11/8/08

Η ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11.08.2008

Οι επικείμενες απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο «κοινοτήτων» για την επίλυση του Κυπριακού αποτελούν ίσως την τελευταία ευκαιρία για τη μερική έστω ανατροπή των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής του 1974. Είναι φανερό πως μια νέα αποτυχία, όπως αυτή στην οποία οδηγήθηκε το σχέδιο Ανάν το 2004, θα έχει αυτή τη φορά ως αποτέλεσμα την οριστική αλλαγή στάσης της διεθνούς κοινότητας και την αναγνώριση του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους από μεγάλο αριθμό κρατών.
Ωστόσο, οι θέσεις με τις οποίες, σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, προσέρχονται οι δύο πλευρές στις συνομιλίες δεν δικαιολογούν καμία αισιοδοξία. Ο μέσος όρος μεταξύ των θέσεων αυτών, όπου είναι λογικό να καταλήξει (αν καταλήξει) πάνω- κάτω η διαπραγμάτευση, ισοδυναμεί με μια ελαφρά παραλλαγή του σχεδίου Ανάν, ελαφρώς βελτιωμένου στην καλύτερη περίπτωση και ελαφρώς επιδεινωμένου στη χειρότερη. Μια «λύση» αυτής της μορφής, όμως, δεν είναι απλά κακή αλλά και μακροπρόθεσμα επικίνδυνη για την ίδια την επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού. Πολύ συνοπτικά μπορεί να επισημανθεί ότι, με αντίτιμο την επιστροφή ενός μικρού μέρους των κατεχόμενων, οι δήθεν Τουρκοκύπριοι (στην πραγματικότητα κατά πλειοψηφία Τούρκοι έποικοι) θα καταστούν συγκύριοι της κυπριακής Δημοκρατίας και συγκυρίαρχοι ολόκληρου του νησιού. Ο νέος αυτός «συνεταιρισμός» θα είναι όμως ετεροβαρής, αφού εκ των πραγμάτων οι Ελληνοκύπριοι, με τα υψηλότερα εισοδήματά τους, θα είναι οι σχεδόν αποκλειστικοί χρηματοδότες του κοινού κράτους. Έτσι το τελευταίο θα λειτουργεί de facto ως μηχανισμός οικονομικής αναδιανομής υπέρ των Τούρκων και σε βάρος των Ελλήνων, αλλά και πολιτικής καταπίεσης των τελευταίων από τους Ιρώτους.
Φοβάμαι ότι το σχήμα αυτό θα αποδειχθεί βραχύβιο. Η πρόσφατη διεθνής εμπειρία μάς διδάσκει ότι κρατικοί σχηματισμοί με παρόμοια χαρακτηριστικά παρουσιάζουν εγγενείς τάσεις κατάρρευσης, ακόμη και όταν πρόκειται για λαούς με κοινή ιστορία, όπως οι Φλαμανδοί και οι Βαλλόνοι στο Βέλγιο ή οι λαοί της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πολύ πιο επικίνδυνο να καταρρεύσει θα είναι το νέο κυπριακό «κράτος» (στην πραγματικότητα, ένωση προτεκτοράτων της Τουρκίας και της Ελλάδας, αφού μόνο δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν στο νησί), όπου υπάρχει η γνωστή αιματηρή διένεξη εδώ και πολλές δεκαετίες και τεράστιο πολιτισμικό, οικονομικό και κοινωνικό χάσμα μεταξύ δύο διαφορετικών πια λαών. Το τελικό επακόλουθο της κατάρρευσης, λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική θέση της Κύπρου και το καταθλιπτικό δημογραφικό και πολιτικοστρατιωτικό βάρος της «προστάτιδας» Τουρκίας, ενδέχεται να είναι η προσφυγοποίηση του κυπριακού ελληνισμού.
Αν υπήρχε πολιτικός ρεαλισμός, θα έπρεπε να είχε γίνει από καιρό αντιληπτό ότι η διχοτόμηση του 1974 δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο σε βάρος των Ελληνοκυπρίων και ότι το μόνο ουσιαστικό αντικείμενο διαπραγμάτευσης θα έπρεπε να είναι οι τουρκικές εδαφικές παραχωρήσεις. Επιδιώκοντας το ανέφικτο, δηλαδή την επανένωση του νησιού υπό συνθήκες πραγματικής ισότητας και ελευθερίας των κατοίκων του, ο κυπριακός ελληνισμός διακινδυνεύει μακροπρόθεσμα την ίδια την ύπαρξή του.

30/7/08

Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30.07.2008

Kατά το μέρος του που αφορά τα δικαιώματα των πολιτών, το ελληνικό Σύνταγμα, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 2001, είναι ένα από τα πιο προωθημένα Συντάγματα στον ευρωπαϊκό χώρο. Eκεί που υστερεί εν συγκρίσει προς ορισμένα ευρωπαϊκά Συντάγματα, όπως ιδίως το ιταλικό, το ισπανικό και το πορτογαλικό, είναι στην πληρότητα των εγγυήσεων της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Tο κενό αυτό δεν καλύπτεται από την προνομιακή μισθολογική μεταχείριση των δικαστών. Eίναι άλλωστε περισσότερο από προφανές ότι οι πρόσφατες προκλητικές αυξήσεις στις αποδοχές τους δεν έχουν τόσο ανιδιοτελή κίνητρα.

H ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στην αρμοδιότητα του Yπουργικού Συμβουλίου να επιλέγει τους προέδρους και τους αντιπροέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων και τον εισαγγελέα του Aρείου Πάγου.

Aυτό γίνεται για να διασφαλιστεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της δικαστικής λειτουργίας. Πλην όμως, η νομιμοποίηση της δικαστικής λειτουργίας δεν έχει συναινετικό ή αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα αλλά βρίσκεται αποκλειστικά στην εγγύηση της αμερόληπτης διάγνωσης της αλήθειας.

Kαλός δικαστής δεν είναι εκείνος που «συνεκτιμά» τα συμφέροντα ή τη βούληση της πλειοψηφίας κατά τη διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας, π.χ. κατά τη διερεύνηση υποθέσεων πολιτικής ή διοικητικής διαφθοράς - το παράδειγμα δεν είναι φυσικά τυχαίο.

Oσο διατηρείται αυτό το σύστημα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης -το οποίο δυστυχώς δεν μπορεί να αλλάξει χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος- οι εκάστοτε κυβερνώντες θα αναζητούν πάντοτε εκείνους που θα είναι πρόθυμοι να ασκήσουν τις κρίσιμες οργανωτικές και διοικητικές αρμοδιότητές τους με κάποιο αίσθημα ευγνωμοσύνης γι' αυτούς που τους επέλεξαν - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι επιλεγέντες δείχνουν πάντοτε την προσδοκώμενη ευμένεια.

H συγκριτική συνταγματική εμπειρία δείχνει ότι η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από διευρυμένα σώματα στα οποία συμμετέχουν κατά πλειοψηφία αιρετοί εκπρόσωποι των δικαστών αλλά και «λαϊκά μέλη» εκλεγόμενα από το Kοινοβούλιο με αυξημένη πλειοψηφία, είναι το σύστημα που διασφαλίζει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την εξωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Πρόκειται για το μοντέλο που εισήγαγε το ιταλικό Σύνταγμα και το οποίο υιοθετήθηκε στη συνέχεια από το ισπανικό και πορτογαλικό Σύνταγμα. Στις χώρες αυτές τα έτσι συγκροτούμενα ανώτατα δικαστικά συμβούλια αποτελούν τα όργανα διοίκησης της Δικαιοσύνης, ενώ ο ρόλος του υπουργού Δικαιοσύνης έχει περιοριστεί ουσιωδώς. Mάλιστα στην Iταλία η βαθμολογική και σε κάθε περίπτωση η μισθολογική εξέλιξη των δικαστών, εξαρτάται πλέον μόνο από την αρχαιότητα. Aυτό φαίνεται πολύ ρηξικέλευθο, στην πράξη όμως έχει διασφαλίσει σε πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα βαθμό την εσωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Xωρίς αυτές τις εγγυήσεις εξωτερικής και εσωτερικής ανεξαρτησίας καθώς και εκείνες που αφορούν την αυτόνομη λειτουργία των εισαγγελικών αρχών και την ανεξαρτησία τους από τον υπουργό Δικαιοσύνης, δεν θα ήταν δυνατή η επιχείρηση «καθαρά χέρια». Kατά μία άποψη βέβαια αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα στην Eλλάδα δεν είναι φύλακες της «δημόσιας αρετής» αλλά πολιτικούς που μπορούν να επιλύσουν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Θα συμμεριζόμασταν ευχαρίστως την άποψη αυτή, αν στην πολιτική και τη δημόσια σφαίρα κυριαρχούσε η νομιμότητα. Δυστυχώς όμως δεν είναι αυτή η ελληνική περίπτωση.

29/7/08

ΤΑ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 29.07.2008

Πέρασε ήδη ένας χρόνος από τις καταστροφικότερες πυρκαγιές που έπληξαν ποτέ τη χώρα και ακόμη δεν έχουν αποσαφηνιστεί τα ακριβή αίτια, ούτε αποδόθηκαν συγκεκριμένες ευθύνες για ό,τι συνέβη. Η διερεύνηση των αιτιών και η απόδοση ευθυνών δεν έχουν ιδίως τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούν προϋπόθεση τόσο για τη βελτίωση των μηχανισμών πρόληψης όσο και για την αποτελεσματικότερη καταστολή. Σήμερα, ανά πάσα στιγμή, ο δασικός πλούτος, περιουσίες και ανθρώπινες ζωές παραμένουν εκτεθειμένες σε νέες απειλές, καθώς δεν έχουν ολοκληρωθεί οι απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις στην πυροπροστασία.

Ωστόσο στην καρδιά του προβλήματος της δασοπροστασίας δεν βρίσκεται ούτε η λειτουργία της Πυροσβεστικής, ούτε η επάρκεια των τεχνικών μέσων πυρόσβεσης, ούτε η έλλειψη εθελοντών που προσφέρονται να συνδράμουν. Ο πυρήνας των ελλειμμάτων εντοπίζεται πρωτίστως στη χαοτική θεσμική και διοικητική οργάνωση του κράτους.

Ενδεικτικός είναι κατ αρχάς ο κατακερματισμός του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, που αποτελείται από διάσπαρτες ρυθμίσεις σε 29 ετερόκλητα νομοθετήματα. Ακόμη χαρακτηριστικότερο εμφανίζεται το περιεχόμενο αυτών των νομοθετημάτων: στο έργο της πρόληψης των πυρκαγιών εμπλέκονται 45 διαφορετικές υπηρεσίες, στις οποίες έχουν κατανεμηθεί 9 αρμοδιότητες χωρίς να αποσαφηνίζονται επαρκώς ζητήματα συνεργιών και συντονισμού. Περαιτέρω, στο έργο της καταστολής-κατάσβεσης εμπλέκονται 20 υπηρεσίες, στις οποίες έχουν απονεμηθεί 16 αρμοδιότητες. Με βάση λοιπόν το υφιστάμενο πλαίσιο τα όρια δράσης και ευθύνης των εμπλεκόμενων στη δασοπροστασία παραμένουν συγκεχυμένα, με αποτέλεσμα τις αμοιβαία επιρριπτόμενες κατηγορίες και ευθύνες, αλλά και την αδυναμία αποτελεσματικής παρέμβασης. Πώς μπορούν να αναζητηθούν ευθύνες, για παράδειγμα, στο πεδίο του καθαρισμού των δασών, που αποσκοπεί στον περιορισμό του κινδύνου ανάφλεξης, τη στιγμή που εμπλέκονται 11 διαφορετικοί φορείς, μεταξύ των οποίων τα υπουργεία Άμυνας και Πολιτισμού, οι δήμοι, οι νομαρχίες, οι περιφέρειες κ.λπ.;

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι δεν έχει θεσμοθετηθεί ο «φάκελος καταστροφής», δηλαδή ο μηχανισμός συγκέντρωσης και αποτίμησης των στοιχείων που αφορούν τις πράξεις και παραλείψεις σε κάθε περίπτωση πυρκαγιάς. Μόνο μέσα από τη θεσμοθέτηση μίας τέτοιας συστηματικής έρευνας μπορεί να καταστεί εφικτό να αποσαφηνιστούν τα αίτια, να αποδοθούν ευθύνες και να πραγματοποιηθούν οι αναγκαίες διορθωτικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος δασοπροστασίας. Η συστημική ανεπάρκεια του κράτους να παράσχει στους πολίτες του εγγυήσεις εσωτερικής ασφάλειας και να ενεργοποιήσει λυσιτελώς τους μηχανισμούς πολιτικής προστασίας, με ακραία εκδήλωση την αδυναμία συντονισμένης παρέμβασης μπροστά σε φυσικές καταστροφές, αποτελεί δείγμα ενός ευρύτερου ελλείμματος ως προς την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Όλα τα προηγούμενα είναι γνωστά στην ηγεσία του υπουργείου Εσωτερικών, που φαίνεται αποφασισμένη για ριζικές τομές. Ας ελπίσουμε ότι ήρθε η ώρα να τελεσφορήσει η σχεδιαζόμενη οργανωτική αναδιάρθρωση στο κρίσιμο πεδίο της δασοπροστασίας και ότι δεν θα βιώσουμε αυτόν τον Αύγουστο μία νέα εθνική οικολογική καταστροφή.

28/7/08

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 28.07.2008

Πριν από λίγες ημέρες συμπληρώθηκαν 34 χρόνια από τη μεταπολίτευση του 1974 και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στον τόπο μας. Επιφανειακά, τα 34 αυτά χρόνια ήταν η καλύτερη, από την άποψη της ομαλής λειτουργίας των συνταγματικών θεσμών, περίοδος της νεοελληνικής Ιστορίας. Φαινόμενα όπως εκλογές βίας και νοθείας, επεμβάσεις του στρατού και των ανακτόρων στην πολιτική, καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης και άλλων ατομικών δικαιωμάτων κ.λπ., που ενδημούσαν τις προηγούμενες δεκαετίες, κυριολεκτικά εξαφανίσθηκαν. Παράλληλα η Ελλάδα εντάχθηκε στην ΕΟΚ και αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ΟΝΕ, δηλαδή στον σκληρό πυρήνα του ευρωπαϊκού, και κατ επέκταση του παγκόσμιου, καπιταλισμού και γνώρισε μια χωρίς προηγούμενο οικονομική ανάπτυξη (έστω κι αν η τελευταία ωφελεί κυρίως συγκεκριμένες μερίδες του πληθυσμού και επιτυγχάνεται με δυσανάλογο περιβαλλοντικό κόστος).

Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια της αδιατάρακτης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και της καπιταλιστικής ευδαιμονίας, εξακολουθούν να υπάρχουν, ή και ενισχύονται, εξουσιαστικές δομές φεουδαρχικού χαρακτήρα, όπως η μεταλλαγμένη επιβίωση του δυναστικού συνδρόμου στην πολιτική ζωή. Παρά την κατάργηση της βασιλείας με το δημοψήφισμα του 1974, και συνεπώς της δυναστικής διαδοχής ως μεθόδου ανάδειξης του αρχηγού του κράτους, πολυάριθμες πολιτικές δυναστείες εξακολουθούν να κυριαρχούν στην παράξενη ελληνική δημοκρατία των γόνων. Η κυριαρχία των οικογενειακών δεσμών στη δόμηση της εξουσίας είναι όμως ένα από τα γνωρίσματα των φεουδαρχικών κοινωνικών σχηματισμών, απότοκο της ανυπαρξίας, στις κοινωνίες εκείνες, πολιτικών θεσμών γενικά. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα η οικογενειοκρατία είναι το αποτέλεσμα της ανυπαρξίας ειδικά ενός πολιτικού θεσμού, δηλαδή του δημοκρατικού (σε ό,τι αφορά την εσωτερική δομή και λειτουργία του) πολιτικού κόμματος.

Ένα περαιτέρω μεσαιωνικής-φεουδαρχικής προέλευσης χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος είναι η σύζευξη εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας. Όχι μόνο δεν έχει επιτευχθεί, σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο ουσιαστικός και αποτελεσματικός χωρισμός εκκλησίας και κράτους, αλλά παρατηρείται και μία εντεινόμενη μάλλον τάση μελών του ιερατείου για ευθεία ανάμειξη σε θεσμικά θέματα (π.χ. ταυτότητες), ή ακόμη και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής κ.ά. Τα φαινόμενα αυτά δεν συνδέονται μόνο με την ιδιοσυγκρασία συγκεκριμένων προσώπων, αλλά κυρίως με τη νοοτροπία του ποιμνίου της Εκκλησίας.

Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η σταδιακή σύντηξη της δημόσιας και της ιδιωτικής εξουσίας, αφού το αποτελεσματικότερο μέσο πλουτισμού στην Ελλάδα φαίνεται πως είναι η νομή, άμεσα ή έμμεσα, του κράτους. Η διαφθορά, μερικές πτυχές της οποίας αποκαλύπτονται όταν έρχονται στο φως της δημοσιότητας σκάνδαλα όπως το πρόσφατο της Siemens, δεν αποτελεί παθολογικό σύμπτωμα, αλλά οργανική ιδιότητα του πολιτικού συστήματος, σε μια χώρα όπου και ο «ιδιωτικός» τομέας είναι σε μεγάλο βαθμό κρατικοδίαιτος. Η αδυναμία σαφούς διάκρισης δημόσιου και ιδιωτικού είναι όμως κι αυτή διακριτικό της μεσαιωνικής φεουδαρχίας κι όχι της αστικής δημοκρατίας.

Ο εκφεουδαρχισμός του πολιτικού συστήματος σε μια κατά τα άλλα καπιταλιστική κοινωνία αποτελεί το ελληνικό παράδοξο του 21ου αιώνα. Η ανατροπή του είναι το ζητούμενο για τη δική μας γενιά και για εκείνες που έρχονται.

16/7/08

ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 16.07.2008


Το τελευταίο στάδιο εξέλιξης της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση είναι... ο σταχανοβισμός: πάνω από όλα η παραγωγικότητα, ανεξάρτητα από το ανθρώπινο κόστος της. Αυτό προκύπτει από την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου των υπουργών Εργασίας της ΕΕ, με την οποία αποφασίστηκε η τροποποίηση της οδηγίας 2003/88/ΕΚ, έτσι ώστε τα κράτη-μέλη να μπορούν να θεσπίσουν εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας 60 ωρών, σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι 65 ωρών. Όπως και σε άλλα θέματα κοινωνικής πολιτικής, έτσι και στο θέμα αυτό επικράτησε η νεοφιλελεύθερη γραμμή της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία στην περίπτωση αυτή βρήκε συμμάχους τη Γαλλία και την Ιταλία.
Με την πρόταση της νέας οδηγίας, η οποία θα πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διαφώνησαν μόνο πέντε χώρες - η Ισπανία, η Ελλάδα, το Βέλγιο, η Ουγγαρία και η Κύπρος. Σύμφωνα με τη νέα οδηγία, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι σε αυτές θα μπορούν εφεξής να συμφωνούν «ελεύθερα» στην αύξηση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από 48 ώρες σε 60 ώρες. Όπως ακριβώς συνέβαινε στις αρχές του 20ού αιώνα, πριν από την κατάρτιση της πρώτης διεθνούς σύμβασης εργασίας (1919), με την οποία κατοχυρώθηκε ο κανόνας του 48ώρου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας. Φαίνεται ότι στην Ευρώπη των «27» η μόνη δυνατή εκδοχή της κοινωνικής διάστασης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι η σύγκλιση προς τα πιο χαμηλά στάνταρτ κοινωνικής προστασίας.
Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό είναι ότι η προϊούσα κοινωνική οπισθοδρόμηση στον τομέα των εργασιακών σχέσεων όχι μόνο δεν ανακόπτεται, αλλά αντίθετα επιταχύνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ). Σε τρεις πρόσφατες αποφάσεις του, τη Laval, τη Viking και τη Ruffert, το ΔΕΚ επαναπροσδιόρισε τα δικαιώματα των Ευρωπαίων εργαζομένων με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτά να εξαρτώνται πλήρως από τη λογική και τις αναγκαιότητες του οικονομικού συστήματος της ΕΕ, η εξυπηρέτηση του οποίου παίρνει πλέον απόλυτη προτεραιότητα σε σχέση με τη συνδικαλιστική ελευθερία, τη συλλογική αυτονομία, το δικαίωμα της απεργίας και την αρχή του κατώτατου ορίου μισθού. Συγκεκριμένα, στις δύο πρώτες αποφάσεις το ΔΕΚ θεώρησε ότι τα δικαιώματα της απεργίας και της συλλογικής διαπραγμάτευσης δεν θα πρέπει να ασκούνται σε βάρος της ελευθερίας του ανταγωνισμού, ενώ στην τρίτη αναγνώρισε το δικαίωμα σε μια πολωνική εταιρεία, ανάδοχο δημόσιου έργου στη Γερμανία, να αμείβει τους αποσπασμένους στη Γερμανία εργαζομένους της με τον μισθό που προβλέπεται στην Πολωνία και όχι στη Γερμανία.
Είναι φανερό πια ότι τα όργανα διακυβέρνησης της ΕΕ με τη σύμπραξη πλέον και του ΔΕΚ θέλουν να αφαιρέσουν από το εργατικό δίκαιο τη «συνταγματική» του διάσταση και να επαναφέρουν τη σχέση εργασίας στα σχήματα του Αστικού Δικαίου, εκεί όπου η εργασία είναι απλώς ένα ανταλλάξιμο και εναλλάξιμο εμπόρευμα. Έτσι, όμως, έρχονται σε μετωπική σύγκρουση με απαραβίαστες αρχές των εθνικών Συνταγμάτων. Από την έκβαση αυτής της σύγκρουσης θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό το μέλλον των εθνικών Συνταγμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο.

15/7/08

Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Ξενοφών Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 15/07/2008

Διεμβόλισε τον δικομματισμό και μπορεί να πρωταγωνιστήσει στην ανανέωση της Πολιτικής.
Οι συνθήκες δεν θα μπορούσαν να είναι πιο πρόσφορες για τη στροφή του εκλογικού σώματος προς την Αριστερά. Η πολιτική τάξη βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα από τα σοβαρότερα σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης. Τα δύο κόμματα εξουσίας παραπαίουν μεταξύ κατηγοριών για διαφθορά στελεχών τους, αποκαλύψεων για έκνομες μεθόδους χρηματοδότησής τους και καθημερινών εσωτερικών αντιμαχιών. Η έκρηξη της ακρίβειας τροφοδοτείται τόσο από την προϊούσα διεθνή οικονομική κρίση όσο και από δομικές δυσλειτουργίες της ελληνικής αγοράς. Τα φαινόμενα φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης εντείνονται, ενώ η πραγματική ανεργία εκτοξεύεται σε επίπεδα που απειλούν την κοινωνική συνοχή. Η μεσαία τάξη συμπιέζεται και οι συνθήκες διαβίωσης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων μακράν απέχουν από το να χαρακτηριστούν ως αξιοπρεπείς.

Την ίδια ώρα οι παγιωμένες δυσλειτουργίες της ανώτατης εκπαίδευσης έχουν καταστεί αφορμή διαρκούς αναταραχής στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, η περίφημη μεταρρύθμιση του νόμου-πλαισίου έναν χρόνο μετά την ολοκλήρωσή της αποδεικνύεται ατελέσφορη, ενώ μια σειρά πολιτικών επιλογών πιστοποιεί ότι η κρίση στα πανεπιστήμια συνδέεται με τάσεις ιδιωτικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας έχει παύσει πλέον να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας και σταδιακά μετατρέπεται σε μέσο αναπαραγωγής και διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.
Οι δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν την απογοήτευση των πολιτών από τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Η ελληνική κοινωνία δεν προσδοκά βελτίωση των όρων διαβίωσης τα επόμενα χρόνια, αλλά αναμένει την επιδείνωσή τους. Οι νέοι αντιλαμβάνονται ότι το πτυχίο και οι μεταπτυχιακοί τίτλοι κατά κανόνα δεν διασφαλίζουν το επαγγελματικό τους μέλλον, ενώ συχνά δεν πιστοποιούν καν την απόκτηση επαρκών επιστημονικών ή τεχνολογικών γνώσεων και δεξιοτήτων. Η γενιά των ανασφάλιστων και υποαμειβόμενων εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις να εκφράζει με τον πιο ηχηρό τρόπο την απαξίωση έναντι των κομμάτων και των πολιτικών θεσμών. Εξάλλου, οι παλαιότερες γενιές δεν φαίνεται να εμπιστεύονται πλέον το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και βιώνουν ένα καθεστώς διαρκούς επαγγελματικής και οικονομικής ανασφάλειας.
Η Αριστερά εύλογα εμφανίζεται λοιπόν σημαντικά ενισχυμένη στις δημοσκοπήσεις. Υπό τις σημερινές συνθήκες το αντίθετο θα προκαλούσε έκπληξη. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σε άλλες χώρες, όπως επί παραδείγματι στη Γερμανία, όπου το κόμμα της Αριστεράς (Linke) συνεχώς διευρύνει την επιρροή του απέναντι στον μεγάλο συνασπισμό των κομμάτων εξουσίας.
Παρά τα εμφανή ιδεολογικά ελλείμματα και την αδυναμία της να αρθρώσει έναν ολοκληρωμένο και συνεκτικό πολιτικό λόγο για την αντιμετώπιση κρίσιμων προβλημάτων δημόσιας πολιτικής, ιδίως για την κρίση του κοινωνικού κράτους σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η Αριστερά ήδη έχει διεμβολίσει και στη χώρα μας το παραδοσιακό δικομματικό σκηνικό, έτσι ώστε η κυβερνητική αυτοδυναμία να εμφανίζεται άπιαστος στόχος για τα δύο κόμματα εξουσίας. Δεν μένει παρά να αποδειχθεί στην πράξη εάν η Αριστερά θα καταφέρει να αξιοποιήσει τη σημερινή πολιτική και κοινωνική συγκυρία για να συμβάλει στην ανανέωση της Πολιτικής ή θα εγκλωβιστεί στην κομματική εσωστρέφεια, τη διατύπωση ενός αμιγώς καταγγελτικού λόγου και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, χάνοντας άλλη μία ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει.

14/7/08

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ
Κώστας Χρυσόγονος

Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 14/07/2008

Τι δείχνουν οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Siemens, η αδράνεια και οι πολιτικές συμπεριφορές;
Οι συνεχιζόμενες αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Siemens απλώς επιβεβαιώνουν τα συμπεράσματα πλειάδας εκθέσεων διεθνών οργανώσεων και οργανισμών σχετικά με ζητήματα διαφθοράς, που έχουν δημοσιοποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι η Ελλάδα έχει μεγάλο πρόβλημα διαφθοράς, πολύ μεγαλύτερο από άλλα, συγκρίσιμα ευρωπαϊκά κράτη. Η όλη εξέλιξη του σκανδάλου Siemens αφήνει να εννοηθεί ότι αυτό το πρόβλημα είναι δομικό, δηλαδή δεν αφορά μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο έχουν δομηθεί η κρατική εξουσία και το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας.
Σκανδαλώδης είναι, κατά πρώτο λόγο, η αδράνεια της Δικαιοσύνης στην αντιμετώπιση της ποινικής πτυχής της υπόθεσης. Ενώ η ύπαρξη σωρείας παράνομων χρηματοδοτήσεων της Siemens είχε γίνει γνωστή στη Γερμανία από το 2006, οι ελληνικές εισαγγελικές αρχές συγκινήθηκαν μόλις πριν από λίγους μήνες. Και τότε, όμως, η έρευνα ανατέθηκε σε έναν και μόνο εισαγγελικό λειτουργό, ο οποίος μάλιστα, όταν οι μάρτυρες αναφέρονταν αόριστα σε υπουργούς, «δίσταζε» να τους ρωτήσει περισσότερα και έτσι, από ό,τι φαίνεται, δεν κατόρθωσε (ή μήπως δεν επεδίωξε;) να εντοπίσει ποινικές ευθύνες εν ενεργεία πολιτικών. Και βέβαια σκανδαλώδες και απαράδεκτο είναι ότι δεν έχουν προφυλακιστεί και κυκλοφορούν ακόμη ελεύθεροι οι μεγαλοδιακινητές προμηθειών ανώτατοι υπάλληλοι της Siemens στην Ελλάδα. Όλα αυτά συνδέονται προφανώς με το πραγματικό έλλειμμα δικαστικής ανεξαρτησίας, εξωτερικής (έναντι της κυβέρνησης) αλλά και ιδίως εσωτερικής (έναντι των προϊσταμένων), που υπάρχει στον τόπο μας.
Σκανδαλώδης είναι, κατά δεύτερο λόγο, η αδράνεια των αρμόδιων διοικητικών οργάνων, όπως η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων του υπουργείου Οικονομικών και η Αρχή για την καταπολέμηση του «βρώμικου χρήματος», που φαίνεται ότι δεν έχουν τίποτα αντιληφθεί (ή μήπως δεν θέλουν να αντιληφθούν;) για το οργιώδες «ξέπλυμα» τέτοιου χρήματος, το οποίο συντελείται ανενόχλητα εδώ και χρόνια από τους δωρολήπτες. Αυτά συνδέονται με το ογκώδες έλλειμμα ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και αποτελεσματικότητας γενικά της δημόσιας διοίκησης στον τόπο αυτόν.
Σκανδαλώδης είναι, κατά τρίτο λόγο, η αναίδεια με την οποία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μεταβαπτίζει σε «παρρησία» το ακριβώς αντίθετό της, δηλαδή την άρνηση ανάληψης πολιτικής ευθύνης από τον υπουργό-εξάδελφο, ο οποίος, ως μη όφειλε, ανέπτυσσε κοινωνικές και οικογενειακές συναναστροφές με τον κύριο προμηθευτή της εποπτευόμενης από τον ίδιο μεγάλης δημόσιας επιχείρησης. Οπως επίσης σκανδαλώδης είναι η άρνηση του κληρονομικού ηγεμόνα του ΠΑΣΟΚ να συστήσει εσωτερική εξεταστική επιτροπή για να αποκαθαρίσει τα του οίκου του, αν και ο ίδιος απαιτεί τη σύσταση κοινοβουλευτικής εξεταστικής επιτροπής για να διερευνηθούν οι ευθύνες της κυβέρνησης. Οι συμπεριφορές αυτές καταδεικνύουν κραυγαλέο έλλειμμα δημοκρατικού ήθους και χαρακτηριστική ασέβεια των εκλεγμένων αντιπροσώπων του απέναντι στον ελληνικό λαό.Από αυτόν και μόνο, τον κυρίαρχο λαό, μπορεί να προέλθει, με αρχή τις επερχόμενες ευρωεκλογές, η ανατροπή του οικογενειοκρατικού και φαυλοκρατικού πολιτικού συστήματος που λυμαίνεται τη χώρα, εξευτελίζοντας την ίδια την έννοια της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

3/7/08

Η ΓΕΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΝΑ ΜΗΝ ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ
Γιώργος Κατρούγκαλος
Εφημερίδα "Απογευματινή", 3/07/2008

Γιατί το σκάνδαλο της SIEMENS δημιούργησε τόσο θόρυβο; Στη νοσηρή ατμόσφαιρα σκανδαλοθηρικού μιθριδατισμού που επικρατεί, αιφνιδίασε κανένα η αποκάλυψη για τις μίζες ή για το «μαύρο χρήμα» προς πολιτικούς και κόμματα; Νομίζω ότι ο πραγματικός λόγος είναι ότι το σκάνδαλο αυτό δεν αφορά μόνον τους πολιτικούς και τα κόμματα, αλλά το σύνολο του πολιτικού και νομικού συστήματος της χώρας μας. Το σκάνδαλο SIEMENS θα έπρεπε να λέγεται σκάνδαλο C4-I, γιατί η γερμανική εταιρία ήταν απλώς ένας υπεργολάβος της αμερικανικής εταιρίας SAIC, αναδόχου του αμαρτωλού έργου. Αμαρτωλό πολλαπλά, γιατί δείχνει όλη την παθογένεια της πολιτικής ζωής της χώρας μας:
• Παθογένεια της αδυναμίας μας για ανεξάρτητη από πιέσεις εξωτερική πολιτική: Παραγγείλαμε ένα άχρηστο, κατά την ελληνική αστυνομία, σύστημα παρακολούθησης, γιατί αυτή ήταν η θέληση των ΗΠΑ, προκειμένου να άρουν τις επιφυλάξεις τους για την ασφαλή τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων. (Κατά την υπογραφή της τελικής σύμβασης ήταν παρών ως μεγαλοπλασιέ και ο Πρεσβευτής κ. Charles Ries).
• Παθογένεια της εκτελεστικής εξουσίας: Αφήστε τις μίζες στην άκρη. Όπως έχει ήδη αποφανθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο και παραδεχτεί ο τότε αρμόδιος υφυπουργός, η σύμβαση συνάφθηκε, σκόπιμα, με παράνομη διαδικασία (τις ειδικές διαδικασίες προμηθειών των ενόπλων δυνάμεων, ενώ επρόκειτο για σύστημα ασφαλείας). Με ευθύνη των αρμόδιων υπουργών και των δύο κυβερνητικών κομμάτων, το σύστημα αντί να είναι έτοιμο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, παραδόθηκε ημιτελές την 11-04-2005 και αντί να επιβληθούν ποινικές ρήτρες στους αμερικανογερμανούς αναδόχους για την καθυστέρηση και τις ελλείψεις, πληρώσαμε και 7.100.000 Ευρώ πάνω από την αρχική τιμή!
• Παθογένεια των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών και ελλείμματα της δικαστικής εξουσίας. Το χειρότερο με το σύστημα C4-I δεν είναι ούτε ότι ήταν αχρείαστο, ούτε ότι είναι πρακτικά άχρηστο για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ούτε ότι πληρώσαμε χρυσή την άχρηστη αυτή αχρησία. Είναι ότι πρόκειται για ένα σύστημα συνεχούς παρακολούθησης του δημόσιου χώρου. Οι κάμερες του δεν σκοπεύουν μόνον τις διαδηλώσεις, αλλά και τα σπίτια, τα αυτοκίνητα και τους περιπάτους μας. Και η ιδιωτικότητα μας δεν προστατεύτηκε αποτελεσματικά ούτε από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ούτε από την δικαιοσύνη. Τα μέλη της πρώτης παραιτήθηκαν όταν οι αποφάσεις της ποδοπατήθηκαν από τον αναρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας στην αρχική αίτηση ακύρωσης ανέβαλε τη συζήτηση, ούτως ώστε να καταργηθεί η σχετική δίκη. Οι θεσμικοί φύλακες δεν μας φυλάνε πλέον.
• Παθογένεια της νομοθετικής εξουσίας: Το κοινοβούλιο επιβράβευσε τις εισαγγελικές αυθαιρεσίες για την παρακολούθηση του δημόσιου χώρου ψηφίζοντας έναν αντισυνταγματικό νόμο που επιβάλλει τον πανοπτικό έλεγχο του δημόσιου χώρου.
Η κρίση, λοιπόν, είναι γενική και μπορεί να γεννήσει γενικευμένη αναξιοπιστία. Το πολιτικό σκηνικό χρειάζεται ριζική ανατροπή, αλλά αυτό δεν είναι αναγκαστικά ελπιδοφόρο: Ο μπερλουσκονισμός μπορεί να μην είναι μακριά. Ένα απομένει: Να αντιπαραβάλλουμε «στην απαισιοδοξία της γνώσης, την αισιοδοξία της δράσης».

2/7/08

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΑΤΟΚΡΑΤΙΑΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 2/07/2008

Από ένα φαινομενικά ελάσσονος σημασίας γεγονός μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τις αιτίες και τη φύση της κρίσης του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Όπως ότι τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν χάσει πλέον την επαφή τους με την πραγματικότητα.
Έτσι, ακριβώς τη στιγμή που η απαξίωση του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής τάξης είναι πιο έντονη από ποτέ άλλοτε, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ -με τη συνέργεια του ΛΑΟΣ- αποφάσισαν να «τακτοποιήσουν» τους μετακλητούς και τους αποσπασμένους υπαλλήλους της Βουλής, τους νυν αλλά... και τους επόμενους, μέχρι τη λήξη της βουλευτικής περιόδου. Χρησιμοποίησαν δηλαδή τον θεσμό της «αυτονομίας» της Βουλής ως μέσο άσκησης πολιτικής πατρωνίας. Το χειρότερο είναι όμως ότι τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ αδιαφόρησαν πλήρως για τη δημόσια κριτική εναντίον αυτής της «εναρμονισμένης» πρακτικής τους, επιβεβαιώνοντας τελικά την αυτοαναφορικότητα και την εναλλαξιμότητά τους στο πλαίσιο του πελατειακού κομματοκρατικού συστήματος που καθιερώθηκε στην Ελλάδα κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο.
Αλλά το σύστημα αυτό είναι πλέον ένας «γίγαντας με πήλινα πόδια». Στα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησής της η ΝΔ κατάφερε να εξαντλήσει το αρχικό «ηθικό κεφάλαιό» της, υιοθετώντας όλες τις γνώριμες στην ελληνική πολιτική πελατειακές πρακτικές και επινοώντας καινούργιες (π.χ. τη γενικευμένη χρήση της συνέντευξης για τις προσλήψεις στο Δημόσιο). Ενα όχι ευκαταφρόνητο μέρος των εκλογέων της σίγουρα δεν είναι ενθουσιασμένο από αυτές τις πρακτικές.
Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ μόνο κατά περίπτωση απαρνείται το κομματοκρατικό παρελθόν του. Οι προγραμματικές του υποσχέσεις για την καταπολέμηση των πελατειακών πρακτικών έχουν προς το παρόν μόνο θεωρητική αξία, αφού το κόμμα αυτό βρίσκεται στην αντιπολίτευση, και δεν επαληθεύτηκαν πάντως στην περίπτωση της προνομιακής μεταχείρισης των υπαλλήλων της Βουλής - όπου μόνον ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ διαχώρισαν τη θέση τους. Εν τω μεταξύ, ο αρχηγός του έχει επιβάλει ένα καθεστώς «πειθαρχικής κομματοκρατίας» στο εσωτερικό του κόμματος, που ταιριάζει περισσότερο σε μονολιθικά κόμματα της κομμουνιστικής παράδοσης παρά σε ένα σύγχρονο σοσιαλιστικό κόμμα. Άλλωστε, κατά την παρούσα φάση, φαίνεται ότι αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι να διατηρήσει τον μονοπωλιακό έλεγχο ενός μέρους του εκλογικού σώματος παρά να κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Όμως, από ένα σημαντικό μέρος των μελών και των εκλογέων του ΠΑΣΟΚ, ο μετασχηματισμός του σε ένα «προσωπικό κόμμα» δεν είναι πλέον υποφερτός.
Υπό αυτές τις συνθήκες ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης -τουλάχιστον 25% σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις- βρίσκεται σε πορεία εξόδου από τα δύο μεγάλα κόμματα, χωρίς να στρέφεται προς τον ΣΥΡΙΖΑ, η επέκταση του οποίου φαίνεται ότι έχει φθάσει στα όριά της. Έτσι δημιουργούνται για πρώτη φορά κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός «τρίτου πόλου», φιλελεύθερου - δημοκρατικού - σοσιαλιστικού, ο οποίος θα μπορούσε να δώσει -ίσως- μια νέα πνοή στην καθηλωμένη ελληνική πολιτική.

1/7/08

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ SIEMENS
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 1/07/2008

Δεν χρειαζόταν ασφαλώς να προκύψει η υπόθεση Siemens για να απολέσει το πολιτικό σύστημα την αξιοπιστία του. Εδώ και αρκετά χρόνια οι έρευνες κοινής γνώμης έχουν αποδείξει ότι τα κόμματα ανήκουν στους μεγάλους χαμένους της κρίσης των θεσμών αντιπροσώπευσης. Η διάχυτη δυσθυμία των πολιτών απέναντι στα κόμματα και την πολιτική τάξη εκδηλώνεται με διαφόρους τρόπους, από τη μείωση της εγγραφής νέων μελών και την αδρανοποίηση των ενδοκομματικών συμμετοχικών λειτουργιών μέχρι την αύξηση του αριθμού των ταλαντευόμενων ψηφοφόρων και τη διευρυνόμενη αποχή από τις εκλογικές αναμετρήσεις. Ταυτόχρονα οι πολίτες απαξιώνουν τα κόμματα ως φορείς παραγωγής νέων ιδεών και αμφισβητούν την ικανότητά τους, ιδίως των κομμάτων εξουσίας, να συμβάλουν όχι μόνο στην ανανέωση της πολιτικής ζωής αλλά και στην απλή διαχείριση των καθημερινών προβλημάτων.
Οι αποκαλύψεις ή οι ενδείξεις για εμπλοκή προβεβλημένων πολιτικών σε παράνομες οικονομικές συναλλαγές φαίνεται να εισάγουν νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά στη συζήτηση για τον εκφυλισμό της πολιτικής ζωής. Όσα θεωρούνταν πυροτεχνήματα του κίτρινου Τύπου υποστηρίζονται πλέον με σοβαρά στοιχεία. Ωστόσο, τι είναι αυτό που αποκαλύφθηκε και δεν το γνωρίζαμε; Ότι η πολιτική τάξη και τα κόμματα χρηματοδοτούνται αδρά από ιδιωτικά κέντρα οικονομικής ισχύος, χωρίς κανέναν ουσιαστικό έλεγχο ή εγγυήσεις διαφάνειας; Ότι ο έλεγχος του πόθεν έσχες των πολιτικών είναι εντελώς προσχηματικός έως και ανύπαρκτος; Ότι προφανώς ούτε τα κόμματα ούτε οι υποψήφιοι για δημόσια αξιώματα καλύπτουν τις δαπάνες του εκλογικού τους αγώνα με τα οικονομικά μέσα που δηλώνουν; Ότι συμπτώματα διαφθοράς και αθέμιτες πρακτικές εκδηλώνονται σε ποικίλες συναλλαγές με το κράτος, από την επιλογή προσώπων μέχρι δημόσιους διαγωνισμούς;
Ποιο είναι, λοιπόν, το νέο που κομίζει το σκάνδαλο Siemens; Εντύπωση προκαλεί, βέβαια, το γεγονός ότι μια εταιρεία με το μέγεθος και το κύρος της Siemens δωροδοκούσε κρατικούς λειτουργούς για να επικρατήσει σε δημόσιους διαγωνισμούς. Αυτό δεν αποδεικνύει, πάντως, τίποτα άλλο πέραν του ότι ακόμα και πανίσχυροι ιδιωτικοί οργανισμοί δεν μπορούν να βασίζονται στον ανταγωνισμό για να επιβιώσουν. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι οι κανόνες της ελεύθερης οικονομίας διαστρεβλώνονται διαρκώς από αθέμιτες συναλλαγές. Οι πολυδιαφημισμένοι από τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογικά ρεύματα νόμοι της αγοράς δεν είναι καν εκείνοι του ισχυρότερου, είναι οι νόμοι του πιο διεφθαρμένου. Νέο δεν είναι ούτε ότι το πολιτικό σύστημα τελεί σε εντεινόμενη κρίση. Το σκάνδαλο Siemens λειτούργησε απλώς ως καταλύτης για την αποκάλυψη ενός κοινού μυστικού: ότι η χρηματοδότηση των κομμάτων και η εκλογή των βουλευτών και άλλων αιρετών προϋποθέτουν την εμπλοκή τους σε αθέμιτες ενέργειες, σε ένα πλαίσιο αμοιβαίας συνενοχής. Τελικά, το σκάνδαλο Siemens ίσως είναι μια ευκαιρία για να αντιστραφεί η έκπτωση του πολιτικού συστήματος, ξεκινώντας με παρεμβάσεις στα ζητήματα της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων, των εκλογικών δαπανών, του πόθεν έσχες των κρατικών λειτουργών και φτάνοντας μέχρι την ενίσχυση της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας των ελεγκτικών μηχανισμών και των δικαστικών αρχών. Χωρίς τη θωράκιση των δημοκρατικών θεσμών και των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, ο συνδυασμός της διεθνούς οικονομικής κρίσης με την απαξίωση της πολιτικής θα μπορούσε να οδηγήσει την οργανωμένη κοινωνική συμβίωση σε ακραία φαινόμενα παρακμής.

30/6/08

ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 30/06/2008

Οι πρόσφατες τελετές «πολιτικού γάμου» στο Δημαρχείο της Τήλου προκάλεσαν έντονη δημόσια συζήτηση. Το βασικό επιχείρημα υπέρ του κύρους αυτών των τελετών είναι ότι οι σχετικές διατάξεις του Νόμου 1250/1982 κάνουν λόγο γενικά για τα «πρόσωπα» των μελλονύμφων, χωρίς να απαιτούν ρητά αυτοί να ανήκουν σε αντίθετα φύλα. Το επιχείρημα, όμως, αυτό είναι έωλο, επειδή η παραπάνω απαίτηση προκύπτει από την ίδια την έννοια του γάμου. Ο όρος «γάμος» δεν είναι κενός περιεχομένου, ώστε να μπορεί ο κάθε δήμαρχος να τον (παρ)ερμηνεύσει κατά βούληση. Κατά την ίδια λογική του παραλόγου θα μπορούσε να τελεστεί «γάμος» μεταξύ ενός σωματείου (!) και μιας γυναίκας, αφού το σωματείο είναι νομικό πρόσωπο και η προαναφερόμενη νομοθεσία κάνει λόγο γενικά για πρόσωπα και όχι περιοριστικά για φυσικά πρόσωπα. Τέτοιοι γάμοι είναι νομικά ανυπόστατοι. Στην ελληνική έννομη τάξη ως γάμος (είτε πολιτικός είτε θρησκευτικός) νοείται μια κατ αρχήν μόνιμη συμβίωση προσώπων αντιθέτου φύλου, χαρακτηριζόμενη από την ελεύθερη σύναψη, τη νομική αναγνώριση και ρύθμιση και την ισονομία των συζύγων. Με αυτήν την έννοια προστατεύεται ο γάμος και από το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο νομοθέτης δεν μπορεί να καταργήσει τον γάμο, ούτε να μεταβάλει αυτά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του.
Από τη συνταγματική προστασία του γάμου, πάντως, δεν μπορεί να συναχθεί εξ αντιδιαστολής απαγόρευση κάθε νομοθετικής ρύθμισης ελεύθερων ενώσεων ή ακόμη και κάποιας μορφής νομικού δεσμού μεταξύ συμβιούντων ομοφυλοφίλων. Ο νομοθέτης είναι κατ αρχήν ελεύθερος να θεσπίσει ή να μη θεσπίσει διατάξεις σχετικές με παρόμοιες μορφές συμβίωσης, αφού αυτές ούτε προστατεύονται ούτε απαγορεύονται από το άρθρο 21 παρ. 1 Συντ. Προστατεύεται, βέβαια, τόσο από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ελευθερία ανάπτυξης και προσωπικότητας), όσο και από το άρθρο 8 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (σεβασμός του ιδιωτικού βίου) η σεξουαλική ελευθερία. Συνεπώς ο νομοθέτης δεν μπορεί να απαγορεύσει ούτε να απειλήσει οποιασδήποτε μορφής κυρώσεις για σεξουαλικές δραστηριότητες που τελούνται ιδιωτικά μεταξύ συναινούντων ενηλίκων, έστω και αν αυτές οι δραστηριότητες αποκλίνουν από τα κοινά παραδεκτά κοινωνικά πρότυπα. Τούτο, όμως, δεν συνεπάγεται και δικαίωμα νομικής τυποποίησης παρόμοιων σχέσεων. Σημειωτέον ότι η αρχή της ισότητας των φύλων στο άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος αφορά, όπως γίνεται σαφές τόσο από τη γραμματική διατύπωσή της όσο και από το ιστορικό της θέσπισής της, την ισότητα ανδρών και γυναικών και ότι συνεπώς δεν μπορούν να βρουν έρεισμα σε αυτήν δικαιώματα των ομοφυλοφίλων.Γενικότερα η τυχόν θέσπιση κάποιας μορφής ένωσης μεταξύ ομοφυλοφίλων συνιστά ουσιώδη μεταβολή στην ισχύουσα ρύθμιση των οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων. Αρμόδιος για κάτι τέτοιο είναι μόνον ο νομιμοποιημένος, από το σύνολο του εκλογικού σώματος, νομοθέτης (Βουλή) και όχι ο κάθε δημοτικός άρχοντας, που επιχειρεί, μέσω της παρερμηνείας των διατάξεων περί πολιτικού γάμου, να υφαρπάξει ουσιαστικά νομοθετική αρμοδιότητα.

29/6/08

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 18/6/2008

Η προσωπική απόφαση του Γιώργου Παπανδρέου να ζητήσει το ΠΑΣΟΚ δημοψήφισμα για την έγκριση από το εκλογικό σώμα της μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισαβόνας δημιούργησε ένα πρόβλημα πολιτικής αξιοπιστίας του ΠΑΣΟΚ. Και αυτό επεσήμανε, με τη δημόσια διαφωνία του, ο Κώστας Σημίτης.
Από τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ ψήφισε στη Βουλή υπέρ της νέας Συνθήκης, τι νόημα έχει να καλέσει τον ελληνικό λαό να εγκρίνει πανηγυρικά... την κοινοβουλευτική σύμπραξη του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας στην κύρωση της Συνθήκης; Αλλωστε, όπως δείχνει η γαλλική και η ολλανδική εμπειρία, στην περίπτωση διεξαγωγής ενός τέτοιου δημοψηφίσματος είναι πολύ πιθανόν η λαϊκή θέληση να εκφραστεί σε ένα άλλο επίπεδο, σε σχέση με το αντικείμενο του δημοψηφίσματος. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα η διεξαγωγή «κυρωτικού» δημοψηφίσματος για τη Συνθήκη της Λισαβόνας θα ήταν μια πολύ ωραία ευκαιρία για να εκφραστεί η διάχυτη δυσθυμία απέναντι στον δικομματισμό. Αυτό δεν θα ήταν ίσως κακό, αλλά δεν φαίνεται ιδιαίτερα ορθολογικό να επιδιώκει κάτι τέτοιο το ΠΑΣΟΚ.
Περαιτέρω, είναι αμφίβολο κατά τη γνώμη μου αν υπάρχει συνταγματική βάση για τη διεξαγωγή ενός τέτοιου δημοψηφίσματος. Η συμμετοχή της Ελλάδας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αποτελεί ασφαλώς το κατ εξοχήν «κρίσιμο εθνικό θέμα» για το οποίο μπορεί να προκηρυχθεί δημοψήφισμα, μόνον όμως ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου και απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών (άρθρο 44, παρ. 2, εδάφιο α Συντ.). Επειδή καμία τέτοια πρόθεση δεν έχει η Νέα Δημοκρατία, η μόνη δυνατότητα που απομένει είναι να θεωρηθεί το ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως «σοβαρό κοινωνικό ζήτημα» και να ζητηθεί η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την έγκριση ή την απόρριψη του ψηφισθέντος από τη Βουλή νομοσχεδίου, με το οποίο κυρώθηκε η Συνθήκη της Λισαβόνας (άρθρο 44, παρ. 2, εδάφιο β Συντ.).
Να θυμίσουμε, όμως, εδώ ότι στις προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 44 ως παραδείγματα «σοβαρών κοινωνικών ζητημάτων» αναφέρθηκαν ο πολιτικός γάμος, η άμβλωση, η αποποινικοποίηση της μοιχείας. Σε αυτά θα μπορούσε να προστεθεί σήμερα και ο γάμος προσώπων του ίδιου φύλου. Η αρχική πρόθεση των συντακτών του άρθρου 44, παρ. 2, εδάφιου β Συντάγματος δεν ήταν πάντως να συμπεριλάβουν στα «σοβαρά κοινωνικά ζητήματα» και το ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδας στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτό είναι ένα πολύ πιο σοβαρό ζήτημα, είναι πράγματι ένα «κρίσιμο εθνικό θέμα» υπό την έννοια του άρθρου 44, παρ. 2, εδάφιου α Συντ.
Οι προηγούμενες πολιτικές και συνταγματικές ενστάσεις για την απόφαση του Γιώργου Παπανδρέου να ζητήσει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη Συνθήκη της Λισαβόνας επιδέχονται βέβαια και αυτές με τη σειρά τους πολιτικό και συνταγματικό αντίλογο. Το πρόβλημα είναι, όμως, ότι ένας τέτοιος ενδοκομματικός διάλογος, στον οποίο η διαφορετική αντίληψη από εκείνη του Γιώργου Παπανδρέου θα μπορεί να εκφραστεί δημόσια, ακόμη και με γνώμη ή και ψήφο μέσα στη Βουλή, δεν είναι πλέον δυνατός στο ΠΑΣΟΚ. Και, όμως, η μόνη δυνατότητα του Γιώργου Παπανδρέου να μεγιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα του ΠΑΣΟΚ θα ήταν να αποδεχτεί την ελευθερία της κριτικής και της διαφωνίας μέσα στο ΠΑΣΟΚ.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 17/06/2008

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι «εκτός μόδας». Τη θυμόμαστε συνήθως όταν κάποιος επίτροπος απειλεί με κυρώσεις ή παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ή όταν έρχεται η ώρα των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Όμως και η Ευρώπη μάλλον προσεγγίζει τους πολίτες της ως «οικονομικές μονάδες», που κυκλοφορούν, εργάζονται και καταναλώνουν ελεύθερα, αλλά κατ ουσίαν στερούνται πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για το λεγόμενο δημοκρατικό και κοινωνικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την περιορισμένη δημοκρατική συμμετοχή στη λήψη των κοινοτικών αποφάσεων, την πολυδαίδαλη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, την απουσία νομικά δεσμευτικών κοινωνικών εγγυήσεων σε επίπεδο ευρωπαϊκών θεσμών.
Διαπιστώνεται λοιπόν μία αμοιβαία αδιαφορία. Κλασικό παράδειγμα η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβόνας, που υπογράφηκε τον περασμένο Δεκέμβριο και κυρώθηκε από το ελληνικό Κοινοβούλιο την περασμένη εβδομάδα, αλλά πέρασε μάλλον απαρατήρητη στον δημόσιο διάλογο. Ελάχιστοι ενδιαφέρθηκαν πραγματικά για το περιεχόμενο της νέας Συνθήκης. Και όμως, αργά αλλά σταθερά, ολοένα περισσότερες κυριαρχικές αρμοδιότητες των εθνικών κρατών μεταφέρονται στα άδυτα των κοινοτικών οργάνων. Ολοένα μεγαλύτερο μέρος της νομοθεσίας αποφασίζεται εκτός εθνικών Κοινοβουλίων. Ήδη η πλειονότητα του ισχύοντος δικαίου παράγεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και απλώς ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη. Όμως, λες και υπάρχει μία συνωμοσία σιωπής, η ελληνική κοινωνία, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές, ελάχιστα ενδιαφέρεται για την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Ερήμην των ευρωπαϊκών λαών και χωρίς εμπνευσμένη ηγεσία η Ευρώπη κινδυνεύει να παραμείνει ένα πολιτικά πολυδιασπασμένο, αλλά πολιτιστικά ομογενοποιούμενο «φρούριο», χάνοντας το κοινωνικό της πρόσωπο, όλες εκείνες τις κοινωνικές εγγυήσεις που τη διαφοροποιούν από το αμερικανικό μοντέλο του άκρατου οικονομικού φιλελευθερισμού. Ταυτόχρονα συρρικνώνονται σταδιακά θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, διαβρώνονται βασικές ελευθερίες, αποψιλώνονται κατακτήσεις για τις οποίες οι λαοί και οι εργαζόμενοι αγωνίστηκαν πολλές δεκαετίες. Πρωτίστως απουσιάζει η ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή κατά τη διαμόρφωση των μεγάλων πολιτικών αποφάσεων για το μέλλον της Ευρώπης και των λαών της. Την ίδια στιγμή η Ευρώπη είναι απούσα ως αυτόνομος παίκτης στη διεθνή σκακιέρα και σύρεται άφωνη πίσω από τις εκάστοτε επιλογές των ΗΠΑ σε ζητήματα εξωτερικής - αμυντικής πολιτικής.
Μήπως η απότομη διεύρυνση από τα 15 στα 27 κράτη-μέλη αποτέλεσε την ταφόπλακα της ιδέας μιας ισχυρής πολιτικής Ευρώπης; Πώς θα μπορούσε να εκδημοκρατιστεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα τη στιγμή που δεν είναι δυνατόν σήμερα να γίνεται λόγος για έναν ευρωπαϊκό δήμο, για κοινές αξίες, για μία ενιαία ευρωπαϊκή κοινωνία πολιτών; Πώς θα ενισχυθεί η δημοκρατία και θα προστατευθούν τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα όταν οι πολίτες δεν φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει τις κοσμογονικές αλλαγές που συντελούνται; Πότε θα γίνει αντιληπτό ότι πολύ σύντομα οι διαδηλώσεις έξω από τα υπουργεία Οικονομίας ή Αγροτικής Ανάπτυξης ίσως να έχουν ελάχιστη σημασία, αφού οι αποφάσεις θα λαμβάνονται αλλού; Το μέλλον της Ευρώπης δεν είναι προκαθορισμένο και προαποφασισμένο, τουλάχιστον όπως σήμερα έχουν ακόμη τα πράγματα. Μία Ευρώπη δημοκρατική και κοινωνική δεν πρόκειται όμως να συγκροτηθεί εάν δεν αποφασίσουν οι πολίτες να συμμετάσχουν και να συγκαθορίσουν με τη στάση, ή με την αντίστασή τους, την ευρωπαϊκή φυσιογνωμία.

ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ: ΔΙΑΔΗΛΩΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΟΦΙΛΟΙ
Γεώργιος Κατρούγκαλος
Το Βήμα, 08/06/2008

Οι φερόμενοι ως δράστες του κυκλώματος παιδικής πορνογραφίας είναι οικογενειάρχες σαν εμάς: ένας ψυχίατρος δημόσιου νοσοκομείου, ο οποίος απολογήθηκε ότι μελετούσε τα αρχεία της πορνογραφίας για επιστημονικούς σκοπούς, ένας καθηγητής του σχολείου, έως και ένας βοσκός με το λαπτοπ μέσα στα πρόβατα, σαν από παλιό αστείο του Χάρυ Κλυν. Ένας από τους ορισμούς της φρίκης, του αποτρόπαιου, είναι ακριβώς η απρόσμενη εμφάνιση κάτι οικείου σε ένα ανοίκειο περιβάλλον. Κεραυνοβολημένη ούρλιαζε η σύζυγος ενός από αυτούς: «Δεν ντρέπεσαι, έχεις και εσύ μικρά παιδιά...».
Η δημοσιοποίηση των ονομάτων αντλεί τη δύναμη της ακριβώς από αυτήν την αίσθηση της φρίκης: Η φωλιά του τέρατος είναι η διπλανή πόρτα. Κι αν συμβεί στο δικό μου παιδί; Θυμίζω ότι, κατά τους δημοσκόπους, ο πατέρας Μπους εξουδετέρωσε τον Δουκάκη στο μεταξύ τους «ντιμπέιτ» ρωτώντας τον εάν θα επέμενε να είναι ενάντια στην ποινή του θανάτου και για εκείνον που θα βίαζε και θα σκότωνε τις κόρες του. Δεν πρόκειται για επιχείρημα, αλλά για εκμετάλλευση του κοινού θυμικού όλων μας. Ποιος, πάνω από το ανθρώπινο, θα συγχωρούσε τον βιαστή και το φονιά του παιδιού του; Για το λόγο αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια δημοσκόπηση θα έδειχνε ότι η συντριπτική πλειονότητα είναι υπέρ της δημοσίευσης των ονομάτων των παιδόφιλων.
Το θέμα δεν είναι απλό. Ο σωφρονισμός και η επανένταξη δεν φαίνεται να είναι εύκολοι για ανθρώπους με σοβαρές ψυχολογικές διαταραχές/διαστροφές, όπως οι σεξουαλικοί εγκληματίες. Γι’αυτό, άλλες έννομες τάξεις, όπως η αμερικανική, προβλέπουν τον επ’αόριστο εγκλεισμό τους, μετά την έκτιση της ποινής, υπό αναγκαστική ψυχιατρική παρακολούθηση, συχνά για πολλές δεκαετίες. Για πολλούς η ελευθερία δεν έρχεται ποτέ. (Ο πιο ηλικιωμένος από αυτούς, 103 σήμερα ετών, δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τις ψυχιατρικές συνεδρίες λόγω προβλημάτων μνήμης και ακοής…) Στη Βιρτζίνια το πολιτειακό κοινοβούλιο συζήτησε πρόταση για εθελοντικό ευνουχισμό ως εναλλακτική λύση στην ατέλειωτη κράτηση, όταν ένας από τους εγκλείστους αυτοακρωτηριάστηκε για να «εκβιάσει» την απελευθέρωσή του.
Ο νέος νόμος περιλαμβάνει και αυτός παρόμοια πρόβλεψη για «ψυχογενετήσια θεραπεία». Η κεντρική του, όμως, «καινοτομία» είναι η επίσημη διαπόμπευση των κατηγορουμένων. Είναι αναγκαία η καταδίκη στο δημόσιο λυντσάρισμα των ταμπλόιντ πριν από την ετυμηγορία του φυσικού δικαστή; Και μήπως θα πρέπει μετά να υποδεχθούμε, ως αποτελεσματικότερο μέσο, τον εθελοντικό (ή γιατί όχι, και τον αναγκαστικό) ευνουχισμό των «τεράτων της διπλανής πόρτας»; Κατά το νόμο, «η δημοσιοποίηση αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων".
Φαίνεται παράδοξο, αλλά αυτός που ενισχύεται, τελικά, δεν είναι η κοινωνία αλλά η κρατική εξουσία. Να γιατί: Από το διαφωτισμό και εδώ, ο νομικός μας πολιτισμός διαμορφώθηκε από τη θέσπιση φραγμών στην εξουσία των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, είτε πρόκειται για δικαστικές εγγυήσεις, όπως το τεκμήριο αθωότητας και η μυστικότητα της ποινικής προδικασίας, είτε για εγγυήσεις ασφάλειας του προσώπου, όπως η απαγόρευση των βασανιστηρίων, της αυθαίρετης κράτησης και κάθε συμπεριφοράς αντίθετης στην ανθρώπινη αξία, ακόμη και για «καλό σκοπό». Διατάξεις όπως αυτή που συζητάμε, αναστρέφουν αυτήν την πορεία, πίσω προς το Μεσαίωνα. Οι υποτιθέμενες καλές προθέσεις για προστασία της κοινωνίας στρώνουν τον δρόμο για το Γκουντανάμο. Και αν αυτό σας φαίνεται υπερβολή, είναι γιατί δεν ξέρετε ότι ο ίδιος περιβόητος νόμος είναι που, αντισυνταγματικά και αντίθετα στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, επέβαλε την καθολική παρακολούθηση του δημόσιου χώρου των συγκεντρώσεων και των διαδηλωτών, μέσω των καμερών του αμαρτωλού συστήματος C4I. Θα πρέπει να το περιμέναμε: όταν οι εγγυήσεις του Συντάγματος αναιρούνται για τους “ugly citizens” και οι υπόλοιποι δεν αντιδρούμε, αναπόφευκτα θα έρθει και η σειρά μας.
ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΑΣΥΛΙΕΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 4/6/2008

Η αγωγή του επιχειρηματία Ανδρέα Βγενόπουλου κατά του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Γιώργου Παπανδρέου, επανέφερε στην επικαιρότητα το ζήτημα των βουλευτικών ασυλιών.
Οπως είναι γνωστό, το ελληνικό Σύνταγμα κατοχυρώνει τόσο το «ανεύθυνο» του βουλευτή, δηλαδή την απαλλαγή του από οποιαδήποτε νομική ευθύνη για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων, με εξαίρεση την περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία επιτρέπεται ποινική δίωξη, αλλά μόνο ύστερα από άδεια της Βουλής, όσο και το «ακαταδίωκτο» του βουλευτή, που σημαίνει ότι ποινική δίωξη, σύλληψη και φυλάκιση του βουλευτή για οποιοδήποτε έγκλημα δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο ύστερα από άδεια της Βουλής, εκτός εάν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα.
Σε μια περίοδο όπου είναι εμφανής η δυσθυμία της κοινής γνώμης για τα κόμματα και την «πολιτική τάξη», οι βουλευτικές ασυλίες δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι οι βουλευτικές ασυλίες ήταν αυτές που γέννησαν τον κοινοβουλευτισμό και ειδικότερα στην Ευρώπη το κοινοβουλευτικό σύστημα. Μάλιστα, το «ανεύθυνο» του βουλευτή υπήρξε το αφετηριακό σημείο για την κατοχύρωση της ελευθερίας του λόγου όλων των πολιτών.
Πάντως, θα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στο «ανεύθυνο» και το «ακαταδίωκτο». Οσον αφορά το «ακαταδίωκτο», η ρύθμιση του άρθρου 62 του ελληνικού Συντάγματος δεν είναι απροβλημάτιστη, αφού επιτρέπει στη Βουλή να αρνείται την άδεια για άσκηση ποινικής δίωξης ακόμη και για πράξεις που δεν έχουν καμία σχέση με την πολιτική δραστηριότητα του εγκαλούμενου βουλευτή - και σχεδόν πάντοτε όλες οι σχετικές αιτήσεις απορρίπτονται. Υπάρχουν περιθώρια και χωρίς την αναθεώρηση του άρθρου 62 να αλλάξει αυτή η κοινοβουλευτική πρακτική, ώστε να μη δημιουργούνται προβλήματα σε σχέση με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο θεωρεί ότι η πρακτική αυτή παραβιάζει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.Αντίθετα, το «ανεύθυνο» του βουλευτή, όχι μόνο δεν επιδέχεται μια στενότερη ερμηνεία, όπως θα ήθελε ίσως το Δικαστήριο του Στρασβούργου, αλλά επιβάλλεται να ερμηνεύεται «διασταλτικά». Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως εξαίρεση από την αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, αλλά ως θεμελιώδης αρχή του συνταγματισμού. Κατ αρχάς, όπως γίνεται δεκτό στην ελληνική επιστήμη, το «ανεύθυνο» αποκλείει και την αστική ευθύνη. Μόνο εάν υπάρξει έγκληση του θιγομένου προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του βουλευτή για συκοφαντική δυσφήμηση και χορηγηθεί στη συνέχεια η σχετική άδεια της Βουλής, τότε μπορεί να ασκηθεί και αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Αρα, η αγωγή του Ανδρέα Βγενόπουλου δεν θα περάσει καν τη φάση του «παραδεκτού». Στη φάση αυτή και σε οποιαδήποτε άλλη δεν εννοείται φυσικά παραίτηση του Γιώργου Παπανδρέου από το «ανεύθυνο»: δεν πρόκειται για προσωπικό του δικαίωμα, αλλά για «αντικειμενική» αρχή που υπάρχει χάριν της αυτονομίας της Βουλής. Και όλα αυτά θα ίσχυαν, ακόμη κι αν οι σχετικές δηλώσεις του Γιώργου Παπανδρέου είχαν γίνει εκτός Βουλής. Σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος (πολιτικού, οικονομικού, δικαστικού κ.λπ.), τα οποία αποτελούν αντικείμενο και κοινοβουλευτικών συζητήσεων, το «ανεύθυνο» του βουλευτή ισχύει τόσο intra moenia όσο και extra moenia.

ΠΡΟΚΡΙΜΑΤΙΚΕΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης

Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 3/06/2008

Η αντιπαράθεση Ομπάμα-Κλίντον για το χρίσμα των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ πλησιάζει στο τέλος της. Πρόκειται για μία εσωκομματική σύγκρουση με αρκετές ακραίες στιγμές και χτυπήματα κάτω από τη ζώνη. Όμως, όσα μειονεκτήματα και αν μπορεί να προσάψει κανείς στο αμερικανικό μοντέλο δημοκρατίας, οφείλει πάντως να αναγνωρίσει ότι κατά την ανάδειξη των υποψήφιων προέδρων οι εκλογικές διαδικασίες είναι ανοιχτές για όλους τους πολίτες. Αντίθετα, στη χώρα μας ένα παρεμφερές σύστημα εκλογής αρχηγού-υποψήφιου πρωθυπουργού δοκιμάστηκε μόλις πρόσφατα, στην κομματική αναμέτρηση για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ στις 11 Νοεμβρίου. Είχε βέβαια προηγηθεί η εκλογή του Γ. Παπανδρέου με άμεση ψηφοφορία τον Φεβρουάριο του 2004, με δημοψηφισματικό όμως χαρακτήρα, καθώς την ψήφο των μελών και φίλων του κόμματος είχε διεκδικήσει μόνον ένας υποψήφιος.
Πέρασαν ήδη περισσότεροι από έξι μήνες από εκείνη την εσωκομματική αναμέτρηση, γεγονός που επιτρέπει μία πιο νηφάλια και αποστασιοποιημένη αξιολόγησή της. Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν τότε σχετικά με το κατά πόσον τηρήθηκε στην πράξη η «ισότητα των όπλων» μεταξύ των υποψηφίων, ωστόσο αναμφίβολα αποτέλεσε ένα μεγάλο βήμα για την ανάπτυξη της εσωκομματικής δημοκρατίας. Σε μια εποχή έντονης αποϊδεολογικοποίησης, αποπολιτικοποίησης και απομάκρυνσης των πολιτών από τα κόμματα, η συμμετοχή περίπου 700.000 ατόμων στις εσωκομματικές εκλογές συνιστά ένα επιτυχημένο πείραμα, που εάν διευρυνόταν και έβρισκε μιμητές θα μπορούσε να συμβάλει στην αναζωογόνηση του κομματικού συστήματος.
Μήπως ωστόσο θα ήταν σκόπιμο να ενισχυθεί η εσωκομματική δημοκρατία με νομοθετική παρέμβαση; Η απάντηση είναι ότι το Σύνταγμα προτρέπει μεν τα κόμματα να οργανώνονται με δημοκρατικό τρόπο, όμως κυρίαρχη αρχή αποτελεί η ελάχιστη παρέμβαση στην εσωκομματική τους λειτουργία. Η επιλογή αυτή έχει μια ιστορική εξήγηση, δηλαδή τις μεσοπολεμικές και μετεμφυλιακές, αυταρχικές απαγορεύσεις στην πολιτική και κομματική ζωή. Η εύλογη δυσπιστία απέναντι σε οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση στην κομματική ζωή δεν σημαίνει, πάντως, ότι τα χέρια του νομοθέτη είναι δεμένα, καθώς θα μπορούσε να θεσπίσει κίνητρα για τα κόμματα που επιλέγουν να εφαρμόσουν διαδικασίες προκριματικών εκλογών και άμεσης ανάδειξης του αρχηγού τους ή και των υποψήφιων βουλευτών τους. Ένα τέτοιο κίνητρο θα αποτελούσε ιδίως η επιπρόσθετη χρηματοδότησή τους. Η πρόταση αυτή δικαιολογείται ειδικά ως προς την εκλογή αρχηγού, ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο τα κόμματα, αλλά και μία σειρά σημαντικών κρατικών λειτουργιών.
Μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση εμπεριέχει πρωτίστως μία ισχυρή συμβολική δύναμη με ευρύτερες πολιτικές και αξιακές προεκτάσεις. Άλλωστε, σε τελική ανάλυση, η αξία της διασφάλισης της εσωκομματικής δημοκρατίας για τη λειτουργία του πολιτεύματος δεν αποτιμάται με οικονομικούς όρους. Ο περιορισμός των ολιγαρχικών-γραφειοκρατικών τάσεων στη λειτουργία των κομμάτων αποτελεί κρίσιμη παράμετρο για την αναβάθμιση του πολιτικού και κομματικού μας συστήματος.

ΛΥΣΗ ΜΕ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 2/6/2008

Η συνταγματική αναθεώρηση του Μαΐου 2008 ήταν η πιο ανούσια σε όλη την ελληνική συνταγματική ιστορία. Από τις δεκάδες διατάξεις, την αναθεώρηση των οποίων πρότειναν αρχικά οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, μόνο τέσσερις συγκέντρωσαν τελικά την απαιτούμενη πλειοψηφία των 180 βουλευτών. Εξάλλου αυτές οι ελάχιστες διατάξεις (άρθρο 57, για την κατάργηση του ασυμβίβαστου της βουλευτικής ιδιότητας με επαγγελματικές δραστηριότητες, άρθρο 79, για τη δυνατότητα της Βουλής να τροποποιεί τον προϋπολογισμό, άρθρο 101, για την προστασία των νησιωτικών περιοχών, που υφίστατο ούτως ή άλλως ως ερμηνευτική δήλωση, και άρθρο 115, για την κατάργηση ανεπίκαιρων πια μεταβατικών ρυθμίσεων) έχουν εντελώς περιθωριακή σημασία και έτσι η ολοκλήρωση της αναθεώρησης πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η ουσιαστική αποτυχία του αναθεωρητικού διαβήματος ήταν, άλλωστε, προδιαγεγραμμένη από τις αρχές του 2007, όταν το ΠΑΣΟΚ αποχώρησε από τη διαδικασία σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διάφορες κυβερνητικές μεθοδεύσεις στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές. Από το σημείο εκείνο και μετά οι προοπτικές σύγκλισης μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας (κατ επέκταση και του ΛΑΟΣ), αφενός, και των κομμάτων της Αριστεράς, αφετέρου, ήταν τόσο ισχνές, ώστε να μη μένει καμιά αμφιβολία για το πενιχρό αποτέλεσμα της αναθεωρητικής διαδικασίας.
Η συναίνεση μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων είχε στηρίξει αντίθετα την προηγούμενη ευρεία, αν και μάλλον αβαθή, συνταγματική αναθεώρηση του 2001, όταν είχαν τροποποιηθεί, άλλο λιγότερο κι άλλο περισσότερο, πάνω από το ένα τρίτο των ισχυόντων τότε άρθρων του Συντάγματος. Αξιοσημείωτο είναι ότι η πραγματική αιτία της περσινής αποχώρησης του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν η διαφωνία του προς τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας, αλλά η συμφωνία του (ή τουλάχιστον η συμφωνία της ηγεσίας του) προς αυτές, κατά το σημαντικότερο μέρος των τελευταίων.
Με άλλες λέξεις, η αποχώρηση συνιστούσε μεθόδευση συγκάλυψης των πραγματικών επιλογών του ηγετικού πυρήνα του ΠΑΣΟΚ, ιδίως ως προς την αναθεώρηση του ιδεολογικά εμβληματικού άρθρου 16 του Συντάγματος, επιλογών οι οποίες τον έφεραν σε αντίθεση με μεγάλο τμήμα της κομματικής βάσης και ιδίως τη νεολαία. Μην έχοντας την ικανότητα να πείσει τους διαφωνούντες για την ορθότητα της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων (η οποία υποκρυπτόταν κάτω από την εύσχημη αλλά άτοπη διατύπωση για «μη κρατικά»), αλλά ούτε και το σθένος να υποστηρίξει τις θέσεις της έως το τέλος της αναθεωρητικής διαδικασίας, η ηγεσία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης βρήκε ως σωσίβιο τη συνολική αποχώρηση από την αναθεωρητική διαδικασία και τη μη συμμετοχή έκτοτε σε αυτήν. Το ιδεολογικό και πολιτικό αδιέξοδο του ΠΑΣΟΚ οδήγησε έτσι στο αναθεωρητικό ναυάγιο.
Μικρό το κακό πάντως. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι τόσο το υπάρχον Σύνταγμα, όσο η αδυναμία ή και η απροθυμία του πολιτικού συστήματος να διασφαλίσει την εφαρμογή του, όπως και γενικά την εφαρμογή των νόμων. Λύση συνεπώς μπορεί να αναμένεται όχι κυρίως μέσω συνταγματικής αναθεώρησης, αλλά μέσω μιας μελλοντικής ανατροπής του σημερινού πολιτικού σκηνικού.

28/6/08

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 16
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 21/5/2008

Πολύς λόγος γίνεται πάλι για το άρθρο 16, αυτήν τη φορά όχι για την αναθεώρησή του, αλλά για το πλαίσιο των δυνατών ερμηνειών του, σχετικά με τους φορείς της ανώτατης εκπαίδευσης και τη νομική μορφή των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Εδώ τα πράγματα είναι άκρως ανελαστικά. Το άρθρο 16 απαγορεύει ρητά τη σύσταση Πανεπιστημίων και ΤΕΙ -που αποτελούν σήμερα τους δύο τομείς της ανώτατης εκπαίδευσης- από ιδιώτες και επιβάλλει υποχρεωτικά στα ιδρύματα αυτά την οργανωτική μορφή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.
Υποστηρίχθηκε ότι υπήρξε νομοθετικό «προηγούμενο» ίδρυσης από το κράτος ενός Πανεπιστημίου υπό τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, συγκεκριμένα του «Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελληνικών Σπουδών» (ν. 2413/1996). Αυτό όμως, ανεξάρτητα από την ονομασία του, δεν ήταν ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα - Πανεπιστήμιο, υπό την έννοια του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος, γι αυτό και ο ιδρυτικός νόμος του, ο οποίος δεν εφαρμόστηκε ποτέ, δεν προέβλεπε την ισοτιμία του χορηγούμενου τίτλου σπουδών με πτυχίο πανεπιστημιακού ιδρύματος ανώτατης εκπαίδευσης.
Νέοι πανεπιστημιακοί θεσμοί, όπως το «Ελληνικό Πανεπιστήμιο της Ελλάδος» (ν. 3391/2005), χορηγούν τίτλους σπουδών αντίστοιχους και ισότιμους με εκείνους των άλλων Πανεπιστημίων, έχουν οργανωθεί όμως υπό τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.
Σωστά υποστηρίζεται ότι το άρθρο 16 δεν εμποδίζει τη σύσταση Πανεπιστημίων ή μεμονωμένων σχολών ανώτατης εκπαίδευσης από άλλα, εκτός του κράτους, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης ή η Εκκλησία της Ελλάδος, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει νόμος που θα προβλέπει τη σχετική διοικητική διαδικασία, ότι η ίδρυσή τους θα γίνει με νόμο, ότι θα έχουν τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και ότι θα τηρούνται στα ιδρύματα αυτά οι αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης. Αυτή η δυνατότητα υπήρχε πάντοτε.
Αντίθετα είναι λάθος η άποψη ότι η ενσωμάτωση και εφαρμογή της νέας Οδηγίας 2005/36 θα οδηγήσει σε αχρησία το άρθρο 16. Το πτυχίο που θα χορηγούν τα συνεργαζόμενα, με Πανεπιστήμια άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εγχώρια «Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών», έστω κι αν πιστοποιείται από τα «μητρικά» αλλοδαπά ιδρύματα, ή και το πτυχίο που θα χορηγείται από αυτά τα τελευταία, έπειτα από τη φοίτηση που πραγματοποιήθηκε εν μέρει στην Ελλάδα, θα αναγνωρίζεται για επαγγελματικούς σκοπούς, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Οδηγίας 2005/36, όχι όμως και για ακαδημαϊκούς σκοπούς, αφού κάτι τέτοιο θα προσκρούει στο άρθρο 16. Το πτυχίο αυτό δεν θα παρέχει στον κάτοχό του όλες τις νομικές δυνατότητες που παρέχει το πτυχίο των ελληνικών Πανεπιστημίων, π.χ. συμμετοχή σε διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ ή πραγματοποίηση μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα.
Σίγουρα αυτό που δεν εμποδίζεται από το άρθρο 16 είναι η αύξηση του αριθμού των εισακτέων στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, με ανάλογη, φυσικά, οικονομική ενίσχυση των ιδρυμάτων που θα επιφορτισθούν με αυτήν την ευθύνη. Δεν θα μπορούσαμε εδώ να μη σημειώσουμε ότι τα τελευταία χρόνια είχαμε, αντίθετα, μείωση αυτού του αριθμού. Σε αυτό όμως δεν έφταιγε το άρθρο 16.

Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 20/05/2008

Ποιον εξυπηρετεί η απαξίωση του δημόσιου πανεπιστημίου; Πού οφείλονται οι επιθέσεις που δέχεται από διαφορετικές πλευρές; Γιατί επέλεξε τη συγκεκριμένη περίοδο ο υπ. Παιδείας για να διατυπώσει οξεία κριτική ως προς τη λειτουργία των πανεπιστημίων, το διδακτικό τους προσωπικό και τους συνδικαλιστικούς φορείς των πανεπιστημιακών, αλλά και για να «απειλήσει» με διακοπή της χρηματοδότησης εφόσον δεν εφαρμοστούν οι νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν πριν από έναν χρόνο;
Είναι αναμφισβήτητο ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο βρίσκεται σήμερα σε κρίσιμη καμπή. Κατ αρχάς, επειδή δεν μπορεί πλέον να αντλεί κύρος από το μονοπώλιο της ανώτατης εκπαίδευσης. Η «αγορά» υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης έχει ανοίξει. Δεν είναι μόνο τα ιδιωτικά κολέγια, που πλέον με βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο χορηγούν πτυχία με επαγγελματική ισοτιμία, αλλά και το γεγονός ότι έχει προχωρήσει η συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης, που διευκολύνει ακόμη περισσότερο τη φοιτητική μετανάστευση. Επιπλέον, οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν την εξ αποστάσεως εκπαίδευση σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Σε αυτά πρέπει να προστεθεί κάτι ακόμα: Η κοινωνία δεν πιστεύει πια στο «μαγικό πτυχίο», καθώς έχει αφομοιώσει πλήρως ότι δεν αρκεί για την επαγγελματική εξασφάλιση. Οι στρατιές άνεργων και υποαμειβόμενων πτυχιούχων δεν επιτρέπουν σήμερα καμία αυταπάτη.
Πέρα όμως από τις εξωτερικές μεταβολές, το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει εξαντλήσει προ πολλού τη δυναμική που ανέπτυξε τις δεκαετίες του 80 και του 90, όταν επεδίωξε δύο κυρίως στόχους: Τον εκδημοκρατισμό και το άνοιγμά του σε νέους επιστήμονες, με τον νόμο-πλαίσιο του 1982, και εν συνεχεία με την αύξηση του αριθμού των εισακτέων και τον πολλαπλασιασμό των πανεπιστημιακών Τμημάτων σε όλη τη χώρα. Ομως τα δύο αυτά σημαντικά εγχειρήματα παρουσίασαν στην πορεία αρκετές παρεκκλίσεις και «παρενέργειες»: Υπαλληλοποίηση διδασκόντων και βόλεμα διδασκομένων, ασφυκτικός κρατικός έλεγχος, περιορισμός κάθε πρωτοβουλιακότητας και καινοτομίας, ομογενοποίηση προς τα κάτω, ποικίλες συναλλαγές, άμβλυνση των ακαδημαϊκών αντανακλαστικών, ίδρυση Τμημάτων με αντικείμενα εκτός τόπου και χρόνου. Σε τελική ανάλυση, γραφειοκρατικοποίηση των δομών και αποστέωση από την πραγματική πανεπιστημιακή αποστολή, δηλαδή την παραγωγή νέας γνώσης και τη διαμόρφωση σκεπτόμενων και με επαγγελματικές δεξιότητες ανθρώπων.
Το δημόσιο πανεπιστήμιο πρέπει να αλλάξει, πριν απολέσει πλήρως τη νομιμοποίηση και το συμβολικό αλλά και το ακαδημαϊκό του κεφάλαιο. Δεν θα αλλάξει ούτε με καταστροφολογική κριτική, ούτε με υπουργικές απειλές ή δήθεν μεταρρυθμιστικούς νόμους που ανακυκλώνουν προβλήματα, ούτε με φοιτητικούς τσαμπουκάδες, ούτε με έναν βαθιά συντηρητικό, ψευδοαριστερό λόγο, που αποσκοπεί στη διασφάλιση κεκτημένων προνομίων και στην αναπαραγωγή νοσηρών νοοτροπιών. Αν δεν ξεκινήσει ένας ανοιχτός και απροκατάληπτος διάλογος για όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, η απαξίωση του δημόσιου πανεπιστημίου θα εξελιχθεί σε διεύρυνση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων και των χαμηλής ποιότητας εκπαιδευτικών-ερευνητικών αποτελεσμάτων, σε ακόμη μεγαλύτερους αριθμούς άνεργων και απογοητευμένων πτυχιούχων, αλλά και στην εντεινόμενη οργή της ελληνικής κοινωνίας.

ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ
Κώστας Χρυσόγονος

Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 19/05/2008

Δημοσιογραφικές έρευνες που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι σε πολλά είδη ευρείας κατανάλωσης, που αποτελούν το λεγόμενο «καλάθι της νοικοκυράς», οι τιμές στην Ελλάδα είναι σημαντικά υψηλότερες από ό,τι σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία κ.λπ. Πρόκειται για ένα διαχρονικό παράδοξο, αφού το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα, και άρα η αγοραστική δύναμη του μέσου καταναλωτή, βρίσκεται σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα από ό,τι στα κράτη αυτά της Δυτικής Ευρώπης. Μικρότερα όμως είναι στην Ελλάδα και τα κόστη των επιχειρήσεων για την προώθηση και διάθεση των προϊόντων, αφού τόσο οι μισθοί των εργαζομένων όσο και οι τιμές των υγρών καυσίμων βρίσκονται αρκετά κάτω από τα δυτικοευρωπαϊκά επίπεδα.
Η μόνη λογική εξήγηση είναι λοιπόν ότι οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα αποκομίζουν υψηλότερα ποσοστά κέρδους, μέσω εναρμονισμένων πρακτικών (δηλαδή άτυπων μεταξύ τους συμφωνιών) σχετικά με τις τιμές, σε βάρος του καταναλωτικού κοινού. Οι εναρμονισμένες πρακτικές μπορούν να επιτευχθούν εδώ ευκολότερα από ό,τι στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, αφενός λόγω της σχετικής γεωγραφικής απομόνωσης της χώρας και αφετέρου λόγω του μικρού μεγέθους της ελληνικής αγοράς, αλλά και της επικράτησης ολιγοπωλιακών συνθηκών με την ανοχή του κράτους.
Βέβαια οι εναρμονισμένες πρακτικές και η εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης των επιχειρήσεων στην αγορά απαγορεύονται τόσο από την ελληνική όσο και από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, με την απειλή μάλιστα αυστηρών κυρώσεων. Την αρμοδιότητα για την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής επωμίζεται μια ανεξάρτητη αρχή, η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Ωστόσο, τα μέλη της τελευταίας δεν είναι αποκλειστικής απασχόλησης ούτε αμείβονται επαρκώς, ενώ η στελέχωση της Επιτροπής με υπαλληλικό προσωπικό και η υλικοτεχνική υποδομή της είναι ελλιπέστατες. Πέρα από τις αντικειμενικές αυτές αδυναμίες όμως, φαίνεται ότι υπάρχουν και άλλου είδους προβλήματα, όπως η γνωστή ως «το σκάνδαλο των κουμπάρων» υπόθεση δωροδοκιών, εκβιασμών κ.λπ., που εκκρεμεί ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων.
Την τελική ευθύνη για όλα αυτά την έχει το ελληνικό πολιτικό σύστημα, και κυρίως τα δύο μεγάλα κόμματα, που εναλλάσσονται στην εξουσία και μας θυμίζουν με τη συμπεριφορά τους τον σαββοπουλικό στίχο «η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα». Οι κυβερνήσεις και οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες ποτέ δεν θέλησαν να υπάρξει πραγματικός έλεγχος στην αγορά και πραγματική προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού, δηλαδή τελικά των συμφερόντων του καταναλωτή. Και τούτο διότι, εάν το ήθελαν, θα μπορούσαν να είχαν οργανώσει, στελεχώσει και χρηματοδοτήσει την Επιτροπή Ανταγωνισμού κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να ασκεί αποτελεσματικά τις αρμοδιότητές της. Το ζήτημα τελικά είναι η αδιαφάνεια των πηγών χρηματοδότησης και τα τεράστια ελλείμματα εσωκομματικής δημοκρατίας των οικογενειοκρατικών κομματικών σχηματισμών που νέμονται επί δεκαετίες την κρατική εξουσία και καταλήγουν να καθιστούν προβληματική, ή ενίοτε και προσχηματική, τη λειτουργία συνολικά των δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα.

ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΕΥΕΛΙΞΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης

Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 06/05/2008

Κανένα κοινωνικό πρόβλημα δεν είναι σήμερα τόσο σύνθετο, οξύ και πολυδιάστατο όσο η ανεργία. Ακόμη και η μέτρησή της κρύβει παγίδες. Πώς καταμετρώνται όσοι δεν έχουν εισέλθει στην αγορά εργασίας, ιδίως οι άνεργοι νέοι πτυχιούχοι; Γιατί δεν υπολογίζονται εκείνοι που κατορθώνουν να εργαστούν ελάχιστες ώρες κάθε μήνα, αλλά καταγράφονται ως εργαζόμενοι; Πώς καταμετρώνται όσοι δεν έχουν σταθερή, τυπική σχέση εργασίας και διάγουν σε καθεστώς διαρκούς ανασφάλειας και υποαπασχόλησης; Πού κατατάσσονται όσοι εμφανίζονται ως αυτοαπασχολούμενοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες, αλλά κατ ουσίαν βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ μερικής, συγκεκαλυμμένης εξαρτημένης εργασίας και διαρκούς αναζήτησης περιοδικής απασχόλησης; Πώς υπολογίζονται και σε ποια κατηγορία εντάσσονται εκείνοι που η αμοιβή για την εργασία που προσφέρουν δεν επαρκεί για να καλύψουν στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες τους;
Ασφαλώς αν ληφθούν υπόψη όλοι όσοι τελούν σε μία από τις προηγούμενες καταστάσεις, η εικόνα και τα μεγέθη της απασχόλησης αποδεικνύεται ότι είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που εμφανίζονται στις επίσημες στατιστικές. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό. Για να αποκτήσει κανείς πλήρη εικόνα της ανεργίας και των συνεπειών της οφείλει να προχωρήσει πέρα από την οικονομική και την κοινωνική διάσταση. Η αποδόμηση της προσωπικότητας, αυτό που έχει εύγλωττα αποκληθεί «οδύνη των ανέργων», το αίσθημα εγκατάλειψης και ανημπόριας, η κατάρρευση της αυτοεκτίμησης, έχουν συντριπτικά αποτελέσματα. Δεν είναι βέβαια δύσκολο για ορισμένους να επιχειρηματολογούν υπέρ της ενίσχυσης της ευελιξίας στην απασχόληση. Ως γνωστόν, άλλωστε, η επόμενη κυβερνητική «μεταρρύθμιση» έχει εξαγγελθεί στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων. Όμως για ποια ευελιξία μπορεί να γίνεται λόγος, εάν δεν αναδειχθεί προηγουμένως η πραγματική κατάσταση της ελληνικής αγοράς εργασίας; Τι θα σήμαινε επέκταση της μερικής απασχόλησης στη χώρα μας, τη στιγμή που τα επίπεδα του βασικού μισθού είναι τόσο χαμηλά; Πώς υποστηρίζεται η μείωση των αποζημιώσεων απόλυσης, όταν τα επιδόματα ανεργίας είναι σήμερα υποτυπώδη; Τι θα σήμαινε, όπως έχει επίσης προταθεί, διευκόλυνση των απολύσεων για τις επιχειρήσεις, όταν δεν υφίστανται σοβαρές ενεργητικές πολιτικές επαναπροώθησης στην εργασία, ενώ ταυτόχρονα απουσιάζει η κατοχύρωση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος;
Δεν είναι μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στην οδύνη και την οργή των ανέργων, των υποαπασχολούμενων, των υποαμειβόμενων, των κοινωνικά αποκλεισμένων. Η πολιτική τάξη και οι σχεδιαστές της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής είναι επικίνδυνο να επιχειρούν ασκήσεις επί χάρτου ερήμην της κοινωνικής πραγματικότητας, αγνοώντας βασικές προϋποθέσεις της εργασιακής ειρήνης. Η ελληνική αγορά εργασίας δεν χρειάζεται απορρύθμιση και ευελιξία, αλλά ρύθμιση, κοινωνική προστασία και αποτελεσματικό κρατικό έλεγχο των ποικίλων πρακτικών εργασιακού μεσαίωνα, όπως η ασύδοτη εφαρμογή του δανεισμού εργαζομένων και η απροκάλυπτη εκμετάλλευση των πιο ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού. Υγιής οικονομία δεν σημαίνει μόνο υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, αλλά και σεβασμό της αξίας και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 5/5/2008

Η αλματώδης άνοδος στις διεθνείς τιμές των τροφίμων έχει προκαλέσει τις τελευταίες εβδομάδες βίαιες ταραχές σε πολλές φτωχές χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου», στις οποίες το φάσμα της πείνας κάνει απειλητική την εμφάνισή του. Η εξίσου αλματώδης άνοδος, εδώ και αρκετούς μήνες, στις διεθνείς τιμές των καυσίμων προκαλεί ρίγη ανησυχίας στις πλούσιες χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, καθώς η οικονομική ύφεση φαίνεται να βρίσκεται πια προ των πυλών. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι όλα αυτά δεν αποτελούν παροδικά φαινόμενα, οφειλόμενα σε συγκυριακούς παράγοντες, αλλά επιμέρους συμπτώματα της δομικής κρίσης της παγκόσμιας οικονομίας, που θα εκδηλωθεί με ακόμη μεγαλύτερη σφοδρότητα τα επόμενα χρόνια. Το καπιταλιστικό σύστημα φτάνει πια στα όριά του.
Το σύστημα αυτό οδήγησε την ανθρωπότητα σε πρωτόγνωρα στην ιστορία της επίπεδα παραγωγής και πληθυσμού και την αστική τάξη των καπιταλιστικών μητροπόλεων σε μια υλική ευημερία χωρίς προηγούμενο. Τα επιτεύγματά του στηρίχθηκαν όμως στην κατασπατάληση του φυσικού κεφαλαίου του πλανήτη, με «παράπλευρο» κόστος την παγκόσμια ατμοσφαιρική και κλιματική αλλαγή, την ταπείνωση του υδροφόρου ορίζοντα, την αποψίλωση των δασών, την καταστροφική μείωση της βιοποικιλότητας και την προϊούσα ερημοποίηση της γης. Η κύρια ευθύνη βαρύνει τις προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, που όμως σπεύδει να τις ακολουθήσει τώρα ο υπόλοιπος κόσμος και ιδίως οι ασιατικοί γίγαντες (Κίνα και Ινδία), έκθαμβος από την απατηλή λάμψη του καπιταλιστικού ονείρου.
Η υπόθεση, ωστόσο, ότι το παγκόσμιο βιοτικό επίπεδο μπορεί να εξομοιωθεί με εκείνο των δυτικών χωρών είναι μια επικίνδυνη ουτοπία, επειδή αγνοεί το πεπερασμένο μέγεθος των φυσικών πόρων του πλανήτη μας. Οι διαστάσεις εξάλλου του προβλήματος είναι τέτοιες, ώστε η τεχνολογική πρόοδος να μην μπορεί να δώσει οποιαδήποτε έγκαιρη λύση. Η ανθρωπότητα ολόκληρη επιταχύνει όχι προς την «ανάπτυξη», όπως εσφαλμένα την αντιλαμβάνεται το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο, αλλά προς τον τοίχο της έλλειψης ορυκτών και ενέργειας και τελικά τροφής και πόσιμου νερού.
Στην εξέλιξη του 21ου αιώνα η λύση θα μπορούσε να αναζητηθεί προς την κατεύθυνση ενός ανανεωμένου δημοκρατικού σοσιαλισμού σε οικολογική βάση. Η αδηφάγος «ιδιωτική πρωτοβουλία» πρέπει να υποταχθεί σε κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό, με κύρια στόχευση όχι τη μεγιστοποίηση του κέρδους, αλλά την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Οι ατομικοί και οι εθνικοί εγωισμοί και ανταγωνισμοί πρέπει να υποταχθούν στην αναζήτηση του κοινού, γενικού συμφέροντος της ανθρωπότητας, το οποίο συνίσταται στον έλεγχο του παγκόσμιου υπερπληθυσμού και στην ισορροπημένη, βιώσιμη ανάπτυξη.
Νέοι δείκτες προόδου πρέπει να βρεθούν για τη μέτρηση της πνευματικής και ηθικής ανάπτυξης του ανθρώπου και του σεβασμού στη φύση. Οι άνθρωποι, και η ανθρωπότητα ως σύνολο, χρειάζεται να βρούμε το μέτρο, στην απώλεια του οποίου μας έχει οδηγήσει η φρενίτιδα του καπιταλισμού.

27/6/08

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ;
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης

Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 22/04/2008

Η συνταγματική αναθεώρηση που ξεκίνησε πριν από δύο ακριβώς χρόνια, με πρωτοβουλία της Ν.Δ., βαίνει άδοξα τις επόμενες μέρες προς ένα προαναγγελθέν αδιέξοδο. Η οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτει το κυβερνών κόμμα δεν επιτρέπει την ολοκλήρωσή της χωρίς τη σύμπραξη ενός μέρους τουλάχιστον των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Όμως από την πλευρά όλων των λοιπών πολιτικών κομμάτων είναι σαφής η πρόθεση να μη στηρίξουν τις προτάσεις αναθεώρησης που ψηφίστηκαν από την προηγούμενη Βουλή. Πώς εξηγείται αυτό το αδιέξοδο; Γιατί την περίοδο 1998-2001 όλα τα κόμματα συνέπραξαν ώστε να ολοκληρωθεί, με ευρύτατη συναίνεση, η συνταγματική αναθεώρηση του 2001, ενώ κατά την προηγούμενη διετία δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν σε τίποτα; Και, σε τελική ανάλυση, είναι αναγκαία σήμερα η αναθεώρηση του Συντάγματος ή, όπως υποστηρίζουν αρκετοί, εντελώς περιττή;
Ξεκινώντας από το τελευταίο: Ασφαλώς και η μεταρρύθμιση του Συντάγματος θα ήταν αναγκαία και χρήσιμη, αρκεί αυτό να γινόταν σε μια προοδευτική κατεύθυνση. Αρκετές διατάξεις του αποδείχθηκε, κατά τη δοκιμασία τους στην πράξη, ότι παρουσιάζουν σημαντικές αδυναμίες. Κορυφαίο παράδειγμα το περίφημο άρθρο 14 παρ. 9 για τον βασικό μέτοχο, που όχι μόνο προκάλεσε τον ευρωπαϊκό διασυρμό της χώρας μας, αλλά παρέμεινε κατ ουσίαν ανεφάρμοστο και αλυσιτελές. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, αποτελεί στοιχειώδες σφάλμα, ή ενίοτε και σκόπιμη παραπλάνηση, να υποστηρίζεται ότι μέσω μιας συνταγματικής αναθεώρησης θα λύνονταν κρίσιμα προβλήματα του κράτους, της κοινωνίας και της οικονομίας. Ήταν λοιπόν άστοχο να χαρακτηριστεί από την κυβέρνηση η αναθεωρητική πρωτοβουλία ως «ναυαρχίδα των μεταρρυθμίσεων». Στην πραγματικότητα, η αναθεώρηση του Συντάγματος χρησιμοποιείται ενίοτε για να συγκαλυφθεί η απουσία ουσιαστικών δημόσιων πολιτικών για την αντιμετώπιση εξαιρετικά σοβαρών προβλημάτων της ελληνικής πολιτείας. Κατ΄αυτό τον τρόπο όμως αποδυναμώνεται παράλληλα και η ίδια η συμβολική και πολιτική λειτουργία του Συντάγματος.
Η Νέα Δημοκρατία «έπαιξε» λοιπόν με την αναθεώρηση του Συντάγματος, χωρίς να κερδίσει τελικά τίποτα. Άλλωστε εξαρχής η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν επέδειξε βούληση επίτευξης των συναινέσεων που απαιτούνται για να ολοκληρωθεί ένα αναθεωρητικό εγχείρημα. Όμως με την αναθεώρηση «έπαιξε» και το ΠΑΣΟΚ, που αρχικά την απαξίωσε, εν συνεχεία κατέθεσε τη δική του συνολική πρόταση και στο τέλος αποχώρησε από τη διαδικασία, κατά τρόπο προσχηματικό, προκειμένου να μην κορυφωθούν οι εσωκομματικές διαμάχες που πυροδότησε η επιμονή της ηγεσίας του να στηρίξει την αναθεώρηση του άρθρου 16. Κάποια αδιευκρίνιστα σενάρια φέρουν και το ΚΚΕ να «παίζει» σήμερα με την αναθεώρηση, σχεδιάζοντας να υπερψηφίσει μια-δυο διατάξεις ώστε η αναθεώρηση να ολοκληρωθεί τύποις, αλλά στην πράξη να μπλοκαριστεί η δυνατότητα μιας νέας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας, τουλάχιστον για την επόμενη πενταετία. Και τούτο, δεδομένου ότι κατά το Σύνταγμα αναθεώρηση δεν είναι επιτρεπτό να κινηθεί αν δεν παρέλθουν πέντε χρόνια από την ολοκλήρωση της προηγούμενης.
Όλα αυτά δεν προμηνύουν τίποτα θετικό για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Το Σύνταγμα υπηρετεί πρωτίστως τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα των κανόνων του πολιτικού γίγνεσθαι καθώς και την προστασία των ποικιλοτρόπως απειλούμενων σήμερα ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Παιχνίδια με το Σύνταγμα και την αναθεώρησή του μπορεί όμως να οδηγήσουν σε πλήρη απαξίωση των θεσμών και της πολιτικής τάξης.

Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 21/04/2008

Η πρόσφατη άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά του προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων για αδικήματα γνώμης, καθώς και η δημόσια κατακραυγή που ακολούθησε την ενέργεια αυτήν της ηγεσίας του Αρείου Πάγου, φέρνουν στο προσκήνιο της επικαιρότητας το υπαρκτό και οξύ πρόβλημα εσωτερικής ανεξαρτησίας της ελληνικής δικαιοσύνης, ιδίως της πολιτικής και ποινικής. Ο κορυφαίος συνδικαλιστής του εισαγγελικού κλάδου απλώς εξέφρασε δημόσια την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι οι κρίσεις των ανώτατων δικαστικών συμβουλίων για την υπηρεσιακή κατάσταση (προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις κ.λπ.) των δικαστικών λειτουργών συχνά δεν είναι αξιοκρατικές. Η δυσανεξία της ηγεσίας της Δικαιοσύνης στην κριτική, την οποία αποδεικνύει η πειθαρχική του δίωξη, καθώς και ο τρόπος μεθόδευσης της τελευταίας, με την προαναγγελία (!) της από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενώπιον συγκέντρωσης εισαγγελικών λειτουργών, καθιστούν ακόμη περισσότερο εμφανές το πρόβλημα.
Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 90 του Συντάγματος, με βάση τις οποίες τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών κρίνονται από τα μέλη του αντίστοιχου ανωτάτου δικαστηρίου (σε σχηματισμό ανώτατου δικαστικού συμβουλίου ή ολομέλειας), έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί στην καταστρατήγηση της θεμελιώδους συνταγματικής επιταγής της δικαστικής ανεξαρτησίας (άρθρο 87, παρ. 1 του Συντάγματος). Στην πράξη επιτυγχάνεται με τον τρόπο αυτόν ο ασφυκτικός έλεγχος της δικαιοδοτικής συμπεριφοράς των δικαστών (της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης) και των εισαγγελέων από τον Άρειο Πάγο. Έτσι όμως τα ηλικιωμένα μέλη του τελευταίου, που για τον λόγο ακριβώς αυτόν εμφορούνται συνήθως από συντηρητικές νομικές και κοινωνικές αντιλήψεις, επηρεάζουν υπέρμετρα την απονομή της Δικαιοσύνης.
Μακροπρόθεσμα, η πιο ενδεδειγμένη λύση θα ήταν η αναθεώρηση του άρθρου 90 του Συντάγματος, προκειμένου να δοθεί στον κοινό νομοθέτη, ενδεχομένως με ειδικές προϋποθέσεις (π.χ. νόμος ψηφιζόμενος με πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών), η δυνατότητα να θεσπίσει ένα, δεσμευτικό για τα κρίνοντα όργανα (ανώτατο δικαστικό συμβούλιο ή ολομέλεια) σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων για τις υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.
Τα κριτήρια αυτά θα μπορούσαν να σχετίζονται με την αρχαιότητα, την οικογενειακή κατάσταση και την υπηρεσιακή απόδοση (μετρήσιμη όμως και πάλι με αντικειμενικό τρόπο, π.χ. ταχύτητα στη διεκπεραίωση των υποθέσεων κ.ο.κ.). Μια πιο ακραία εκδοχή, η οποία ακολουθείται κυρίως σε χώρες εντασσόμενες στην αγγλοσαξονική νομική παράδοση, είναι η μη πρόβλεψη γενικά υπηρεσιακών μεταβολών, δηλ. η εκλογή και τοποθέτηση του δικαστικού (ή εισαγγελικού) λειτουργού σε συγκεκριμένη θέση, χωρίς προοπτική είτε μετάθεσης είτε προαγωγής του. Ούτως ή άλλως, όμως, πρέπει και στη χώρα μας να αντιληφθούμε ότι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, που αποτελεί ασφαλώς έναν από τους πυλώνες του συνταγματικού δημοκρατικού πολιτεύματος, χρειάζεται κατοχύρωση απέναντι όχι μόνο στις εξωδικαστικές, αλλά και στις ενδοδικαστικές επιρροές και επιδράσεις.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 08/04/2008

Η ελληνική δημόσια διοίκηση είναι στο στόχαστρο του πολιτικού και επιστημονικού διαλόγου εδώ και πολλές δεκαετίες. Αποτελούν κοινό μυστικό οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, οι πελατειακές πρακτικές, ο νομικισμός που υποσκάπτει την αποτελεσματικότητα, τα φαινόμενα διαφθοράς και αναξιοκρατίας, ο κομματισμός, οι χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες προς τον πολίτη. Από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα συγκροτήθηκαν αρκετές επιτροπές εμπειρογνωμόνων, με τη συμμετοχή προσωπικοτήτων διεθνούς κύρους, που υπέβαλαν συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές προτάσεις, χωρίς όμως να αξιοποιηθούν από την πολιτεία. Από την άλλη πλευρά, επιμέρους πρωτοβουλίες είτε παρέμειναν ημιτελείς είτε ακυρώθηκαν στην πορεία, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη διαδικασία πρόσληψης των δημοσίων υπαλλήλων, όπου οι εγγυήσεις του ΑΣΕΠ παρακάμφθηκαν από τόσες νομοθετικές εξαιρέσεις και «παραθυράκια».
Ωστόσο, το μεγάλο όνειδος για τη δημόσια διοίκηση δεν έχει αναδειχθεί επαρκώς, καθώς, εάν λάμβανε ευρεία δημοσιότητα, θα προκαλούσε σοβαρούς κλυδωνισμούς στο πολιτικό σύστημα. Πρόκειται για το οικονομικό κόστος που συνεπάγονται οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Από πρόσφατες μελέτες προκύπτει ότι η πολυνομία, η κακονομία και η συνακόλουθη ανομία στη χώρα μας, σε συνάρτηση με την πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων μεταξύ πολλών επιπέδων διοίκησης και υπηρεσιών, προκαλούν όχι μόνο σημαντικές δυσχέρειες στον πολίτη, αλλά ταυτόχρονα συνεπάγονται τη δημιουργία εστιών αδιαφάνειας και διαφθοράς, ενώ δυσβάστακτο είναι πρωτίστως το οικονομικό κόστος της περιττής γραφειοκρατίας.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην Ελλάδα τα ανώφελα διοικητικά βάρη επιβαρύνουν με το 6,8% του ΑΕΠ, κατατάσσοντας τη χώρα μας πρώτη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, τη στιγμή που στις άλλες χώρες το κόστος της γραφειοκρατίας υπολογίζεται κατά μέσο όρο στο 3,5% του ΑΕΠ. Χωρίς καν να ληφθούν υπόψη οι εκατοντάδες χιλιάδες εργατοώρες που αναλώνονται σε περιττές διοικητικές διαδικασίες, το κόστος της γραφειοκρατίας πλησιάζει στην Ελλάδα τα 16 δισ. ευρώ ετησίως.
Ήδη έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος, με ανυπολόγιστες επιπτώσεις για την επιχειρηματικότητα και την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Ο υπ. Εσωτερικών έχει εξαγγείλει μία σειρά γενναίων παρεμβάσεων για τον περιορισμό του κόστους που επωμίζονται οι πολίτες και οι επιχειρήσεις, προκειμένου να συμμορφωθούν σε συχνά περιττές και χρονοβόρες υποχρεώσεις πληροφόρησης και προσαρμογής προς ρυθμίσεις και διαδικασίες. Εάν οι παρεμβάσεις αυτές προχωρήσουν, απέναντι σε ποικίλα μικροπολιτικά ή συντεχνιακά συμφέροντα, θα πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική μεταρρύθμιση αυτής της κυβέρνησης.
Αντιλαμβάνεται κανείς, επί παραδείγματι, ότι οι όποιες εξοικονομήσεις πόρων επιτεύχθηκαν με τον πολυδιαφημισμένο νέο νόμο για την κοινωνική ασφάλιση και μάλιστα εις βάρος ευπαθών κατηγοριών ασφαλισμένων, αποτελούν σταγόνα μπροστά στα τεράστια οφέλη που θα επέφερε για τη χώρα και για κάθε πολίτη ξεχωριστά η μείωση των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων.

ΑΠΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΣΧΕΔΙΟ, ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ
Κώστας Χρυσόγονος

Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 7/04/2008

Το πρόσφατα ψηφισμένο ασφαλιστικό νομοσχέδιο αποτελεί ακόμη μία απόδειξη της διαρκούς αποτυχίας του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος να αντιμετωπίσει με σχέδιο, όραμα και τόλμη το πραγματικά μεγάλο ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας - όπως άλλωστε συμβαίνει και με πολλά άλλα καίρια προβλήματά της. Στη βάση του ασφαλιστικού αυτού προβλήματος εντοπίζεται, όπως επισημαίνει η εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου, η ραγδαία επιδείνωση της σχέσης μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων, που βρίσκεται αυτήν τη στιγμή στο 1,75 προς 1, ενώ θα έπρεπε να είναι στο 4 προς 1 για να μπορεί να θεωρηθεί υγιές το όλο ασφαλιστικό σύστημα. Η «φιλοσοφία» του νομοσχεδίου είναι όμως καθαρά «πυροσβεστική», αφού επιχειρείται αύξηση των ορίων ηλικίας για τη συνταξιοδότηση και ενοποίηση επιμέρους ασφαλιστικών φορέων, με διακηρυγμένο στόχο τις οικονομίες κλίμακας και διαφαινόμενη «παράπλευρη απώλεια» την περικοπή ασφαλιστικών δικαιωμάτων για σημαντική μερίδα ασφαλισμένων των περισσότερο «υγιών» Ταμείων. Σε παρόμοια κατεύθυνση κινούνταν άλλωστε και οι προηγούμενοι ασφαλιστικοί νόμοι (2084/1992, 3029/2002 κ.ά.), σε εποχές κυβερνήσεων τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ.
Εκείνο που φαίνεται πως αδυνατούν να αντιληφθούν οι εμπνευστές τέτοιων ρυθμίσεων είναι ότι η επιδείνωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και η μείωση των παροχών δεν θίγουν τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος. Οι αιτίες αυτές είναι αφενός η δραματική υπογεννητικότητα στη χώρα μας (μια από τις χειρότερες παγκοσμίως) και αφετέρου η αδυναμία της οικονομίας να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας. Εξάλλου σημαντικό ποσοστό των εργαζομένων είναι αλλοδαποί ανασφάλιστοι, είτε επειδή πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από τους εργοδότες είτε επειδή και οι ίδιοι δεν διεκδικούν σθεναρά το δικαίωμά τους στην κοινωνική ασφάλιση, αφού τελούν σε γενικότερη αβεβαιότητα ως προς το καθεστώς και τη διάρκεια της παραμονής τους στην Ελλάδα. Η μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προβλήματος θα μπορούσε επομένως να επιτευχθεί μόνο μέσα από έναν ολοκληρωμένο συνδυασμό δημογραφικής πολιτικής (κίνητρα και ενισχύσεις για τους γονείς, αντικίνητρα για τους άτεκνους), πολιτικής απασχόλησης (διασφάλιση παραγωγικών θέσεων εργασίας και δημιουργία νέων) και μεταναστευτικής πολιτικής (αποτελεσματική ενσωμάτωση των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία). Τίποτε από όλα αυτά δεν υπάρχει σήμερα, ούτε γίνεται αντικείμενο σοβαρής πολιτικής συζήτησης, έστω ως μελλοντική προοπτική. Η πολιτική τάξη ενδιαφέρεται μόνο για τη βραχυπρόθεσμη νομή και αναδιανομή της εξουσίας. Έτσι η εκάστοτε κυβέρνηση προωθεί μόνο ό,τι θεωρεί απαραίτητο για να μη σταματήσει η καταβολή συντάξεων (έστω πείνας) και άλλων (έστω και υποβαθμισμένων) παροχών στους ασφαλισμένους κατά το (εικαζόμενο) διάστημα της δικής της εξουσίας και η εκάστοτε αντιπολίτευση προσπαθεί απλώς να επωφεληθεί από την εύλογη λαϊκή αντίδραση και δυσαρέσκεια, χωρίς όμως να διαθέτει πραγματική δική της εναλλακτική πρόταση. Η χώρα μοιάζει με αεροπλάνο που έχει αφεθεί στον «αυτόματο πιλότο», την ώρα που τα καύσιμά του τελειώνουν.

26/6/08

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ
Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 26/3/2008

Εδώ και αρκετά χρόνια οι προωθούμενες μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα στο πεδίο των κοινωνικών πολιτικών έχουν ένα κοινό στοιχείο: οδηγούν όλες σε περικοπές των παροχών του κοινωνικού κράτους. Η κρίση της πολιτικής αντιπροσώπευσης που αναδεικνύεται από τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις σχετίζεται άμεσα με αυτό το στοιχείο. Φαίνεται να εδραιώνεται η πεποίθηση ότι η πολιτική αντιπροσώπευση δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πολιτών όχι μόνο για την καλυτέρευση, αλλά έστω και για τη διατήρηση του επιπέδου διαβίωσής τους. Ίσως μάλιστα η διαφαινόμενη αλλαγή της αντίληψης των πολιτών για την οργάνωση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, που εκφράζεται με την προτίμησή τους στις κυβερνήσεις συνεργασίας, υποδηλώνει κατά βάθος τον φόβο τους ότι οι μονοκομματικές κυβερνήσεις μπορούν πιο εύκολα να προχωρήσουν σε ριζικές μεταρρυθμίσεις που θα μειώνουν τις δημόσιες παροχές οι οποίες συνδέονται με τα κοινωνικά δικαιώματά τους.
Σε μια τέτοια συγκυρία αναδεικνύεται η σημασία της καθιέρωσης στο Σύνταγμά μας, με την αναθεώρηση του 2001, της αρχής του κοινωνικού κράτους (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.). Όπως επεσήμανε ο γενικός εισηγητής της πλειοψηφίας Ευ. Βενιζέλος στη Ζ Αναθεωρητική Βουλή, με τη ρητή συνταγματική κατοχύρωση της αρχής του κοινωνικού κράτους το ελληνικό Σύνταγμα «πήγε κόντρα στο ρεύμα». Το ρεύμα ήταν και είναι η απομείωση των κοινωνικών προστασιών. Κατοχυρώνοντας ρητά το ελληνικό Σύνταγμα την αρχή του κοινωνικού κράτους δεν αφήνει πλέον τα κοινωνικά δικαιώματα στο έλεος των πολιτικών πλειοψηφιών. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμποδίζει τις μεταρρυθμίσεις στις κοινωνικές πολιτικές, υπό την προϋπόθεση όμως ότι γίνεται πάντοτε σεβαστό το «ουσιώδες περιεχόμενο» των κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτό το «ουσιώδες περιεχόμενο» ανήκει πλέον στη σφαίρα του μη πολιτικά αποφασίσιμου, αποτελεί δηλαδή «άβατο» για τον κοινό νομοθέτη. Το γεγονός ότι τα συνδικάτα προανήγγειλαν ήδη δικαστικούς αγώνες εναντίον της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, ως προέκταση των κοινωνικών τους κινητοποιήσεων, δεν είναι τυχαίο. Η συνταγματική αρχή του κοινωνικού κράτους τα βοηθάει να διατηρήσουν, με την επίκληση του Συντάγματος εναντίον του νόμου, τουλάχιστον ένα μέρος των κοινωνικών προστασιών που αφαιρεί η νέα ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Εξαρτάται βέβαια από την ευαισθησία των δικαστών και την ικανότητα των δικηγόρων και των νομικών συμβούλων των συνδικάτων να αναδείξουν το «ουσιώδες περιεχόμενο» του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση και των άλλων κοινωνικών δικαιωμάτων, στο οποίο δεν έχει πρόσβαση ο κοινός νομοθέτης. Αυτή είναι άλλωστε και η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η ελληνική νομική επιστήμη στα χρόνια που έρχονται, εάν θέλει να συμβάλει ενεργητικά στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων. Ήδη έχει τεθεί στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα του αποκλεισμού των ασφαλισμένων του ΙΚΑ από τις υγειονομικές παροχές αυτού του Ταμείου, εάν δεν διαθέτουν 100 ένσημα ετησίως. Αυτή η πρόβλεψη του ασφαλιστικού νομοσχεδίου που χαρακτηρίζεται από ένα έλλειμμα ανθρωπισμού αποτελεί αρχετυπικό παράδειγμα παραβίασης του «ουσιώδους περιεχομένου» του δικαιώματος στην υγεία και της αρχής του κοινωνικού κράτους γενικότερα.
ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ
Κώστας Χρυσόγονος
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 24/03/2008

Το 8ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε άλλον έναν σταθμό στην πορεία συρρίκνωσής του. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: οι 1.020.000 ψηφοφόροι που συμμετείχαν στην ανάδειξη του σημερινού προέδρου στο αξίωμα αυτό τον Φεβρουάριο του 2004 περιορίσθηκαν στις 770.000 στην εκλογή του Νοεμβρίου 2007, ενώ στην πρόσφατη διαδικασία εκλογής των συνέδρων ψήφισαν μόλις 150.000. Παράλληλη με την ποσοτική είναι και η ποιοτική απαξίωση των διαδικασιών. Αμέσως μετά την επανεκλογή του τον Νοέμβριο του 2007, ο πρόεδρος προχώρησε σε εσωκομματικό πραξικόπημα, καταργώντας το καταστατικό και όλα τα εκλεγμένα όργανα του κόμματος και διορίζοντας μια επιτροπή από πρόσωπα της εμπιστοσύνης του προκειμένου να οργανώσει το 8ο Συνέδριο.
Σε αυτό συμμετείχαν περίπου 7.000 σύνεδροι, αριθμός τόσο μεγάλος ώστε να καθιστά εκ των προτέρων ανέφικτη την ανάπτυξη σοβαρού πολιτικού διαλόγου με ουσιαστική συμμετοχή των απλών συνέδρων. Από αυτούς, εξάλλου, μόνο τα 2/3 ήταν εκλεγμένοι, ενώ οι υπόλοιποι κλήθηκαν με βάση ετερόκλητα και όχι απολύτως διαφανή κριτήρια, με προφανή σκοπό να επιτευχθεί ο απόλυτος έλεγχος του Συνεδρίου από τον πρόεδρο. Επρόκειτο, με άλλες λέξεις, για διακωμώδηση της εσωκομματικής δημοκρατίας. Και από επικοινωνιακή άποψη όμως το 8ο Συνέδριο αποτέλεσε ήττα για το ΠΑΣΟΚ, αφού κεντρικό πρόσωπο αναδείχθηκε παραδόξως ο πρόεδρος του Συνασπισμού!
Το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ έχει ονοματεπώνυμο. Ο Γιώργος Παπανδρέου είναι ανεπαρκής ως ομιλητής, σε τέτοιο σημείο ώστε μερικές φορές να μοιάζει περισσότερο με εκφωνητή έτοιμων κειμένων και λιγότερο με πολιτικό. Είναι ανεπαρκής γενικότερα ως ηγετική προσωπικότητα, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να εμπνεύσει αυθόρμητο σεβασμό στους γύρω του και να αναγκάζεται να καταφεύγει σε διοικητικά μέτρα (με τελευταίο γραφικό παράδειγμα τον αποκλεισμό όλων των πρώην υπουργών και υφυπουργών από το Πολιτικό Συμβούλιο του κόμματος). Έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις που, όταν τις εκδηλώνει (αντί, όπως συνήθως, να προσπαθεί να φανεί απλά αρεστός στους ακροατές του), τον φέρνουν σε αντίθεση με την ίδια τη φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ, όπως π.χ. η πρότασή του για ανασφάλιστη εργασία των νέων, η άκριτη αποδοχή της αναθεώρησης του άρθρου 16, η δημόσια στήριξη του σχεδίου Ανάν κ.ά. Γι αυτό και βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία διατύπωσης μιας πειστικής πρότασης για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, η οποία να διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη της Νέας Δημοκρατίας.
Το γεγονός ότι τον Νοέμβριο του 2007 εκμεταλλεύθηκε τη συναισθηματική προσκόλληση μεγάλης μερίδας της κομματικής βάσης στην παπανδρεϊκή πολιτική δυναστεία και παρέμεινε αγκιστρωμένος στη θέση του δεν αναιρεί αυτές τις αδυναμίες. Έτσι τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ στις εθνικές εκλογές βρίσκονται σε σταθερή πτώση, ενώ στις ευρωεκλογές του 2009 ενδέχεται, αν πιστέψουμε τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, να κατορθώσει ακόμα και το φαινομενικά ακατόρθωτο, δηλαδή να φέρει το κόμμα στην τρίτη θέση.Η αλλαγή στην προεδρία ασφαλώς δεν είναι ικανή από μόνη της να αντιστρέψει την πτωτική πορεία του ΠΑΣΟΚ. Είναι όμως αναγκαία για να αρχίσει οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια ανάκαμψης.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ
Ξενοφών Ι. Κοντιάδης
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 11/03/2008

Η ελληνική κοινωνία έχει προ πολλού εισέλθει στην εποχή της ανασφάλειας. Σύμφωνα με τα πορίσματα έγκυρων ερευνών, περίπου το 1/3 των Ελλήνων ζει σήμερα με λιγότερα από 480 ευρώ μηνιαίως. Τα πραγματικά ποσοστά της ανεργίας και της υποαπασχόλησης εμφανίζονται σημαντικά υψηλότερα απ ό,τι στις επίσημες στατιστικές. Ο αριθμός των απόρων και των αστέγων αυξάνεται ραγδαία, όπως και οι αυτοκτονίες, ιδίως στην πιο παραγωγική ηλικιακή κλίμακα 25-45. Επιπλέον, ακόμη και για οικογένειες με εισόδημα υψηλότερο από τα όρια της φτώχειας, ένα πρόβλημα υγείας κάποιου μέλους τους θεωρείται πιθανό να οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή.
Ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας έχει σήμερα περιορισμένη πρόσβαση σε αγαθά που θεωρούνταν αυτονόητα στα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη. Είναι ο κόσμος των ανέργων, των κοινωνικά αποκλεισμένων και των φτωχών, που απαρτίζουν περίπου το 1/3 των κατοίκων της ελληνικής επικράτειας. Άνθρωποι που η φωνή τους δεν ακούγεται στα κέντρα λήψης αποφάσεων ή ακόμη και αν δεν ανήκουν στους λεγόμενους «απόλυτα φτωχούς», ωστόσο τα φέρνουν δύσκολα βόλτα, συχνά αποκρύπτοντάς το για να αποφύγουν τον «κοινωνικό στιγματισμό». Στην πραγματικότητα αυτό που αποκλήθηκε «κοινωνία των 2/3» αποτελεί λοιπόν μια κοινωνία του 1/2. Πρόκειται για μια βαθιά ανασφάλεια που διακατέχει ακόμη και υψηλόμισθους εργαζομένους ως προς το εργασιακό τους μέλλον, αλλά και για την αγωνία των νέων να ενταχθούν στην αγορά εργασίας, διαθέτοντας συχνά τίτλους σπουδών χωρίς πραγματικό αντίκρισμα.
Δεν πρΗ ελληνική κοινωνία έχει προ πολλού εισέλθει στην εποχή της ανασφάλειας. Σύμφωνα με τα πορίσματα έγκυρων ερευνών, περίπου το 1/3 των Ελλήνων ζει σήμερα με λιγότερα από 480 ευρώ μηνιαίως. Τα πραγματικά ποσοστά της ανεργίας και της υποαπασχόλησης εμφανίζονται σημαντικά υψηλότερα απ ό,τι στις επίσημες στατιστικές. Ο αριθμός των απόρων και των αστέγων αυξάνεται ραγδαία, όπως και οι αυτοκτονίες, ιδίως στην πιο παραγωγική ηλικιακή κλίμακα 25-45. Επιπλέον, ακόμη και για οικογένειες με εισόδημα υψηλότερο από τα όρια της φτώχειας, ένα πρόβλημα υγείας κάποιου μέλους τους θεωρείται πιθανό να οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή.
Ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας έχει σήμερα περιορισμένη πρόσβαση σε αγαθά που θεωρούνταν αυτονόητα στα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη. Είναι ο κόσμος των ανέργων, των κοινωνικά αποκλεισμένων και των φτωχών, που απαρτίζουν περίπου το 1/3 των κατοίκων της ελληνικής επικράτειας. Άνθρωποι που η φωνή τους δεν ακούγεται στα κέντρα λήψης αποφάσεων ή ακόμη και αν δεν ανήκουν στους λεγόμενους «απόλυτα φτωχούς», ωστόσο τα φέρνουν δύσκολα βόλτα, συχνά αποκρύπτοντάς το για να αποφύγουν τον «κοινωνικό στιγματισμό». Στην πραγματικότητα αυτό που αποκλήθηκε «κοινωνία των 2/3» αποτελεί λοιπόν μια κοινωνία του 1/2. Πρόκειται για μια βαθιά ανασφάλεια που διακατέχει ακόμη και υψηλόμισθους εργαζομένους ως προς το εργασιακό τους μέλλον, αλλά και για την αγωνία των νέων να ενταχθούν στην αγορά εργασίας, διαθέτοντας συχνά τίτλους σπουδών χωρίς πραγματικό αντίκρισμα.
Δεν προκαλούν ασφαλώς έκπληξη η δυσπιστία και η απογοήτευση που εκφράζονται από την πλειονότητα των Ελλήνων απέναντι στον ρόλο του κράτους, αφού δεν αισθάνονται ότι η πολιτεία πρόκειται να τους προστατεύσει από τους κοινωνικούς κινδύνους που τους απειλούν. Στην εκτίμησή τους αυτή οι Έλληνες δεν σφάλλουν. Επιβεβαιώνονται από επιστημονικές μελέτες, αλλά και από το ίδιο το υπουργείο Οικονομίας, που παραδέχεται ότι η αποτελεσματικότητα των κοινωνικών μεταβιβάσεων στη χώρα μας είναι εξαιρετικά χαμηλή. Αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι ότι παρ όλο που οι κοινωνικές δαπάνες ανέρχονται στο 26% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου όσο και ο μέσος όρος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ωστόσο το κοινωνικό κράτος αποτελεί ένα φάντασμα. Οι πολιτικές καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού χαρακτηρίζονται ως ατελέσφορες ή ανεπαρκείς, το επίπεδο των υπηρεσιών υγείας χαμηλό και η πρόσβαση σε αυτές εξαιρετικά χρονοβόρα, δαπανηρή και συχνά «διαμεσολαβημένη».
Για το ήμισυ, τουλάχιστον, της ελληνικής κοινωνίας η εμπιστοσύνη προς το κράτος και την πολιτική τάξη, αλλά και προς την «αόρατη χείρα» της αγοράς φαίνεται να έχει απολεσθεί. Από την άλλη πλευρά, η εταιρική κοινωνική ευθύνη εκδηλώνεται κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται συνήθως άμεσα αποτελέσματα για τις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, την ίδια στιγμή που η υπερχρέωση των νοικοκυριών συνεχίζει να διογκώνεται. Όμως η σταδιακή κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής, πέρα από τις κοινωνικές της επιπτώσεις, μπορεί να επιφέρει εκρηκτικές συνέπειες τόσο για το πολιτικό σύστημα όσο και για την οικονομία.οκαλούν ασφαλώς έκπληξη η δυσπιστία και η απογοήτευση που εκφράζονται από την πλειονότητα των Ελλήνων απέναντι στον ρόλο του κράτους, αφού δεν αισθάνονται ότι η πολιτεία πρόκειται να τους προστατεύσει από τους κοινωνικούς κινδύνους που τους απειλούν. Στην εκτίμησή τους αυτή οι Έλληνες δεν σφάλλουν. Επιβεβαιώνονται από επιστημονικές μελέτες, αλλά και από το ίδιο το υπουργείο Οικονομίας, που παραδέχεται ότι η αποτελεσματικότητα των κοινωνικών μεταβιβάσεων στη χώρα μας είναι εξαιρετικά χαμηλή. Αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι ότι παρ όλο που οι κοινωνικές δαπάνες ανέρχονται στο 26% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου όσο και ο μέσος όρος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ωστόσο το κοινωνικό κράτος αποτελεί ένα φάντασμα. Οι πολιτικές καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού χαρακτηρίζονται ως ατελέσφορες ή ανεπαρκείς, το επίπεδο των υπηρεσιών υγείας χαμηλό και η πρόσβαση σε αυτές εξαιρετικά χρονοβόρα, δαπανηρή και συχνά «διαμεσολαβημένη». Για το ήμισυ, τουλάχιστον, της ελληνικής κοινωνίας η εμπιστοσύνη προς το κράτος και την πολιτική τάξη, αλλά και προς την «αόρατη χείρα» της αγοράς φαίνεται να έχει απολεσθεί. Από την άλλη πλευρά, η εταιρική κοινωνική ευθύνη εκδηλώνεται κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται συνήθως άμεσα αποτελέσματα για τις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, την ίδια στιγμή που η υπερχρέωση των νοικοκυριών συνεχίζει να διογκώνεται. Όμως η σταδιακή κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής, πέρα από τις κοινωνικές της επιπτώσεις, μπορεί να επιφέρει εκρηκτικές συνέπειες τόσο για το πολιτικό σύστημα όσο και για την οικονομία.