρίσιμες οργανωτικές και διοικητικές αρμοδιότητές τους με κάποιο αίσθημα ευγνωμοσύνης γι' αυτούς που τους επέλεξαν - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι επιλεγέντες δείχνουν πάντοτε την προσδοκώμενη ευμένεια.

H συγκριτική συνταγματική εμπειρία δείχνει ότι η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από διευρυμένα σώματα στα οποία συμμετέχουν κατά πλειοψηφία αιρετοί εκπρόσωποι των δικαστών αλλά και «λαϊκά μέλη» εκλεγόμενα από το Kοινοβούλιο με αυξημένη πλειοψηφία, είναι το σύστημα που διασφαλίζει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την εξωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Πρόκειται για το μοντέλο που εισήγαγε το ιταλικό Σύνταγμα και το οποίο υιοθετήθηκε στη συνέχεια από το ισπανικό και πορτογαλικό Σύνταγμα. Στις χώρες αυτές τα έτσι συγκροτούμενα ανώτατα δικαστικά συμβούλια αποτελούν τα όργανα διοίκησης της Δικαιοσύνης, ενώ ο ρόλος του υπουργού Δικαιοσύνης έχει περιοριστεί ουσιωδώς. Mάλιστα στην Iταλία η βαθμολογική και σε κάθε περίπτωση η μισθολογική εξέλιξη των δικαστών, εξαρτάται πλέον μόνο από την αρχαιότητα. Aυτό φαίνεται πολύ ρηξικέλευθο, στην πράξη όμως έχει διασφαλίσει σε πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα βαθμό την εσωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Xωρίς αυτές τις εγγυήσεις εξωτερικής και εσωτερικής ανεξαρτησίας καθώς και εκείνες που αφορούν την αυτόνομη λειτουργία των εισαγγελικών αρχών και την ανεξαρτησία τους από τον υπουργό Δικαιοσύνης, δεν θα ήταν δυνατή η επιχείρηση «καθαρά χέρια». Kατά μία άποψη βέβαια αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα στην Eλλάδα δεν είναι φύλακες της «δημόσιας αρετής» αλλά πολιτικούς που μπορούν να επιλύσουν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Θα συμμεριζόμασταν ευχαρίστως την άποψη αυτή, αν στην πολιτική και τη δημόσια σφαίρα κυριαρχούσε η νομιμότητα. Δυστυχώς όμως δεν είναι αυτή η ελληνική περίπτωση.

29/7/08

ΤΑ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 29.07.2008

Πέρασε ήδη ένας χρόνος από τις καταστροφικότερες πυρκαγιές που έπληξαν ποτέ τη χώρα και ακόμη δεν έχουν αποσαφηνιστεί τα ακριβή αίτια, ούτε αποδόθηκαν συγκεκριμένες ευθύνες για ό,τι συνέβη. Η διερεύνηση των αιτιών και η απόδοση ευθυνών δεν έχουν ιδίως τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούν προϋπόθεση τόσο για τη βελτίωση των μηχανισμών πρόληψης όσο και για την αποτελεσματικότερη καταστολή. Σήμερα, ανά πάσα στιγμή, ο δασικός πλούτος, περιουσίες και ανθρώπινες ζωές παραμένουν εκτεθειμένες σε νέες απειλές, καθώς δεν έχουν ολοκληρωθεί οι απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις στην πυροπροστασία.

Ωστόσο στην καρδιά του προβλήματος της δασοπροστασίας δεν βρίσκεται ούτε η λειτουργία της Πυροσβεστικής, ούτε η επάρκεια των τεχνικών μέσων πυρόσβεσης, ούτε η έλλειψη εθελοντών που προσφέρονται να συνδράμουν. Ο πυρήνας των ελλειμμάτων εντοπίζεται πρωτίστως στη χαοτική θεσμική και διοικητική οργάνωση του κράτους.

Ενδεικτικός είναι κατ αρχάς ο κατακερματισμός του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, που αποτελείται από διάσπαρτες ρυθμίσεις σε 29 ετερόκλητα νομοθετήματα. Ακόμη χαρακτηριστικότερο εμφανίζεται το περιεχόμενο αυτών των νομοθετημάτων: στο έργο της πρόληψης των πυρκαγιών εμπλέκονται 45 διαφορετικές υπηρεσίες, στις οποίες έχουν κατανεμηθεί 9 αρμοδιότητες χωρίς να αποσαφηνίζονται επαρκώς ζητήματα συνεργιών και συντονισμού. Περαιτέρω, στο έργο της καταστολής-κατάσβεσης εμπλέκονται 20 υπηρεσίες, στις οποίες έχουν απονεμηθεί 16 αρμοδιότητες. Με βάση λοιπόν το υφιστάμενο πλαίσιο τα όρια δράσης και ευθύνης των εμπλεκόμενων στη δασοπροστασία παραμένουν συγκεχυμένα, με αποτέλεσμα τις αμοιβαία επιρριπτόμενες κατηγορίες και ευθύνες, αλλά και την αδυναμία αποτελεσματικής παρέμβασης. Πώς μπορούν να αναζητηθούν ευθύνες, για παράδειγμα, στο πεδίο του καθαρισμού των δασών, που αποσκοπεί στον περιορισμό του κινδύνου ανάφλεξης, τη στιγμή που εμπλέκονται 11 διαφορετικοί φορείς, μεταξύ των οποίων τα υπουργεία Άμυνας και Πολιτισμού, οι δήμοι, οι νομαρχίες, οι περιφέρειες κ.λπ.;

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι δεν έχει θεσμοθετηθεί ο «φάκελος καταστροφής», δηλαδή ο μηχανισμός συγκέντρωσης και αποτίμησης των στοιχείων που αφορούν τις πράξεις και παραλείψεις σε κάθε περίπτωση πυρκαγιάς. Μόνο μέσα από τη θεσμοθέτηση μίας τέτοιας συστηματικής έρευνας μπορεί να καταστεί εφικτό να αποσαφηνιστούν τα αίτια, να αποδοθούν ευθύνες και να πραγματοποιηθούν οι αναγκαίες διορθωτικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος δασοπροστασίας. Η συστημική ανεπάρκεια του κράτους να παράσχει στους πολίτες του εγγυήσεις εσωτερικής ασφάλειας και να ενεργοποιήσει λυσιτελώς τους μηχανισμούς πολιτικής προστασίας, με ακραία εκδήλωση την αδυναμία συντονισμένης παρέμβασης μπροστά σε φυσικές καταστροφές, αποτελεί δείγμα ενός ευρύτερου ελλείμματος ως προς την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Όλα τα προηγούμενα είναι γνωστά στην ηγεσία του υπουργείου Εσωτερικών, που φαίνεται αποφασισμένη για ριζικές τομές. Ας ελπίσουμε ότι ήρθε η ώρα να τελεσφορήσει η σχεδιαζόμενη οργανωτική αναδιάρθρωση στο κρίσιμο πεδίο της δασοπροστασίας και ότι δεν θα βιώσουμε αυτόν τον Αύγουστο μία νέα εθνική οικολογική καταστροφή.

28/7/08

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 28.07.2008

Πριν από λίγες ημέρες συμπληρώθηκαν 34 χρόνια από τη μεταπολίτευση του 1974 και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στον τόπο μας. Επιφανειακά, τα 34 αυτά χρόνια ήταν η καλύτερη, από την άποψη της ομαλής λειτουργίας των συνταγματικών θεσμών, περίοδος της νεοελληνικής Ιστορίας. Φαινόμενα όπως εκλογές βίας και νοθείας, επεμβάσεις του στρατού και των ανακτόρων στην πολιτική, καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης και άλλων ατομικών δικαιωμάτων κ.λπ., που ενδημούσαν τις προηγούμενες δεκαετίες, κυριολεκτικά εξαφανίσθηκαν. Παράλληλα η Ελλάδα εντάχθηκε στην ΕΟΚ και αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ΟΝΕ, δηλαδή στον σκληρό πυρήνα του ευρωπαϊκού, και κατ επέκταση του παγκόσμιου, καπιταλισμού και γνώρισε μια χωρίς προηγούμενο οικονομική ανάπτυξη (έστω κι αν η τελευταία ωφελεί κυρίως συγκεκριμένες μερίδες του πληθυσμού και επιτυγχάνεται με δυσανάλογο περιβαλλοντικό κόστος).

Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια της αδιατάρακτης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και της καπιταλιστικής ευδαιμονίας, εξακολουθούν να υπάρχουν, ή και ενισχύονται, εξουσιαστικές δομές φεουδαρχικού χαρακτήρα, όπως η μεταλλαγμένη επιβίωση του δυναστικού συνδρόμου στην πολιτική ζωή. Παρά την κατάργηση της βασιλείας με το δημοψήφισμα του 1974, και συνεπώς της δυναστικής διαδοχής ως μεθόδου ανάδειξης του αρχηγού του κράτους, πολυάριθμες πολιτικές δυναστείες εξακολουθούν να κυριαρχούν στην παράξενη ελληνική δημοκρατία των γόνων. Η κυριαρχία των οικογενειακών δεσμών στη δόμηση της εξουσίας είναι όμως ένα από τα γνωρίσματα των φεουδαρχικών κοινωνικών σχηματισμών, απότοκο της ανυπαρξίας, στις κοινωνίες εκείνες, πολιτικών θεσμών γενικά. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα η οικογενειοκρατία είναι το αποτέλεσμα της ανυπαρξίας ειδικά ενός πολιτικού θεσμού, δηλαδή του δημοκρατικού (σε ό,τι αφορά την εσωτερική δομή και λειτουργία του) πολιτικού κόμματος.

Ένα περαιτέρω μεσαιωνικής-φεουδαρχικής προέλευσης χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος είναι η σύζευξη εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας. Όχι μόνο δεν έχει επιτευχθεί, σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο ουσιαστικός και αποτελεσματικός χωρισμός εκκλησίας και κράτους, αλλά παρατηρείται και μία εντεινόμενη μάλλον τάση μελών του ιερατείου για ευθεία ανάμειξη σε θεσμικά θέματα (π.χ. ταυτότητες), ή ακόμη και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής κ.ά. Τα φαινόμενα αυτά δεν συνδέονται μόνο με την ιδιοσυγκρασία συγκεκριμένων προσώπων, αλλά κυρίως με τη νοοτροπία του ποιμνίου της Εκκλησίας.

Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η σταδιακή σύντηξη της δημόσιας και της ιδιωτικής εξουσίας, αφού το αποτελεσματικότερο μέσο πλουτισμού στην Ελλάδα φαίνεται πως είναι η νομή, άμεσα ή έμμεσα, του κράτους. Η διαφθορά, μερικές πτυχές της οποίας αποκαλύπτονται όταν έρχονται στο φως της δημοσιότητας σκάνδαλα όπως το πρόσφατο της Siemens, δεν αποτελεί παθολογικό σύμπτωμα, αλλά οργανική ιδιότητα του πολιτικού συστήματος, σε μια χώρα όπου και ο «ιδιωτικός» τομέας είναι σε μεγάλο βαθμό κρατικοδίαιτος. Η αδυναμία σαφούς διάκρισης δημόσιου και ιδιωτικού είναι όμως κι αυτή διακριτικό της μεσαιωνικής φεουδαρχίας κι όχι της αστικής δημοκρατίας.

Ο εκφεουδαρχισμός του πολιτικού συστήματος σε μια κατά τα άλλα καπιταλιστική κοινωνία αποτελεί το ελληνικό παράδοξο του 21ου αιώνα. Η ανατροπή του είναι το ζητούμενο για τη δική μας γενιά και για εκείνες που έρχονται.

16/7/08

ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 16.07.2008


Το τελευταίο στάδιο εξέλιξης της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση είναι... ο σταχανοβισμός: πάνω από όλα η παραγωγικότητα, ανεξάρτητα από το ανθρώπινο κόστος της. Αυτό προκύπτει από την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου των υπουργών Εργασίας της ΕΕ, με την οποία αποφασίστηκε η τροποποίηση της οδηγίας 2003/88/ΕΚ, έτσι ώστε τα κράτη-μέλη να μπορούν να θεσπίσουν εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας 60 ωρών, σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι 65 ωρών. Όπως και σε άλλα θέματα κοινωνικής πολιτικής, έτσι και στο θέμα αυτό επικράτησε η νεοφιλελεύθερη γραμμή της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία στην περίπτωση αυτή βρήκε συμμάχους τη Γαλλία και την Ιταλία.
Με την πρόταση της νέας οδηγίας, η οποία θα πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διαφώνησαν μόνο πέντε χώρες - η Ισπανία, η Ελλάδα, το Βέλγιο, η Ουγγαρία και η Κύπρος. Σύμφωνα με τη νέα οδηγία, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι σε αυτές θα μπορούν εφεξής να συμφωνούν «ελεύθερα» στην αύξηση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από 48 ώρες σε 60 ώρες. Όπως ακριβώς συνέβαινε στις αρχές του 20ού αιώνα, πριν από την κατάρτιση της πρώτης διεθνούς σύμβασης εργασίας (1919), με την οποία κατοχυρώθηκε ο κανόνας του 48ώρου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας. Φαίνεται ότι στην Ευρώπη των «27» η μόνη δυνατή εκδοχή της κοινωνικής διάστασης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι η σύγκλιση προς τα πιο χαμηλά στάνταρτ κοινωνικής προστασίας.
Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό είναι ότι η προϊούσα κοινωνική οπισθοδρόμηση στον τομέα των εργασιακών σχέσεων όχι μόνο δεν ανακόπτεται, αλλά αντίθετα επιταχύνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ). Σε τρεις πρόσφατες αποφάσεις του, τη Laval, τη Viking και τη Ruffert, το ΔΕΚ επαναπροσδιόρισε τα δικαιώματα των Ευρωπαίων εργαζομένων με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτά να εξαρτώνται πλήρως από τη λογική και τις αναγκαιότητες του οικονομικού συστήματος της ΕΕ, η εξυπηρέτηση του οποίου παίρνει πλέον απόλυτη προτεραιότητα σε σχέση με τη συνδικαλιστική ελευθερία, τη συλλογική αυτονομία, το δικαίωμα της απεργίας και την αρχή του κατώτατου ορίου μισθού. Συγκεκριμένα, στις δύο πρώτες αποφάσεις το ΔΕΚ θεώρησε ότι τα δικαιώματα της απεργίας και της συλλογικής διαπραγμάτευσης δεν θα πρέπει να ασκούνται σε βάρος της ελευθερίας του ανταγωνισμού, ενώ στην τρίτη αναγνώρισε το δικαίωμα σε μια πολωνική εταιρεία, ανάδοχο δημόσιου έργου στη Γερμανία, να αμείβει τους αποσπασμένους στη Γερμανία εργαζομένους της με τον μισθό που προβλέπεται στην Πολωνία και όχι στη Γερμανία.
Είναι φανερό πια ότι τα όργανα διακυβέρνησης της ΕΕ με τη σύμπραξη πλέον και του ΔΕΚ θέλουν να αφαιρέσουν από το εργατικό δίκαιο τη «συνταγματική» του διάσταση και να επαναφέρουν τη σχέση εργασίας στα σχήματα του Αστικού Δικαίου, εκεί όπου η εργασία είναι απλώς ένα ανταλλάξιμο και εναλλάξιμο εμπόρευμα. Έτσι, όμως, έρχονται σε μετωπική σύγκρουση με απαραβίαστες αρχές των εθνικών Συνταγμάτων. Από την έκβαση αυτής της σύγκρουσης θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό το μέλλον των εθνικών Συνταγμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο.

15/7/08

Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 15/07/2008

Διεμβόλισε τον δικομματισμό και μπορεί να πρωταγωνιστήσει στην ανανέωση της Πολιτικής.
Οι συνθήκες δεν θα μπορούσαν να είναι πιο πρόσφορες για τη στροφή του εκλογικού σώματος προς την Αριστερά. Η πολιτική τάξη βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα από τα σοβαρότερα σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης. Τα δύο κόμματα εξουσίας παραπαίουν μεταξύ κατηγοριών για διαφθορά στελεχών τους, αποκαλύψεων για έκνομες μεθόδους χρηματοδότησής τους και καθημερινών εσωτερικών αντιμαχιών. Η έκρηξη της ακρίβειας τροφοδοτείται τόσο από την προϊούσα διεθνή οικονομική κρίση όσο και από δομικές δυσλειτουργίες της ελληνικής αγοράς. Τα φαινόμενα φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης εντείνονται, ενώ η πραγματική ανεργία εκτοξεύεται σε επίπεδα που απειλούν την κοινωνική συνοχή. Η μεσαία τάξη συμπιέζεται και οι συνθήκες διαβίωσης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων μακράν απέχουν από το να χαρακτηριστούν ως αξιοπρεπείς.

Την ίδια ώρα οι παγιωμένες δυσλειτουργίες της ανώτατης εκπαίδευσης έχουν καταστεί αφορμή διαρκούς αναταραχής στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, η περίφημη μεταρρύθμιση του νόμου-πλαισίου έναν χρόνο μετά την ολοκλήρωσή της αποδεικνύεται ατελέσφορη, ενώ μια σειρά πολιτικών επιλογών πιστοποιεί ότι η κρίση στα πανεπιστήμια συνδέεται με τάσεις ιδιωτικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας έχει παύσει πλέον να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας και σταδιακά μετατρέπεται σε μέσο αναπαραγωγής και διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.
Οι δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν την απογοήτευση των πολιτών από τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Η ελληνική κοινωνία δεν προσδοκά βελτίωση των όρων διαβίωσης τα επόμενα χρόνια, αλλά αναμένει την επιδείνωσή τους. Οι νέοι αντιλαμβάνονται ότι το πτυχίο και οι μεταπτυχιακοί τίτλοι κατά κανόνα δεν διασφαλίζουν το επαγγελματικό τους μέλλον, ενώ συχνά δεν πιστοποιούν καν την απόκτηση επαρκών επιστημονικών ή τεχνολογικών γνώσεων και δεξιοτήτων. Η γενιά των ανασφάλιστων και υποαμειβόμενων εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις να εκφράζει με τον πιο ηχηρό τρόπο την απαξίωση έναντι των κομμάτων και των πολιτικών θεσμών. Εξάλλου, οι παλαιότερες γενιές δεν φαίνεται να εμπιστεύονται πλέον το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και βιώνουν ένα καθεστώς διαρκούς επαγγελματικής και οικονομικής ανασφάλειας.
Η Αριστερά εύλογα εμφανίζεται λοιπόν σημαντικά ενισχυμένη στις δημοσκοπήσεις. Υπό τις σημερινές συνθήκες το αντίθετο θα προκαλούσε έκπληξη. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σε άλλες χώρες, όπως επί παραδείγματι στη Γερμανία, όπου το κόμμα της Αριστεράς (Linke) συνεχώς διευρύνει την επιρροή του απέναντι στον μεγάλο συνασπισμό των κομμάτων εξουσίας.
Παρά τα εμφανή ιδεολογικά ελλείμματα και την αδυναμία της να αρθρώσει έναν ολοκληρωμένο και συνεκτικό πολιτικό λόγο για την αντιμετώπιση κρίσιμων προβλημάτων δημόσιας πολιτικής, ιδίως για την κρίση του κοινωνικού κράτους σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η Αριστερά ήδη έχει διεμβολίσει και στη χώρα μας το παραδοσιακό δικομματικό σκηνικό, έτσι ώστε η κυβερνητική αυτοδυναμία να εμφανίζεται άπιαστος στόχος για τα δύο κόμματα εξουσίας. Δεν μένει παρά να αποδειχθεί στην πράξη εάν η Αριστερά θα καταφέρει να αξιοποιήσει τη σημερινή πολιτική και κοινωνική συγκυρία για να συμβάλει στην ανανέωση της Πολιτικής ή θα εγκλωβιστεί στην κομματική εσωστρέφεια, τη διατύπωση ενός αμιγώς καταγγελτικού λόγου και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, χάνοντας άλλη μία ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει.